
Άρθρο γνώμης του Jonathan Rauch
Το άρθρο αυτό φιλοξενήθηκε στο ενημερωτικό δελτίο One Story to Read Today.
Μέχρι πρόσφατα, αντιστεκόμουν στη χρήση της «λέξης από φ» για να περιγράψω τον πρόεδρο Τραμπ. Πρώτον, επειδή υπήρχαν πάρα πολλά στοιχεία του κλασικού φασισμού που δεν έδειχναν να ταιριάζουν. Δεύτερον, επειδή ο όρος έχει χρησιμοποιηθεί υπερβολικά, σε σημείο να χάνει το νόημά του — ιδίως από κύκλους της αριστεράς που αποκαλούν «φασίστα» όποιον αντιτίθεται στις αμβλώσεις ή στη θετική διάκριση. Τρίτον, επειδή ο όρος παραμένει ασαφώς ορισμένος, ακόμη και από τους ίδιους τους υποστηρικτές του.
Από την απαρχή του, ο φασισμός υπήρξε ένα ασυνάρτητο δόγμα, και ακόμη και σήμερα οι μελετητές δεν συμφωνούν ως προς τον ορισμό του. Η ιταλική εκδοχή διέφερε από τη γερμανική, η γερμανική από την ισπανική, η ισπανική από την ιαπωνική.
Αποδέχθηκα τον χαρακτηρισμό του προέδρου Μπάιντεν για το κίνημα MAGA ως «ημιφασιστικό», επειδή ορισμένες παραλληλίες ήταν κραυγαλέες. Ο Τραμπ ήταν αναμφίβολα αυταρχικός και, χωρίς καμία αμφιβολία, πατριμονιαλιστής (σσ ο ηγέτης ή το καθεστώς που αντιμετωπίζει το κράτος ως προσωπική του περιουσία). Πέρα από αυτό, ωστόσο, η καλύτερη περιγραφή φαινόταν να είναι ψυχολογική, όπως την είχε διατυπώσει ο Τζον Μπόλτον, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας στην πρώτη θητεία Τραμπ:
«Ακούει τον Πούτιν, ακούει τον Σι, ακούει πώς μιλούν για διακυβέρνηση χωρίς να τους βαραίνουν μη συνεργάσιμα κοινοβούλια, χωρίς να ανησυχούν για το τι μπορεί να κάνει η Δικαιοσύνη, και σκέφτεται: “Γιατί να μην μπορώ κι εγώ να το κάνω αυτό;”
Κατά τη γνώμη μου, αυτό δεν ισοδυναμεί με το να είσαι φασίστας [ούτε] με το να έχεις μια θεωρία για το πώς θέλεις να κυβερνήσεις. Είναι απλώς το “Γιατί να μη διασκεδάζω κι εγώ όπως αυτοί;”».
Γράφοντας πριν από έναν χρόνο, υποστήριξα ότι το καθεστώς διακυβέρνησης του Τραμπ αποτελεί μια εκδοχή πατριμονιαλισμού, κατά την οποία το κράτος αντιμετωπίζεται ως προσωπική ιδιοκτησία και οικογενειακή επιχείρηση του ηγέτη. Αυτό εξακολουθεί να ισχύει. Όπως, όμως, σημείωνα και τότε, ο πατριμονιαλισμός είναι ένα ύφος διακυβέρνησης, όχι μια τυπική ιδεολογία ή σύστημα. Μπορεί να επικαθίσει πάνω σε κάθε είδους οργανωτικές δομές, περιλαμβανομένων όχι μόνο εθνικών κυβερνήσεων αλλά και αστικών πολιτικών μηχανισμών, όπως το Tammany Hall, [σσ το Tammany Hall αποτελεί ιστορικό παράδειγμα πατριμονιαλιστικής εξουσίας σε δημοκρατικό πλαίσιο: ένας κομματικός μηχανισμός που αντάλλασσε παροχές με ψήφους, υπονομεύοντας θεσμούς χωρίς να καταλύει τυπικά τη δημοκρατία] εγκληματικών οργανώσεων όπως η Μαφία, ακόμη και θρησκευτικών αιρέσεων. Επειδή η μόνη του σταθερή αρχή είναι η προσωπική πίστη στον αρχηγό, δεν διαθέτει συγκεκριμένη ατζέντα.
Ο φασισμός, αντίθετα, είναι ιδεολογικός, επιθετικός και —τουλάχιστον στα αρχικά του στάδια— επαναστατικός. Επιδιώκει να κυριαρχήσει στην πολιτική, να συντρίψει κάθε αντίσταση και να ξαναγράψει το κοινωνικό συμβόλαιο.
Κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους της προεδρίας Τραμπ, αυτό που αρχικά έμοιαζε με μια προσπάθεια να μετατραπεί η κυβέρνηση σε προσωπικό του παιχνίδι, έχει μετατοπιστεί καθαρά προς έναν δογματικό και επιχειρησιακό φασισμό.
