13 Φεβρουαρίου 2026
Του Michael B.G. Froman
Ο κ. Froman είναι πρόεδρος του Council on Foreign Relations.
Η 62η Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, γνωστή και ως «Νταβός με όπλα», πραγματοποιείται σε μια κομβική στιγμή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν ποτέ ζητήσει περισσότερα από την Ευρώπη, και η Ευρώπη δεν έχει ποτέ αναμείνει λιγότερα από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η διάσκεψη, που ξεκίνησε την Παρασκευή, αποτελεί σημείο καμπής για τη διατλαντική σχέση. Από τους δύο δρόμους που ανοίγονται μπροστά μας, ο ένας οδηγεί σε μια διαρκή αναπροσαρμογή της συμμαχίας του ΝΑΤΟ, με έναν ισχυρό ευρωπαϊκό πυρήνα, ικανό να υπερασπίζεται τον εαυτό του, διατηρώντας παράλληλα μια υγιή —αν και περιορισμένη— εταιρική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο άλλος οδηγεί σε συνεχιζόμενη διατλαντική εσωστρέφεια και αντιπαράθεση γύρω από τις κοινές αξίες, τα εθνικά συμφέροντα και το τι συνιστά δίκαιη κατανομή ευθυνών από όλες τις πλευρές.
Η δεύτερη αυτή πορεία δεν αποτελεί πλέον απλώς μια ενοχλητική πτυχή μιας κατά τα άλλα υγιούς συμμαχίας. Απειλεί να οδηγήσει σε έναν άτακτο διαχωρισμό μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των βασικών τους συμμάχων, με αρνητικές συνέπειες τόσο για την ευρωπαϊκή όσο και για την αμερικανική ασφάλεια. Είναι προς το συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος ηγείται της αντιπροσωπείας της κυβέρνησης Τραμπ στη διάσκεψη, καθώς και των συνοδευτικών κοινοβουλευτικών αποστολών, να επιτύχει τη μέγιστη δυνατή πρόοδο προς την πρώτη κατεύθυνση. Και ανεξαρτήτως του ύφους που θα επιλέξει ο κ. Ρούμπιο, η Ευρώπη οφείλει να συσπειρωθεί γύρω από ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις.
Η αμερικανική πλευρά δεν έχει καταστήσει το εγχείρημα αυτό ιδιαίτερα εύκολο. Πριν από έναν χρόνο στο Μόναχο, ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς διακήρυξε το τέλος της διατλαντικής σχέσης όπως τη γνωρίζαμε. Η άμεση αφορμή, κατά τον ίδιο, δεν ήταν η Ρωσία, η Κίνα ή κάποιος εξωτερικός παράγοντας, αλλά αυτό που χαρακτήρισε ως «απειλή εκ των έσω: την υποχώρηση της Ευρώπης από ορισμένες από τις θεμελιωδέστερες αξίες της». Σύμφωνα με την οπτική του κ. Βανς, οι ευρωπαίοι σύμμαχοι όχι μόνο είχαν παραμελήσει τις αμυντικές τους δυνατότητες, αλλά είχαν επίσης εγκαταλείψει τις κοινές αξίες που στηρίζουν τη συμμαχία, υιοθετώντας φιλελεύθερες μεταναστευτικές πολιτικές και επιβάλλοντας περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης.
Η ομιλία του ερμηνεύθηκε από πολλούς, και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, ως έμμεση παρέμβαση υπέρ του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), μόλις μία εβδομάδα πριν από τις εθνικές εκλογές.
Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα από τη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ για το 2025, η τοποθέτηση του κ. Βανς δεν ήταν αυθόρμητη, αλλά προανήγγελλε τη μελλοντική αμερικανική πολιτική. Κατά την άποψη της κυβέρνησης, η «πολιτισμική διαγραφή» της Ευρώπης μπορεί να ανακοπεί εν μέρει μέσω της στήριξης «πατριωτικών ευρωπαϊκών κομμάτων».
Η αντιπαράθεση στο Νταβός πριν από λίγες μόλις εβδομάδες επιδείνωσε περαιτέρω το κλίμα, ιδίως μετά τις δηλώσεις του προέδρου Τραμπ ότι η Ευρώπη δεν έχει επιδείξει την απαιτούμενη ευγνωμοσύνη για τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στη διάσωσή της κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ότι έκτοτε έχει επενδύσει ανεπαρκώς στην ίδια της την άμυνα και ότι ενδέχεται στο μέλλον να μην είναι διατεθειμένη να χύσει αίμα για την υπεράσπιση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Έκτοτε οι τόνοι έχουν υποχωρήσει, ωστόσο ο κίνδυνος ρήξης εξακολουθεί να ελλοχεύει. Ο κ. Ρούμπιο δήλωσε πρόσφατα ότι «το ΝΑΤΟ χρειάζεται επίσης να επαναπροσδιοριστεί ως προς τις υποχρεώσεις του». Το ζητούμενο είναι αν θα αξιοποιήσει το βήμα του στο Μόναχο για έναν ακόμη έλεγχο και επίπληξη ή για να σκιαγραφήσει ένα ρεαλιστικό και εφαρμόσιμο όραμα συνέχισης της διατλαντικής συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να συνεχίσουν να συνεργάζονται με το ΝΑΤΟ ακόμη και αν περιορίσουν τη δέσμευσή τους στην παροχή ευρωπαϊκής ασφάλειας. Η Ουάσιγκτον οφείλει να παραμείνει κεντρικός παράγοντας στις κοινές προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου Ρωσίας–Ουκρανίας και τη διασφάλιση του μέλλοντος της Ουκρανίας, ενισχύοντας τα ανατολικά και βόρεια σύνορα της Ευρώπης, καθώς και επεκτείνοντας τις πωλήσεις οπλικών συστημάτων και τις συμπράξεις στον αμυντικό βιομηχανικό τομέα.
