Του George Friedman – 28 Απριλίου 2025
Οι πόλεμοι – τους οποίους ορίζω ευρέως ως συγκρούσεις στρατιωτικής φύσης που στηρίζονται εν μέρει από την αποφασιστικότητα των στρατιωτών και εν μέρει από την ικανότητα ενός έθνους να στηρίξει την προσπάθεια οικονομικά – τελειώνουν με έναν από τρεις τρόπους: νίκη, συμβιβασμό ή αμοιβαία εξάντληση.
Στον πόλεμο της Ουκρανίας, η στρατιωτική πραγματικότητα είναι πως ούτε ο εισβολέας, η Ρωσία, ούτε ο αμυνόμενος, η Ουκρανία, έχουν πετύχει τους δηλωμένους στόχους τους. Ο στόχος της Ρωσίας ήταν να κατακτήσει την Ουκρανία. Το γεγονός ότι κατάφερε μόνο να ελέγξει ένα μικρό τμήμα της ανατολικής χώρας οδήγησε σε παράλογους ισχυρισμούς ότι «αυτό ήθελε εξαρχής». Αν αυτό ήταν αληθές, η Ρωσία θα μπορούσε (και πιθανότατα θα το είχε κάνει) να ανακηρύξει νίκη μετά από έναν χρόνο μαχών και να τερματίσει τον πόλεμο. Η αλήθεια, φυσικά, είναι ότι προσπάθησε και απέτυχε να καταλάβει ολόκληρη τη χώρα.
Ο στόχος της Ουκρανίας είναι να διατηρήσει όλη την επικράτειά της. Το πρόβλημα είναι ότι ο ουκρανικός στρατός δεν είναι αρκετά ισχυρός ώστε να εκδιώξει τους Ρώσους. Αυτό συνεπάγεται σιωπηρά ότι και οι ευρωπαϊκές χώρες που στηρίζουν την Ουκρανία, είτε δεν έχουν τη δύναμη είτε δεν έχουν τη βούληση να εκδιώξουν τη Ρωσία.
Γιατί η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία έχει σημασία, αλλά είναι και ανούσιο πια. Η Μόσχα είχε ως προτεραιότητα να δημιουργήσει ένα buffer zone ανάμεσα στα ρωσικά σύνορα και τα ανατολικά σύνορα του ΝΑΤΟ στην Πολωνία. Από μία άποψη, αυτή η κίνηση προήλθε από έναν παραλογισμό, καθώς η ικανότητα ή η επιθυμία του ΝΑΤΟ να εισβάλει στη Ρωσία ήταν ανύπαρκτες. Όμως οι δυνατότητες και οι προθέσεις αλλάζουν, και τα κράτη οφείλουν να λειτουργούν με βάση το χειρότερο σενάριο. Η Ρωσία πίστεψε ότι μπορούσε εύκολα να κερδίσει ένα στρατηγικό πλεονέκτημα μέσω της Ουκρανίας. Μια άλλη, πιο ρεαλιστική πιθανότητα, είναι ότι επιδίωκε να αποκαταστήσει τα σύνορα της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, με την εισβολή στην Ουκρανία ως πρώτο βήμα. Απέτυχε, άρα όλα τα υπόλοιπα δεν έχουν πλέον σημασία.
Καμία από τις δύο πλευρές δεν είναι πρόθυμη να συνεχίσει τον πόλεμο, αλλά ούτε και να παραδοθεί. Ο συμβιβασμός είναι έτσι η μόνη πιθανή κατάληξη. Ο συμβιβασμός είναι εξίσου ταπεινωτικός τόσο για εκείνους που ξεκίνησαν τον πόλεμο όσο και για εκείνους που τον αντιστάθηκαν. Είναι και δύσκολος. Σε κάθε διαπραγμάτευση – είτε πρόκειται για πόλεμο είτε για επιχειρήσεις – καμία πλευρά δεν παραδέχεται ότι χρειάζεται μια συμφωνία ή ότι δεν μπορεί να αποχωρήσει από το τραπέζι. Όμως είναι ζωτικής σημασίας να αγνοούμε τα λόγια και να εστιάζουμε στην πραγματικότητα: η Ρωσία απέτυχε να καταλάβει την Ουκρανία, και η Ουκρανία έχασε μέρος της επικράτειάς της. Καμία πλευρά δεν μπορεί να φύγει από το τραπέζι – τουλάχιστον όχι αν είναι λογική. Η λογική, σε αυτή την περίπτωση, σημαίνει αναγνώριση της πραγματικότητας, ειδικά όσον αφορά την αντοχή του λαού και του στρατού στον πόλεμο. Η Ρωσία είναι δύσκολο να διαβαστεί, αλλά είναι απίθανο ο στρατός και ο λαός της – και οι δύο είναι σημαντικοί για τον πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν – να επιθυμούν άλλα τρία χρόνια αιματοχυσίας. Και η Ουκρανία, προφανώς, έχει ανάλογες ανησυχίες.