Η όρεξή του για lebensraum, ο ισχυρισμός του περί απεριόριστης εξουσίας, η στήριξή του στην παγκόσμια άκρα δεξιά, η πολιτικοποίηση του συστήματος δικαιοσύνης, η επίδειξη επιτελεστικής βίας, η επιδεικτική παραβίαση δικαιωμάτων και η δημιουργία μιας εθνικής παραστρατιωτικής αστυνομίας —όλες αυτές οι εξελίξεις παραπέμπουν σε κάτι πολύ πιο συνειδητό και δυσοίωνο από την κοινή απληστία ή τον πολιτικό γκανγκστερισμό.
Όταν αλλάζουν τα γεγονότα, αλλάζω γνώμη. Τα πρόσφατα γεγονότα έφεραν το κυβερνητικό ύφος του Τραμπ σε πιο καθαρή εστίαση. Ο φασισμός είναι πλέον ο καταλληλότερος όρος για να το περιγράψει κανείς, και η απροθυμία χρήσης του έχει καταστεί πια παράλογη. Όχι εξαιτίας μίας ή δύο μεμονωμένων πράξεων της κυβέρνησής του, αλλά λόγω της συνολικής εικόνας.
Ο φασισμός δεν είναι ένα έδαφος με σαφώς χαραγμένα σύνορα· είναι ένας αστερισμός χαρακτηριστικών. Όταν δει κανείς τα «άστρα» μαζί, ο αστερισμός γίνεται προφανής.
Κατεδάφιση των κανόνων
Από την αρχή της πρώτης του προεκλογικής εκστρατείας το 2015, ο Τραμπ έσπαγε συνειδητά κάθε όριο ευπρέπειας: χλεύασε τον γερουσιαστή Τζον Μακέιν για τη στρατιωτική του θητεία, κορόιδεψε το πρόσωπο της συνυποψήφιάς του Κάρλι Φιορίνα, φάνηκε να ειρωνεύεται την έμμηνο ρύση της δημοσιογράφου του Fox News Μέγκιν Κέλι, δυσφήμησε μετανάστες και πολλά ακόμη. Το ίδιο συνεχίζει να κάνει και σήμερα, πρόσφατα κάνοντας άσεμνη χειρονομία σε εργάτη εργοστασίου και αποκαλώντας έναν δημοσιογράφο «γουρούνι».
Αυτό δεν είναι ατύχημα του φασιστικού τρόπου διακυβέρνησης, αλλά δομικό του στοιχείο. Οι φασίστες γνωρίζουν ότι εκείνο που οι Αμερικανοί ιδρυτές αποκαλούσαν «ρεπουμπλικανικές αρετές» εμποδίζει την πολιτική τους ατζέντα, και γι’ αυτό καταστρέφουν με χαρά τις φιλελεύθερες ευαισθησίες, όπως τη λογική και τη μετριοπάθεια, την ευπρέπεια και το δημόσιο ήθος, την ανεκτικότητα και την αυτοσυγκράτηση. Χλευάζοντας την αξιοπρέπεια και λέγοντας το ανείπωτο, ανοίγουν τον δρόμο σε αυτό που ο William Galston έχει αποκαλέσει «σκοτεινά πάθη» — τον φόβο, τη μνησικακία και, κυρίως, την επιβολή. Πρόκειται για μια μορφή πολιτικής που μετατοπίζει τον δημόσιο λόγο σε πεδία όπου οι φιλελεύθεροι δεν μπορούν να ανταγωνιστούν.
Εξιδανίκευση της βίας
Κάθε κράτος χρησιμοποιεί βία για την επιβολή των νόμων του, όμως τα φιλελεύθερα κράτη το κάνουν με φειδώ, ενώ ο φασισμός τη δέχεται και την επιδεικνύει.
Ο Τραμπ, έτσι, επαινεί ένα βίαιο πλήθος· υποστηρίζει τα βασανιστήρια· εκφράζεται με θαυμασμό για το ξυλοκόπημα, το ρίξιμο στο έδαφος και ακόμη και τη δολοφονία διαδηλωτών και δημοσιογράφων· και, σύμφωνα με αναφορές, έχει προτείνει να πυροβολούνται διαδηλωτές και μετανάστες. Οι διαφημίσεις στρατολόγησης της ICE εξιδανικεύουν στρατιωτικού τύπου εφόδους σε σπίτια και γειτονιές· η προπαγάνδα της κυβέρνησης δείχνει παιδαριώδη ευχαρίστηση στη δολοφονία αμάχων· και όλοι έχουμε δει βίντεο πρακτόρων να σέρνουν ανθρώπους έξω από αυτοκίνητα και σπίτια — εν μέρει επειδή το ίδιο το κράτος τα κινηματογραφεί.
Όπως και η κατεδάφιση της δημόσιας ευπρέπειας, έτσι και η εξύμνηση της βίας δεν είναι τυχαία στον φασισμό· αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του.