Το σημαντικότερο ζήτημα είναι η Ουκρανία. Δεδομένου ότι η διακηρυγμένη επιδίωξη της αμερικανικής κυβέρνησης είναι η μετατόπιση του βάρους της ευρωπαϊκής ασφάλειας προς την ίδια την Ευρώπη, θα ήταν συνετό να διαμορφωθεί μια σαφής και φιλόδοξη θέση για τον ρόλο που θα διαδραματίσει η Ευρώπη στη διατήρηση οποιασδήποτε μελλοντικής ειρήνης.
Η Ευρώπη, από την πλευρά της, καλείται να λάβει δύσκολες αποφάσεις. Η ιδέα μιας ισχυρότερης και βαθύτερα ενοποιημένης Ευρώπης —όπως την έχουν διατυπώσει ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και άλλοι πολιτικοί ηγέτες— παραμένει, επί του παρόντος, περισσότερο θεωρητική παρά ουσιαστική, παρεμποδιζόμενη από τη γραφειοκρατική αδράνεια της Ένωσης. Οι πρώην πρωθυπουργοί της Ιταλίας Μάριο Ντράγκι και Ενρίκο Λέττα, μεταξύ άλλων, έχουν ήδη χαράξει τους βασικούς στόχους: μια ενιαία κεφαλαιαγορά, ένα πανευρωπαϊκό οικοσύστημα καινοτομίας, μια αμυντική βιομηχανική βάση που υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα και μια διακυβέρνηση προσανατολισμένη περισσότερο στην παραγωγικότητα και τις επενδύσεις παρά στη διαδικαστική προσήλωση και την υπερρύθμιση. Υπάρχει δυναμική πίσω από αυτό το όραμα.
Ωστόσο, η λεγόμενη «στρατηγική αυτονομία» προϋποθέτει πολιτικούς συμβιβασμούς —όπως αμυντική κινητοποίηση, αυξημένες δημοσιονομικές δαπάνες, περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας και άνισα οφέλη— οι οποίοι εξακολουθούν να ανακόπτονται από τα στενά εθνικά συμφέροντα πολλών κρατών-μελών.
Η αξιέπαινη δέσμευση των συμμάχων του ΝΑΤΟ να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες δεν αρκεί. Οι ευρωπαϊκές χώρες οφείλουν να εγκαταλείψουν την τάση στήριξης αποσπασματικών, αμιγώς εθνικών προγραμμάτων άμυνας και να προσανατολιστούν σε μια κλιμακούμενη, ενιαία ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανική βάση. Παράλληλα, πρέπει να επενδύσουν περισσότερο στη στελέχωση και εκπαίδευση των ενόπλων δυνάμεων, και όχι μόνο στην προμήθεια οπλικών συστημάτων. Όλα αυτά απαιτούν δύσκολες πολιτικές αποφάσεις, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη στερείται ισχυρής και αποφασιστικής πολιτικής ηγεσίας.
Η επιτυχία θα δημιουργούσε και τις δικές της προκλήσεις, με κυριότερη μια ήπειρο που θα εξοπλίζεται ταχύτατα. Οι αμυντικές δαπάνες της Γερμανίας για το 2025 ήδη υπερβαίνουν εκείνες κάθε άλλης ευρωπαϊκής χώρας και είναι οι τέταρτες υψηλότερες παγκοσμίως. Η Βρετανία, η Γαλλία και άλλες χώρες θα χρειαστεί να προσαρμοστούν σε μια Ευρώπη που θα ορίζεται από μια ισχυρή γερμανική στρατιωτική παρουσία — εξέλιξη που δύσκολα θα μπορούσαν να είχαν προβλέψει οι ιδρυτές της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου.
Η οικοδόμηση ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και μιας νέας, βιώσιμης σχέσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες απαιτεί πολύ περισσότερα από τρεις ημέρες διαβουλεύσεων στο Hotel Bayerischer Hof του Μονάχου. Το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα θα ήταν περισσότερες ρητορικές τοποθετήσεις χωρίς απτή πρόοδο. Διαφορετικά, μια διάσκεψη που ιδρύθηκε το 1963 για τον συντονισμό της συμμαχικής ανάσχεσης της Σοβιετικής Ένωσης κινδυνεύει σήμερα να μετατραπεί από φόρουμ ενίσχυσης της κοινής ασφάλειας σε χώρο διαδικασιών διατλαντικού «διαζυγίου».
Ο Michael B.G. Froman, πρόεδρος του Council on Foreign Relations, διετέλεσε στην κυβέρνηση Ομπάμα εκπρόσωπος Εμπορίου των ΗΠΑ και αναπληρωτής σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας για διεθνείς οικονομικές υποθέσεις.