Υπάρχει και μια άλλη διάσταση: το γεγονός ότι και άλλες χώρες έχουν συμφέροντα στην έκβαση του πολέμου. Η Ρωσία έχει λίγους συμμάχους. Η Ουκρανία έχει πολλούς – αλλά κανένας δεν ήθελε ποτέ να στείλει πραγματικούς στρατιώτες στο πεδίο. Το πρόβλημα με τους συμμάχους είναι ότι έχουν συμφέροντα στον πόλεμο χωρίς να πληρώνουν το τίμημα της ύψιστης θυσίας. Η Ευρώπη δηλώνει ότι φοβάται ένα μέλλον όπου μια εχθρική Ρωσία βρίσκεται στα σύνορά της, αλλά όχι τόσο ώστε να χτίσει μια αξιόπιστη αμυντική δύναμη ή να καλλιεργήσει την πολεμική της αποφασιστικότητα. Και παρότι η επίδοση της Ρωσίας στην Ουκρανία αποδεικνύει ότι δεν είναι μια τρομακτική στρατιωτική δύναμη, η πραγματικότητα είναι ότι είναι σχεδόν άχρηστο για την Ουκρανία να έχει συμμάχους που θέλουν τη ρωσική αποχώρηση χωρίς να κάνουν τίποτε ουσιαστικό προς αυτή την κατεύθυνση.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, άλλοτε ο βασικός προμηθευτής αμυντικών όπλων της Ουκρανίας, πλέον θεωρούν ότι δεν έχει νόημα να ενισχύσουν άλλο το ουκρανικό μέτωπο. Αυτό σημαίνει ότι μόνο οι Ευρωπαίοι επιθυμούν να καθορίσουν όρους που η Ρωσία δεν πρόκειται να αποδεχθεί. Η Ρωσία ξεκίνησε την κατοχή της Κριμαίας το 2014. Οι στρατηγικοί λόγοι της κατοχής εξακολουθούν να ισχύουν. Η Μόσχα δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την Κριμαία, και η Ευρώπη δεν πρόκειται να πάει σε πόλεμο με τη Ρωσία για αυτήν. Αυτό έχει σημασία, γιατί η Μόσχα, ως μέρος των διαπραγματεύσεων ειρήνης, απαιτεί από την Ουκρανία να αναγνωρίσει την προσάρτηση της χερσονήσου – δηλαδή να γίνει η de facto κατάσταση και de jure. Πιθανότατα, αυτό θα παραμείνει σημείο έντασης στις συνομιλίες.
Ο πόλεμος δεν έχει επισήμως τελειώσει, γιατί οι μάχες συνεχίζονται. Όμως, εκτός αν ο ρωσικός στρατός μεταμορφωθεί ξαφνικά σε αποτελεσματική δύναμη ή αν οι ΗΠΑ και η Ευρώπη στείλουν μαζικές δυνάμεις για να εκδιώξουν τη Ρωσία, τα σύνορα στον χάρτη είναι λίγο-πολύ παγιωμένα. Τα νέα σύνορα είναι πλέον μια πραγματικότητα. Και όλοι πρέπει να αποδεχτούν αυτές τις πραγματικότητες, αν θέλουν να πετύχουν οι ειρηνευτικές συνομιλίες. Υπάρχουν και άλλες απαιτήσεις που μπορεί να διατυπώσουν οι Ευρωπαίοι, τις οποίες η Ρωσία δεν θα αποδεχθεί – κάτι που τους κάνει πιο «έντιμους» από τους Αμερικανούς, οι οποίοι απλώς θέλουν τον τερματισμό του πολέμου για να συνεχίσουν τις επιχειρήσεις με μια αποδυναμωμένη Ρωσία – αλλά και άλλα ζητήματα που είναι διαπραγματεύσιμα. Μερικά από αυτά, όπως το μέγεθος του ουκρανικού στρατού, μπορούν και πιθανότατα θα αγνοηθούν.
Υπάρχει μία τελευταία παράμετρος. Η Ρωσία είναι πυρηνική δύναμη, και κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, Ρωσία και ΗΠΑ έκαναν τα πάντα για να αποφύγουν να απειλήσουν η μία την άλλη με έναν αδιανόητο κίνδυνο. Αναμετρήθηκαν στον λεγόμενο «Τρίτο Κόσμο», αλλά εκτός από την κρίση των πυραύλων στην Κούβα, δεν απείλησαν ποτέ ευθέως η μία την άλλη από φόβο για απελπισμένη πυρηνική απάντηση. Η ανατολική Ουκρανία και η Κριμαία απλώς δεν αξίζουν να φτάσει κανείς στο χείλος της καταστροφής – όπως λέγαμε στον Ψυχρό Πόλεμο.
Τη δεκαετία του 1970, οι ΗΠΑ διαπραγματεύονταν ατελείωτα με το Βόρειο Βιετνάμ για έναν πόλεμο που ήξεραν καιρό ότι δεν μπορούσαν να κερδίσουν. Πιστεύω ότι οι ΗΠΑ έμαθαν από αυτό: η διπλωματική υπερηφάνεια δεν αξίζει το τίμημα της ανθρώπινης ζωής. Η Ρωσία δεν μπορεί να καταλάβει την Ουκρανία, η Ουκρανία δεν μπορεί να διώξει τη Ρωσία, και οι διαπραγματεύσεις πρέπει να το παραδεχτούν αυτό. Ο Πούτιν θα δηλώνει ότι δεν χρειάζεται ειρήνη, και η Ευρώπη θα εξοργίζεται που οι ΗΠΑ παραδέχονται το «απαράδεκτο» – ότι ο πόλεμος τελείωσε. Όλα αυτά, όμως, είναι σκηνικό. Όσοι απαιτούν συνέχιση του πολέμου έως ότου ικανοποιηθούν οι όροι τους, μπλοφάρουν με χαρτιά καμένα. Ο πόλεμος έχει τελειώσει – εκτός από το σκοτωμό.
*Τζορτζ Φρίντμαν
https://geopoliticalfutures.com/author/gfriedman/
Ο Τζορτζ Φρίντμαν είναι διεθνώς αναγνωρισμένος γεωπολιτικός αναλυτής και στρατηγικός αναλυτής διεθνών υποθέσεων και ιδρυτής και πρόεδρος του Geopolitical Futures.