Η ισχύς κάνει το δίκαιο.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα του φασισμού είναι επίσης αυτό που ο Τζορτζ Όργουελ αποκάλεσε «λατρεία του νταή» (bully-worship): η αρχή ότι, όπως το έθεσε περίφημα ο Θουκυδίδης, «οι ισχυροί πράττουν ό,τι μπορούν και οι αδύναμοι υφίστανται ό,τι πρέπει». Αυτή η αντίληψη έγινε εμφανής στη διαβόητη συνάντηση του Τραμπ στο Οβάλ Γραφείο με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, όπου ο Τραμπ έδειξε ανοιχτή περιφρόνηση για αυτό που θεωρούσε αδυναμία της Ουκρανίας. Εκφράστηκε δε ρητά —και ανατριχιαστικά— όταν ο Στίβεν Μίλερ, ο ισχυρότερος σύμβουλος του προέδρου, δήλωσε στο CNN και στον Τζέικ Τάπερ:
«Ζούμε σε έναν κόσμο, στον πραγματικό κόσμο, που κυβερνάται από τη δύναμη, που κυβερνάται από τη βία, που κυβερνάται από την ισχύ. Αυτοί είναι οι σιδερένιοι νόμοι του κόσμου που υπάρχουν από την αρχή του χρόνου».
Τα λόγια αυτά, αν και ξένα προς τις παραδόσεις της αμερικανικής και της χριστιανικής ηθικής, θα μπορούσαν να είχαν ειπωθεί από οποιονδήποτε φασίστα δικτάτορα.
Πολιτικοποιημένη επιβολή του νόμου
Οι φιλελεύθεροι ακολουθούν τον νόμο είτε τους αρέσει είτε όχι· οι φασίστες, μόνο όταν τους συμφέρει. Ο ναζισμός διέθετε ένα «δυαδικό κράτος», όπου, ανά πάσα στιγμή, οι εγγυήσεις του κοινού δικαίου μπορούσαν να πάψουν να ισχύουν. Ο Τραμπ δεν κρύβει την περιφρόνησή του για τη δέουσα νομική διαδικασία: έχει ζητήσει αμέτρητες φορές τη φυλάκιση των αντιπάλων του (τα συνθήματα «Lock her up!», «Κλείστε τη στη φυλακή!», με τη δική του επιδοκιμασία, υπήρξαν κεντρικό στοιχείο της εκστρατείας του το 2016) και έχει προτείνει ακόμη και την «κατάργηση» του Συντάγματος, ενώ δήλωσε «δεν ξέρω» όταν ρωτήθηκε αν υποχρεούται να το τηρεί.
Η πιο επικίνδυνη καινοτομία της δεύτερης θητείας του είναι η αναπροσανατολισμένη χρήση των ομοσπονδιακών μηχανισμών επιβολής του νόμου για τη δίωξη των εχθρών του (και την προστασία των φίλων του). Κανένας προηγούμενος πρόεδρος δεν έχει δώσει κάτι που να μοιάζει με την άμεση και δημόσια εντολή του Τραμπ προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης να ερευνήσει δύο πρώην αξιωματούχους, ούτε με τις προφανώς εκδικητικές διώξεις κατά του Τζέιμς Κόμεϊ και της Λετίσια Τζέιμς. «Τουλάχιστον 470 άτομα, οργανισμοί και θεσμοί έχουν στοχοποιηθεί για αντίποινα από τότε που ο Τραμπ ανέλαβε — κατά μέσο όρο περισσότεροι από ένας την ημέρα», ανέφερε το Reuters τον Νοέμβριο (και σήμερα μπορούν να προστεθούν κι άλλοι στη λίστα, ξεκινώντας από τον πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, Τζερόμ Πάουελ). Ακόμη κι αν ο Τραμπ δεν είχε κάνει τίποτε άλλο, η κατεδάφιση της ανεξάρτητης και αποπολιτικοποιημένης επιβολής του νόμου θα αρκούσε για να φέρει την αμερικανική κυβέρνηση πιο κοντά από ποτέ σε ένα φασιστικό πρότυπο.
Απανθρωποποίηση
Ο φασισμός αντλεί τη νομιμοποίησή του από τον ισχυρισμό ότι υπερασπίζεται τον «λαό» απέναντι σε εχθρούς που παρουσιάζονται ως ζώα, εγκληματίες, κτήνη. Ο Τραμπ χαρακτηρίζει, για παράδειγμα, τους πολιτικούς του αντιπάλους ως «παράσιτα» και τους μετανάστες ως «σκουπίδια» που «δηλητηριάζουν το αίμα της χώρας μας» — γλώσσα ευθέως δανεισμένη από το Τρίτο Ράιχ. Ο αντιπρόεδρος Βανς, ως γερουσιαστής, υποστήριξε ένα βιβλίο με τίτλο Unhumans («Απάνθρωποι»), τίτλος που αναφέρεται στην αριστερά. Και ποιος μπορεί να ξεχάσει τον ψευδή ισχυρισμό του ότι Αϊτινοί απαγάγουν και τρώνε κατοικίδιες γάτες και σκύλους;
Τακτικές αστυνομικού κράτους
Ο Τραμπ έχει μετατρέψει την ICE σε μια εκτεταμένη παραστρατιωτική δύναμη που περιπολεί τη χώρα κατά βούληση, ερευνά και συλλαμβάνει μη πολίτες αλλά και πολίτες χωρίς εντάλματα, χρησιμοποιεί επιδεικτικά βία, δρα με καλυμμένα πρόσωπα, λαμβάνει ελλιπή εκπαίδευση, ψεύδεται για τις δραστηριότητές της και έχει ενημερωθεί ότι απολαμβάνει «απόλυτη ασυλία». Το 2025 υπερδιπλασίασε το μέγεθος της υπηρεσίας, ενώ ο προϋπολογισμός της είναι πλέον μεγαλύτερος από εκείνους όλων των άλλων ομοσπονδιακών υπηρεσιών επιβολής του νόμου μαζί και μεγαλύτερος από τους συνολικούς στρατιωτικούς προϋπολογισμούς όλων των χωρών πλην 15.
