H ΜΠΛΑΝΣ ΝΤΥΜΠΟΥΑ ΣΤΗ ΣΑΛΟΝΙΚΗ

ΑΡΙΑΔΝΗ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ

Ο μύθος λέει ότι τη μπαγλάρωσαν κάτι λευκοί νοσοκόμοι, μόλις είχε πατήσει τα σαράντα εννέα. Ανακρίβειες. Κυκλοφορεί ελεύθερη εξήντα χρόνια αργότερα με ευδιάκριτα τα σημάδια οστεοαρθρίτιδας, κύφωσης, πρεσβυωπίας τρεισήμισυ μονάδων, ήπιας απώλειας ακοής και ενυδατικής κρέμας των 16 ευρώ από το φαρμακείο.

Φοράει διαμαντένια σκουλαρίκια από την παλιά καλή εποχή, παπούτσια με έξοχο βελουδένιο τακούνι, ρούχα ραμμένα από τη Σόνια Ρυκιέλ αυτοπροσώπως και στηρίζεται πολύ διακριτικά σε μαύρο λεπτό μπαστούνι λάκκα με ασημένια λαβή σε σχήμα περισπωμένης (έχει σημασία, γιατί το ημικυκλικό θυμίζει γκλίτσα και δεν θά’θελε…). Περπατάει και ψάχνει το νέο πρόσωπο που θα τη συγκινήσει για να του δώσει την ευκαιρία να τη γοητεύσει. Περπατάει αργά με χάρη, ανεμίζει τα ακροδάχτυλα, σιάζει μια μπούκλα, κλείνει αργά τα βλέφαρα με νόημα και τα ξανανοίγει για να αναμετρήσει το αποτέλεσμα, το impact, που λένε τα αποξενωμένα τρισανήψια της. Μιλάει ελάχιστα και μόνο στους παλιούς πωλητές παλιών γνωστών καταστημάτων.

Δεν ρωτάει ποτέ που είναι η τάδε ή ο τάδε που την εξυπηρετούν συνήθως γιατί έχει βαρεθεί να ακούει ότι βγήκαν στη σύνταξη ή έχουν αποδημήσει για εκεί που η ίδια έχει στυλώσει τα πόδια και δεν πρόκειται ποτέ να ζυγώσει (οικειοθελώς, γιατί υπάρχουν πολλοί επαγγελματίες που ειδικεύονται στο να υποβοηθούν τους πεισματάρηδες). Φοράει μαύρα, εκρού και λιλά, λευκά πουκάμισα χασεδένια άψογα, μπέρτες, εσάρπες, μποά και πασμίν. Σφραγίζει την εμφάνιση με λεπτεπίλεπτο καπελάκι και την υπογράφει με κόκκινο κραγιόν γκερλαίν (υπήρχε κι όταν ήτανε παιδούλα). Στο Παρίσι πήγαινε ενελλιπώς από το 1918. Σταμάτησε, όταν διαπίστωσε ότι παντού γύρω της κυκλοφορούσαν υπέρβαροι Αμερικανοί που έτρωγαν πράγματα στο χέρι. Και Αφρικανοί (δεν τους έλεγε έτσι, αλλά δεν έχει σημασία). Όταν ήθελε να πει γι’ αυτούς κάτι θετικό έλεγε «μάθατε τόσο γρήγορα τα γαλλικά! Μπράβο, μπράβο!». Στη Θεσσαλονίκη ησύχασε από την ταραχή του κόσμου. Δεν βλέπει ό,τι δεν θέλει να δει, δεν ακούει παρά μόνο ό,τι γνωρίζει ήδη και δεν θέτει κανένα βασικό ερώτημα. Δεν την ενδιαφέρει που πάμε, ούτε πού πάει η ίδια. Οσμίζεται, εισπνέει βαθιά, αλέθει το χώρο και πατάει στη γη ακλόνητα τα αναιμικά ποδάρια. Που το βρήκε η γόησσα αυτό το νεύρο; Τώρα τελευταία μετράει. Μετράει μαντήλες που την προσπερνούν. Μετράει πολυμελείς οικογένειες που μιλούν έντονα σε άγνωστες γλώσσες. Μπουλούκια νεαρών με σπίθα στο βλέμμα. Σκέφτεται μέσα της να τους πει “τι γρήγορα που μάθατε τα ελληνικά”, αλλά ελληνικά δεν μιλάει κανείς. Θέλει επίσης να ρωτήσει “εσείς, από πού ήρθατε;” Αλλά είναι πολλοί, περπατούνε με αέρα, παίζουν δυο τρία κινητά στα δάχτυλα, σμπρώχνουν και δεν λέν “με συγχωρείτε”. Και κείνες οι μαντίλες, μαντίλες πολλές, μαντίλες που της κάθονται στο λαιμό. Σκέφτεται πώς γίναμε Παρίσι, αλλά δεν έχει πια πού να αποσυρθεί. Ελπίζει πάντα στην καλοσύνη άγνωστων πωλητριών. “Εσείς δεν θέλετε να μάθετε ελληνικά;” Δεν απαντούν οι νιόφερτοι, δεν τους νοιάζει. “Θα έπρεπε, ξέρετε, όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες ελάτρευαν την Ελλάδα”.

 

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
48,400ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα