Η νομική βάση της απόφασης
Η απόφαση της Επιτροπής ανοίγει εκ νέου τη συζήτηση για τα όρια των αρμοδιοτήτων και τον ρόλο του Κοινοβουλίου
Η ενεργοποίηση της προσωρινής εφαρμογής κατέστη δυνατή μετά την ολοκλήρωση των εσωτερικών διαδικασιών επικύρωσης από ορισμένες χώρες της Mercosur, όπως η Αργεντινή και η Ουρουγουάη. Τυπικά, για να τεθεί μια τέτοια συμφωνία πλήρως σε ισχύ απαιτείται η συναίνεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των κρατών-μελών, έπειτα από νομικό έλεγχο και πολιτική διαδικασία κύρωσης. Ωστόσο, το άρθρο 218 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ προβλέπει ρητά τη δυνατότητα προσωρινής εφαρμογής διεθνών συμφωνιών πριν από την ολοκλήρωση της πλήρους κύρωσης, εφόσον το αποφασίσει το Συμβούλιο. Σε αυτό το νομικό πλαίσιο στηρίχθηκε η Επιτροπή.
Οι αιτιάσεις της Επιτροπής
Η Πρόεδρος της Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, χαρακτήρισε τη συμφωνία «μία από τις σημαντικότερες εμπορικές συμφωνίες του πρώτου μισού του αιώνα», υπογραμμίζοντας ότι ενισχύει τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης και μειώνει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό εμπορικών εταίρων σε ένα ολοένα πιο ανταγωνιστικό και ασταθές διεθνές περιβάλλον. Κατά την Επιτροπή, η συμφωνία προσφέρει στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις πρόσβαση σε μια μεγάλη και αναπτυσσόμενη λατινοαμερικανική αγορά, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα και τις εξαγωγικές δυνατότητες της ΕΕ. Παράλληλα, η Κομισιόν υποστηρίζει ότι η προσωρινή εφαρμογή είναι νομικά επιτρεπτή και δεν αναιρεί τη συνέχιση της κανονικής διαδικασίας έγκρισης. Διαμηνύει δε ότι θα συνεργαστεί με όλα τα θεσμικά όργανα ώστε να ολοκληρωθεί ο προβλεπόμενος έλεγχος, επιμένοντας όμως στην ανάγκη άμεσης προώθησης των οικονομικών και γεωστρατηγικών συμφερόντων της Ένωσης.
Η αντίδραση της Γαλλίας και των αγροτικών φορέων
Η πιο έντονη αντίδραση προήλθε από τη Γαλλία και τον Πρόεδρό της, Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος χαρακτήρισε την απόφαση «δυσάρεστη έκπληξη» και έκανε λόγο για ασέβεια προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο Μακρόν τόνισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση φέρει «μεγάλη ευθύνη» απέναντι στους Ευρωπαίους αγρότες και πολίτες, υποστηρίζοντας ότι οι ανησυχίες για τον αγροτικό τομέα — ιδίως σε σχέση με τον ανταγωνισμό από φθηνότερα γεωργικά προϊόντα της Νότιας Αμερικής — δεν ελήφθησαν επαρκώς υπόψη.
Η γαλλική κυβέρνηση είχε εδώ και καιρό ηγηθεί της αντίθεσης στη συμφωνία, ενώ η απόφαση της Επιτροπής συνοδεύτηκε από κινητοποιήσεις αγροτών σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, με διαδηλώσεις και συμβολικές δράσεις που κατήγγειλαν τις πιθανές επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή γεωργία και τα πρότυπα παραγωγής.
Η στάση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε ήδη εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις. Στις 21 Ιανουαρίου 2026 υιοθέτησε, με οριακή πλειοψηφία (334 υπέρ, 324 κατά, 11 αποχές), ψήφισμα για την παραπομπή της συμφωνίας στο Δικαστήριο της ΕΕ, ζητώντας έλεγχο της συμβατότητάς της με τις Συνθήκες. Η πρωτοβουλία αυτή υποστηρίχθηκε κυρίως από την πολιτική ομάδα The Left, τους Πράσινους και μέρος της Renew Europe, με επίκεντρο ανησυχίες για το περιβάλλον, τα κοινωνικά πρότυπα και την ασφάλεια τροφίμων.
Η κίνηση της Επιτροπής να ενεργοποιήσει την προσωρινή εφαρμογή ενώ εκκρεμεί η δικαστική κρίση ερμηνεύεται από πολλούς ευρωβουλευτές ως υπονόμευση της θεσμικής ισορροπίας και περιορισμός του ρόλου του Κοινοβουλίου ως συννομοθέτη.
Νομιμότητα ή θεσμική ένταση;
Σε αυστηρά νομικό επίπεδο, η διαδικασία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αυτομάτως παράνομη. Το άρθρο 218 ΣΛΕΕ επιτρέπει την προσωρινή εφαρμογή διεθνών συμφωνιών, ιδίως σε τομείς που εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΕ, όπως η κοινή εμπορική πολιτική. Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει αν η συγκεκριμένη συμφωνία περιλαμβάνει πτυχές μικτής αρμοδιότητας ή αν η πρόωρη εφαρμογή της παραβιάζει την αρχή της θεσμικής ισορροπίας. Εάν το Δικαστήριο της ΕΕ κρίνει ότι υπήρξε υπέρβαση αρμοδιοτήτων ή υποβάθμιση του ρόλου του Κοινοβουλίου, τότε η διαδικασία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί παράτυπη. Μέχρι να υπάρξει τέτοια απόφαση, όμως, η πρωτοβουλία της Επιτροπής κινείται σε ένα πεδίο τυπικής νομιμότητας αλλά έντονης πολιτικής και θεσμικής αμφισβήτησης.
Σε κάθε περίπτωση η απόφαση για την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur φέρνει για άλλη μιαφορά στην επιφάνηα τις εντάσεις που υφέρπουν στο εσωτερικό της Ένωσης, με πιο πρόσφατη αυτή της σύγκρουσης μεταξύ ταχείας εκτελεστικής δράσης σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον και της ανάγκης διασφάλισης πλήρους δημοκρατικής νομιμοποίησης μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ανεξάρτητα από την τελική νομική κρίση, η απόφαση αυτή θέτει στο επίκεντρο το ζήτημα της θεσμικής λειτουργίας και του τρόπου με τον οποίο η ΕΕ αντιλαμβάνεται τον δημοκρατικό της ρόλο σε κρίσιμες στρατηγικές επιλογές.