«Αυτό θα επηρεάσει κάθε κοινότητα, κάθε πόλη», παρατήρησε πρόσφατα ο ερευνητής του Cato Institute, David Bier. «Σχεδόν όλοι στη χώρα μας θα έρθουν σε επαφή με αυτό, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο».
Στη Μινεάπολη και αλλού, η υπηρεσία έχει συμπεριφερθεί προκλητικά, ενίοτε βίαια και, πιθανώς, παράνομα — συμπεριφορές που ο Τραμπ και το επιτελείο του έχουν ενθαρρύνει, καλύψει και προβάλει με τηλεοπτικά συνεργεία, ίσως με την ελπίδα να προκαλέσουν βίαιη αντίσταση που θα δικαιολογούσε περαιτέρω καταστολή, μια κλασική φασιστική τακτική. Η πρόσφατη εμφάνιση της υπουργού Εσωτερικής Ασφάλειας, Κρίστι Νόεμ, με πινακίδα που έγραφε One of ours, all of yours («Ένας από τους δικούς μας, όλοι δικοί σας») έμοιαζε να παραπέμπει σε ένα ακόμη φασιστικό μοτίβο, τη συλλογική τιμωρία — όπως και η απόφαση της κυβέρνησης να κατακλύσει τη Μινεάπολη με χιλιάδες αστυνομικούς αφού οι κάτοικοι άρχισαν να διαμαρτύρονται για τις ομοσπονδιακές τακτικές, μια προτεραιοποίηση που είχε ρητά τιμωρητικό χαρακτήρα.
Υπονόμευση των εκλογών
Οι πρόσφατες σκέψεις του Τραμπ ότι δεν θα έπρεπε να υπάρξουν εκλογές το 2026 μπορεί να ήταν ή να μην ήταν αστειευόμενες (όπως υποστήριξε ο Λευκός Οίκος), όμως ο ίδιος και οι υποστηρικτές του MAGA πιστεύουν ότι δεν χάνουν ποτέ εκλογές — τελεία και παύλα. Κατέβαλαν τεράστιες προσπάθειες για να ανατρέψουν τις εκλογές του 2020, όπως περιγράφονται εξαντλητικά στο κατηγορητήριο του εισαγγελέα Τζακ Σμιθ και στην επακόλουθη έκθεσή του. Η νόθευση, η κλοπή ή η απευθείας ακύρωση εκλογών είναι, φυσικά, πρώτη προτεραιότητα για τους φασίστες. Αν και ο Τραμπ περιορίζεται από θητεία, δεν πρέπει να αναμένουμε ότι ο ίδιος και οι πιστοί του MAGA θα παραδώσουν οικειοθελώς τον Λευκό Οίκο σε έναν Δημοκρατικό το 2029, ανεξαρτήτως της ψήφου των πολιτών — και η δεύτερη εξέγερση θα είναι πολύ καλύτερα οργανωμένη από την πρώτη.
Το ιδιωτικό γίνεται δημόσιο
Ο κλασικός φασισμός απορρίπτει τη θεμελιώδη φιλελεύθερη διάκριση ανάμεσα στο κράτος και τον ιδιωτικό τομέα, σύμφωνα με το δόγμα του Μουσολίνι: «Καμία ατομικότητα ή ομάδα εκτός του Κράτους». Ανάμεσα στις πιο τολμηρές (έστω και όχι πάντα επιτυχημένες) πρωτοβουλίες του Τραμπ συγκαταλέγονται οι προσπάθειές του να ιδιοποιηθεί ιδιωτικούς φορείς, όπως δικηγορικά γραφεία, πανεπιστήμια και εταιρείες. Μία από τις πρώτες πράξεις του ως προέδρου πέρυσι ήταν να παραβιάσει απροκάλυπτα έναν πρόσφατα ψηφισμένο νόμο, παίρνοντας ουσιαστικά στα χέρια του την ιδιοκτησία του TikTok.
Ο Μπόλτον κατανόησε αυτή τη νοοτροπία όταν είπε: «Δεν μπορεί να διακρίνει το προσωπικό του συμφέρον από το εθνικό συμφέρον — αν βέβαια καταλαβαίνει τι είναι το εθνικό συμφέρον».
Επιθέσεις στα μέσα ενημέρωσης
Λίγο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του το 2017, ο Τραμπ κατήγγειλε τα μέσα ενημέρωσης ως «εχθρό του αμερικανικού λαού», μια φράση οικεία από δικτατορίες του εξωτερικού. Η εχθρότητά του δεν υποχώρησε ποτέ, αλλά στη δεύτερη θητεία του έχει φτάσει σε νέα ύψη. Ο Τραμπ έχει απειλήσει άδειες εκπομπής, έχει καταχραστεί τη ρυθμιστική του εξουσία, έχει χειραγωγήσει συμφωνίες ιδιοκτησίας, έχει καταθέσει εξοντωτικές αγωγές, έχει ευνοήσει επιλεκτικά την πρόσβαση δημοσιογράφων, έχει ερευνήσει το σπίτι ενός ρεπόρτερ και έχει λοιδορήσει μέσα και δημοσιογράφους. Παρότι δεν μπορεί να ελέγξει τα μέσα στις ΗΠΑ με τον τρόπο που το έκανε ο πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία, εφαρμόζει το «εγχειρίδιο Όρμπαν». Κανένας άλλος πρόεδρος —ούτε καν ο Ρίτσαρντ Νίξον, που κάθε άλλο παρά φίλος των μέσων ήταν— δεν έχει χρησιμοποιήσει τόσο απροκάλυπτα ανελεύθερες τακτικές εναντίον του Τύπου.
Εδαφική και στρατιωτική επιθετικότητα
Ένας λόγος που αντιστάθηκα στο να ταυτίσω τον τραμπισμό με τον φασισμό κατά την πρώτη του θητεία ήταν η φαινομενική έλλειψη ενδιαφέροντος του Τραμπ για επιθετικότητα απέναντι σε άλλα κράτη· αν μη τι άλλο, έμοιαζε διστακτικός στη χρήση στρατιωτικής ισχύος στο εξωτερικό. Αυτό ίσχυε τότε. Στη δεύτερη θητεία του, όμως, έχει χρησιμοποιήσει στρατιωτική δύναμη απερίσκεπτα. Βεβαίως, πολλοί πρόεδροι έχουν καταφύγει στη βία, αλλά η ρητά αρπακτική χρήση της από τον Τραμπ για την υφαρπαγή του πετρελαίου της Βενεζουέλας και η απειλή του, σε ύφος γκάνγκστερ, να πάρει τη Γροιλανδία από τη Δανία «με τον εύκολο τρόπο» ή «με τον δύσκολο», ήταν κινήσεις αυταρχισμού τύπου δεκαετίας του 1930. Το ίδιο ισχύει και για την περιφρόνησή του προς το διεθνές δίκαιο, τις δεσμευτικές συμμαχίες και τους υπερεθνικούς οργανισμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση — όλα όσα εμποδίζουν την ανεμπόδιστη άσκηση της κρατικής βούλησης, κεντρική φασιστική αρχή.
(Μουσολίνι: «Εξίσου ξένες προς το πνεύμα του Φασισμού… είναι όλες οι διεθνιστικές ή υπερδομές τύπου Κοινωνίας των Εθνών, οι οποίες, όπως δείχνει η ιστορία, καταρρέουν κάθε φορά που η καρδιά των εθνών διεγείρεται από συναισθηματικές, ιδεαλιστικές ή πρακτικές σκοπιμότητες.»)
Υπερεθνική εμβέλεια
Όπως οι αυταρχικοί γενικότερα, έτσι και οι φασίστες αγαπούν τη συντροφιά· ο κόσμος είναι ασφαλέστερος γι’ αυτούς όταν είναι περισσότεροι. Στη δεύτερη θητεία του, ο Τραμπ έσπασε με μακρόχρονες αμερικανικές πολιτικές, περιορίζοντας τη στήριξη στα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ ταυτόχρονα επαινεί και στηρίζει αυταρχικούς λαϊκιστές και ανελεύθερους εθνικιστές στη Σερβία, την Πολωνία, την Ουγγαρία, τη Γερμανία, την Τουρκία, το Ελ Σαλβαδόρ και τη Σλοβακία, μεταξύ άλλων — και επιδεικνύοντας μια παράδοξη υποχωρητικότητα απέναντι στον Ρώσο ισχυρό άνδρα πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν. Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η de facto ευθυγράμμισή του απέναντι στους φιλελεύθερους συμμάχους της Αμερικής και στα κόμματά τους στην Ευρώπη, τους οποίους αντιμετωπίζει με περιφρόνηση.
Εθνικισμός «αίματος και γης»
Σήμα κατατεθέν του φασισμού είναι η επιμονή ότι η χώρα δεν είναι απλώς ένα σύνολο ατόμων αλλά ένας «λαός», ένα Volk:
μια μυστικιστικά ορισμένη και εθνοτικά «καθαρή» κοινότητα δεμένη με κοινό αίμα, πολιτισμό και πεπρωμένο.
Σε αυτή τη λογική, ο Τραμπ έχει αποκηρύξει την ιθαγένεια εκ γεννήσεως, ενώ ο Βανς έχει καλέσει να «επαναπροσδιοριστεί το νόημα της αμερικανικής ιθαγένειας στον 21ο αιώνα», ώστε προτεραιότητα να δίνεται σε Αμερικανούς με βαθύτερους ιστορικούς δεσμούς: «στους ανθρώπους των οποίων οι πρόγονοι πολέμησαν στον Εμφύλιο Πόλεμο», όπως είπε, ή σε όσους άλλοι στη δεξιά πτέρυγα του MAGA αποκαλούν «Αμερικανούς της κληρονομιάς». Με άλλα λόγια, κάποιοι Αμερικανοί είναι πιο volk από άλλους.
Λευκός και χριστιανικός εθνικισμός
Αν και ο Βανς, ο Τραμπ και το MAGA δεν διατυπώνουν μια ρητή ιδεολογία φυλετικής ιεράρχησης, δεν κρύβουν τη νοσταλγία τους για μια Αμερική πιο λευκή και πιο χριστιανική. Ο Τραμπ έχει βρει πολλούς τρόπους να το επικοινωνήσει: για παράδειγμα, εκφράζοντας απερίφραστα την περιφρόνησή του για «χώρες-αποχωρητήρια» και την προτίμησή του σε λευκούς χριστιανούς μετανάστες· δεχόμενος στοχευμένα λευκούς Νοτιοαφρικανούς ως πολιτικούς πρόσφυγες (την ώρα που έκλεινε την πόρτα στους περισσότερους άλλους αιτούντες άσυλο)· μετονομάζοντας στρατιωτικές βάσεις ώστε να φέρουν τα ονόματα στρατηγών της Συνομοσπονδίας (αφού το Κογκρέσο είχε διατάξει την αφαίρεσή τους)· και υποστηρίζοντας ότι οι νόμοι για τα πολιτικά δικαιώματα οδήγησαν στο να «υποστούν οι λευκοί πολύ κακή μεταχείριση». Στη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας, κατακεραυνώνει την Ευρώπη επειδή επέτρεψε στη μετανάστευση να υπονομεύσει την «πολιτισμική αυτοπεποίθηση» και διακηρύσσει: «Θέλουμε η Ευρώπη να παραμείνει ευρωπαϊκή» — σύνθημα-σημαία των λευκών χριστιανών εθνικιστών σε όλη την ήπειρο. Ακολουθώντας το παράδειγμά του, το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας έχει προωθήσει απροκάλυπτα λευκο-εθνικιστικά μοτίβα, ενώ εθνικά πάρκα και μουσεία έχουν «καθαρίσει» τις εκθέσεις τους από αναφορές στη δουλεία.
Όχλοι και μπράβοι του δρόμου
Η χρήση πολιτοφυλακών και όχλων για παρενόχληση, ξυλοδαρμούς και εκφοβισμό αντιπάλων είναι κλασική φασιστική τακτική (το σχολικό παράδειγμα είναι το πογκρόμ της Kristallnacht το 1938). Όπως ελάχιστοι χρειάζονται υπενθύμιση, το αντίστοιχο του Trump–MAGA ήταν η βία όχλων και πολιτοφυλακών κατά του Καπιτωλίου στις 6 Ιανουαρίου 2021. Ο Τραμπ προετοίμασε συνειδητά το έδαφος, καλώντας τις πολιτοφυλακές να «κάνουν πίσω και να περιμένουν» τον Σεπτέμβριο του 2020 και αργότερα στέλνοντας σφυρίγματα-κώδικες στους υποστηρικτές του («Να είστε εκεί, θα γίνει χαμός!»). Η απονομή χάριτος σε όλους τους επιτιθέμενους του Καπιτωλίου —πάνω από 1.500, συμπεριλαμβανομένων των πιο βίαιων— απλώς επιβεβαίωσε αυτό που γνωρίζαμε: ότι είχαν την ευλογία του. Αν και μέχρι στιγμής στη δεύτερη θητεία του ο Τραμπ έχει κρίνει επαρκή τη χρήση κρατικής βίας, η βία του δρόμου είναι προφανώς μέρος του ρεπερτορίου του.
Εξιδανίκευση του ηγέτη
Από το 2016, όταν διακήρυξε «μόνο εγώ μπορώ να το διορθώσω» και καυχήθηκε ότι οι υποστηρικτές του θα παρέμεναν πιστοί ακόμη κι αν πυροβολούσε κάποιον στην Πέμπτη Λεωφόρο, ο Τραμπ έχει καλλιεργήσει μια λατρεία προσωπικότητας. Παρότι ορισμένες προσπάθειες αυτομεγέθυνσης μοιάζουν κωμικές (η επιχρύσωση του Οβάλ Γραφείου, η μετονομασία του Kennedy Center, η πρόταση για θριαμβική αψίδα), κατανοεί πλήρως την κεντρικότητα της λατρείας του ηγέτη σε ένα καθεστώς φασιστικού τύπου. Σε πλήρη αντίθεση με την αμερικανική προεδρική παράδοση από την εποχή του Τζορτζ Ουάσινγκτον, δεν προσποιείται ότι υπηρετεί τον λαό ή το Σύνταγμα. Η νοοτροπία του, ο συμβολισμός του και η ρητορική του υπογραμμίζουν το μήνυμα που μετέφερε στους New York Times αυτόν τον μήνα: το ίδιο του το μυαλό και η προσωπική του ηθική είναι τα μόνα όρια της παγκόσμιας ισχύος του. Αυτό είναι Φασισμός 101.
«Εναλλακτικά γεγονότα»
Όπως έχουν τονίσει ο Όργουελ, η Χάνα Άρεντ και σχεδόν κάθε μελετητής του αυταρχισμού, η δημιουργία ενός πεδίου παραμόρφωσης της πραγματικότητας είναι το πρώτο πράγμα που θα επιχειρήσει μια κυβέρνηση φασιστικού τύπου — ώστε να επιβάλει τη δική της διεστραμμένη αφήγηση, να αποπροσανατολίσει τους πολίτες, να αποθαρρύνει τους πολιτικούς αντιπάλους και να δικαιολογήσει κάθε μορφή διαφθοράς και κατάχρησης εξουσίας. Αν και άλλοι πρόεδροι (ακόμη και κάποιοι καλοί) έχουν πει ψέματα, κανείς δεν πλησίασε τη μαζική, ρωσικού τύπου, εκστρατεία παραπληροφόρησης του Τραμπ, όπως αναλύω στο βιβλίο μου The Constitution of Knowledge. Από την αρχή της πρώτης του θητείας, ο Τραμπ έκανε τα «εναλλακτικά γεγονότα» σήμα κατατεθέν της διακυβέρνησής του, εκτοξεύοντας ψέματα, υπερβολές και μισές αλήθειες με ρυθμό περίπου 20 την ημέρα. Όπως ήταν αναμενόμενο, η δεύτερη θητεία του έφερε ακόμη περισσότερα από τα ίδια. Ακολουθώντας το παράδειγμά του, μια MAGA-ποιημένη μεταμοντέρνα δεξιά καταστρέφει με χαρά την αντικειμενικότητα ως «ελιτισμό» και αντιμετωπίζει την αλήθεια ως προσωπείο της εξουσίας.
Η πολιτική ως πόλεμος
Ένα διακριτό γνώρισμα του φασισμού είναι η αντίληψή του για την πολιτική, όπως την αποτύπωσε ο Καρλ Σμιτ, Γερμανός πολιτικός θεωρητικός των αρχών του 20ού αιώνα, του οποίου οι θεωρίες νομιμοποίησαν τον ναζισμό. Ο Σμιτ απέρριπτε τη μαντισονιανή αντίληψη της πολιτικής ως κοινωνικής διαπραγμάτευσης, όπου διαφορετικές παρατάξεις, συμφέροντα και ιδεολογίες καταλήγουν σε συμβιβασμό — τη θεμελιώδη ιδέα του αμερικανικού Συντάγματος. Αντίθετα, έβλεπε την πολιτική ως κατάσταση πολέμου ανάμεσα σε εχθρούς, οι οποίοι ούτε μπορούν να κατανοήσουν ο ένας τον άλλον ούτε παύουν να αισθάνονται υπαρξιακή απειλή — και όπου μόνο ο ένας μπορεί να επικρατήσει. Στόχος της σμιτιανής πολιτικής δεν είναι η συνύπαρξη μέσα στην ίδια χώρα, αλλά η κυριαρχία ή η εξόντωση της άλλης πλευράς. Αυτή η αντίληψη είναι εμφανής στην πολιτική του MAGA από τότε που ο Μάικλ Άντον (σήμερα αξιωματούχος της κυβέρνησης Τραμπ) δημοσίευσε το διαβόητο άρθρο του, υποστηρίζοντας ότι οι εκλογές του 2016 ήταν μια μάχη ζωής ή θανάτου για τη σωτηρία της χώρας από την αριστερά — μια «εκλογή τύπου Πτήση 93»: «ορμάς στο πιλοτήριο ή πεθαίνεις». Στην ομιλία του Στίβεν Μίλερ στο μνημόσυνο του Τσάρλι Κερκ, η αγκαλιά του MAGA με τον σμιτιανό ολοκληρωτισμό έφτασε στο απόγειό της: «Εμείς είμαστε η καταιγίδα. Και οι εχθροί μας δεν μπορούν να κατανοήσουν τη δύναμή μας, την αποφασιστικότητά μας, το σθένος μας, το πάθος μας… Εσείς δεν είστε τίποτα. Είστε η κακία».
Διακυβέρνηση ως επανάσταση
Αν και γεννήθηκε μέσα από την επανάσταση, η αμερικανική φιλελεύθερη παράδοση —ιδίως το συντηρητικό της σκέλος— δίνει αξία στη συνέχεια, τη σταθερότητα και τη σταδιακή αλλαγή, καθοδηγούμενη από τη λογική.
Ο φασισμός, αντίθετα, «δεν είναι αντιδραστικός αλλά επαναστατικός», όπως επέμενε ο Μουσολίνι. Επιδιώκει να ξεριζώσει και να αντικαταστήσει την παλιά τάξη και αγκαλιάζει τη ριζοσπαστική, συναρπαστική δράση, αποκομμένη από τη νηφάλια ορθολογική σκέψη. Το MAGA υιοθετεί το δικό του επαναστατικό ήθος, αυτό που ο Ράσελ Βόουτ, διευθυντής του Γραφείου Προϋπολογισμού και Διαχείρισης και ίσως το πιο ισχυρό πνεύμα της κυβέρνησης, αποκάλεσε «ριζοσπαστικό συνταγματισμό» — ένα δόγμα που θα αποδυνάμωνε πολλούς από τους ελέγχους στην προεδρική εξουσία. Στο πλαίσιο αυτού του οράματος, ο Βόουτ δήλωσε στον Τάκερ Κάρλσον σε συνέντευξη τον Νοέμβριο του 2024: «Ο πρόεδρος πρέπει να κινηθεί εκτελεστικά όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και επιθετικά, με μια ριζοσπαστική συνταγματική οπτική, για να μπορέσει να αποδομήσει αυτή την [ομοσπονδιακή] γραφειοκρατία και τα κέντρα ισχύος της», επειδή «οι γραφειοκρατίες μισούν τον αμερικανικό λαό».
Προέβλεψε μάλιστα ότι «αν έχεις ριζοσπαστικό συνταγματισμό, θα είναι αποσταθεροποιητικό… αλλά και συναρπαστικό». Είπε ότι θα έβαζε τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες «σε τραύμα», μια ιδέα που επανέλαβε ο Κρίστοφερ Ρούφο, αρχιτέκτονας της επίθεσης του Τραμπ στα πανεπιστήμια, περιγράφοντας το σχέδιό του ως «αντεπαναστατικό εγχειρίδιο» για να τεθούν τα πανεπιστήμια σε «υπαρξιακό τρόμο». Καθώς ο Τραμπ έκλεινε μια υπηρεσία επιβαλλόμενη από το Κογκρέσο, μετονόμαζε ένα διεθνές υδάτινο σώμα, συνελάμβανε έναν αρθρογράφο γνώμης, απέλαυνε μετανάστες σε ξένο γκουλάγκ, τρομοκρατούσε αμερικανικές πόλεις, απειλούσε έναν σύμμαχο και πολλά ακόμη, έδειχνε πώς μοιάζει ένα ριζοσπαστικοποιημένο κράτος που εγκαταλείπει τη λογική διαβούλευση και κηρύσσει πόλεμο στον ίδιο του τον εαυτό.
Κάποιος μπορεί να αντιτείνει ότι υπάρχουν στοιχεία του κλασικού ευρωπαϊκού φασισμού που δεν απαντώνται στον τραμπισμό (όπως οι μαζικές συγκεντρώσεις και τα δημόσια τελετουργικά) — ή ότι υπάρχουν πρόσθετα στοιχεία του τραμπισμού που θα έπρεπε να προστεθούν στον κατάλογο (η υπερ-αρρενωπότητα του MAGA, ο μισογυνισμός και η ιδιοποίηση του χριστιανισμού θυμίζουν επίσης φασιστικά πρότυπα). Η σύγκριση των διαφόρων μορφών του φασισμού δεν είναι ακριβής άσκηση. Αν οι ιστορικοί αντιτείνουν ότι ο Τραμπ δεν είναι αντίγραφο του Μουσολίνι, του Χίτλερ ή του Φράνκο, η απάντηση είναι: ναι — και λοιπόν; Ο Τραμπ χτίζει κάτι νέο πάνω σε παλιές αρχές. Μας δείχνει σε πραγματικό χρόνο πώς μοιάζει ο αμερικανικός φασισμός του 21ου αιώνα.
Αν, ωστόσο, ο Τραμπ είναι φασίστας πρόεδρος, αυτό δεν σημαίνει ότι η Αμερική είναι φασιστική χώρα. Τα δικαστήρια, οι πολιτείες και τα μέσα ενημέρωσης παραμένουν ανεξάρτητα από αυτόν και οι προσπάθειές του να τα εκφοβίσει είναι πιθανό να αποτύχουν. Μπορεί να χάσει τον έλεγχο του Κογκρέσου τον Νοέμβριο. Δεν έχει καταφέρει να διαμορφώσει την κοινή γνώμη, παρά μόνο εναντίον του. Έχει υπερβεί την εντολή των ψηφοφόρων του, ο συνασπισμός του διαλύεται και έχει παραμελήσει τα εργαλεία που επιτρέπουν στους προέδρους να επιφέρουν διαρκείς αλλαγές. Εκείνος και το κόμμα του μπορεί να αψηφούν το Σύνταγμα, αλλά δεν μπορούν να το ξαναγράψουν — ευτυχώς.
Έτσι, οι Ηνωμένες Πολιτείες —κάποτε το κατεξοχήν πρότυπο φιλελεύθερης δημοκρατίας στον κόσμο— είναι σήμερα ένα υβριδικό κράτος που συνδυάζει έναν φασίστα ηγέτη με ένα φιλελεύθερο Σύνταγμα· όμως όχι, δεν έχει υποκύψει στον φασισμό. Και δεν θα υποκύψει.
Σε αυτή την περίπτωση, έχει άραγε νόημα να αποκαλεί κανείς τον Τραμπ φασίστα, ακόμη κι αν αυτό είναι αληθές; Δεν αποξενώνει έτσι τους ψηφοφόρους του; Δεν θα ήταν προτιμότερο απλώς να περιγράφουμε τις πράξεις του χωρίς να του αποδίδουμε έναν τόσο φορτισμένο χαρακτηρισμό;
Μέχρι πρόσφατα, έτσι πίστευα. Πλέον όχι. Οι ομοιότητες είναι πάρα πολλές και υπερβολικά ισχυρές για να αγνοηθούν. Οι Αμερικανοί που στηρίζουν τη φιλελεύθερη δημοκρατία οφείλουν να αναγνωρίσουν τι ακριβώς αντιμετωπίζουν, προκειμένου να μπορέσουν να το διαχειριστούν — και για να αναγνωρίσεις κάτι, πρέπει πρώτα να το ονομάσεις. Ο Τραμπ έχει αποκαλύψει ποιος είναι· και εμείς οφείλουμε να ονομάσουμε αυτό που βλέπουμε.



