1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Πώς κρίνετε σήμερα τη δίκη και την εκτέλεση των Έξι;

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

 , 

Η απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 1922 του Εκτάκτου Στρατοδικείου αποτελεί σημείο τριβής και έντονων συζητήσεων εδώ και έναν αιώνα. Αποδόθηκε δικαιοσύνη; Ηταν ένοχοι εσχάτης προδοσίας;

Οι οκτώ που παραπέμφθηκαν σε δίκη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας ήταν ο Δημήτριος Γούναρης, πρωθυπουργός από τον Μάρτιο του 1921 έως τον Απρίλιο του 1922, ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, υπουργός Οικονομικών από τον Ιανουάριο του 1921 και πρωθυπουργός από τις 9 Μαΐου έως τα τέλη Αυγούστου 1922, ο υπουργός Εσωτερικών Νικόλαος Στράτος, ο υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Μπαλτατζής, ο υπουργός Στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης, ο Γεώργιος Χατζανέστης, διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας από τον Μάιο του 1922, και οι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί Μιχαήλ Γούδας και Ξενοφών Στρατηγός. Η δίκη ξεκίνησε στις 31 Οκτωβρίου 1922 και ολοκληρώθηκε σε 16 ημέρες. Με συνοπτικές διαδικασίες οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι και οι έξι από αυτούς καταδικάστηκαν σε θάνατο. Χαρακτηριστικό της σπουδής με την οποία ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες είναι το γεγονός ότι η ανακοίνωση της ετυμηγορίας στους καταδικασθέντες και η εκτέλεση της ποινής έγιναν με διαφορά λίγων ωρών. Το πρωινό της 15ης Νοεμβρίου 1922 ακούστηκαν στο Γουδί 36 πυροβολισμοί και έπεσαν νεκροί οι Γούναρης, Χατζανέστης, Πρωτοπαπαδάκης, Στράτος, Θεοτόκης και Μπαλτατζής. Το 2010 έγινε η επανάληψη της δίκης από τον Αρειο Πάγο και το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο αθώωσε τους καταδικασθέντες μετά θάνατον.

Η Δίκη των Εξι αποτελεί σημείο τριβής και έντονων συζητήσεων εδώ και έναν αιώνα. Ακόμη και όσοι υποστηρίζουν ότι δεν αποδόθηκε δικαιοσύνη στο Εκτακτο Στρατοδικείο του ’22, εκτιμούν ότι η εκτέλεση των έξι ίσως απέτρεψε άλλες εκρήξεις βίας και έκτροπα που ενδεχομένως να είχαν μαζικό χαρακτήρα. Ορισμένοι εντοπίζουν προσωπικές διαφορές μεταξύ κατηγόρων και κατηγορουμένων, ενώ άλλοι αναγνωρίζουν τις ευθύνες των καταδικασθέντων στην αποτυχημένη διαχείριση της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Σήμερα, 100 χρόνια μετά τα γεγονότα, θέτουμε σε τέσσερις ιστορικούς ένα από τα πλέον φορτισμένα ερωτήματα της Καταστροφής. Αποδόθηκε δικαιοσύνη στη Δίκη των Εξι; Ηταν ένοχοι εσχάτης προδοσίας; Τι προκάλεσε ο θάνατός τους; Απαντούν οι Γιώργος Μαυρογορδάτος, Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Θανάσης Διαμαντόπουλος και Βλάσσης Αγτζίδης.

Ιστορική δικαιοσύνη ή δικαστικός κανιβαλισμός;

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Πώς κρίνετε σήμερα τη δίκη και την εκτέλεση των Έξι;-1

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν πως το 1919 ο Ελευθέριος Βενιζέλος –ταυτίζοντας τον Λόιντ Τζορτζ με τη Μεγάλη Βρετανία, υποτιμώντας τις επιφυλάξεις των άλλων νικητριών δυνάμεων του «Μεγάλου Πολέμου» καθώς και τις διαιρέσεις και τα αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ τους, αλλά και τη ρευστότητα των καταστάσεων– επιχείρησε ένα τυχοδιωκτικό, ενδεχομένως μάλιστα εξαρχής αδιέξοδο εγχείρημα. (Αλλωστε ο Ιωάννης Μεταξάς–-αλλού λιγότερο διορατικός, είναι αλήθεια– είχε αναδείξει από πολύ νωρίς τα δυσμενή γεωπολιτικά και δημογραφικά δεδομένα για τη στρατιωτική μας παρέμβαση σε μια περιοχή χωρίς εδαφική συνέχεια με τον κύριο κορμό της χώρας, πολλώ δε μάλλον που στην ενδοχώρα της το «απόλεμο», όπως το προσδιόριζε, ελληνικό στοιχείο δεν ήταν πλειοψηφικό.)

Ακόμη όμως και αν, με «αναδρομική σοφία», καταλογίσουμε στον μεγάλο Κρητικό «άφρονα μαξιμαλισμό», αυτό δεν αίρει τις ευθύνες των αντιπάλων του: Υπηρέτησαν, «πληθωρικά» μάλιστα, την ίδια πολιτική –στην οποία είναι αμφίβολο αν πίστευαν– σε δυσμενέστερο διεθνοπολιτικό περιβάλλον και με μεγαλύτερη εθελοτύφλωση μπροστά στις εξελίξεις. Ασφαλώς και υπήρξαν περιδεείς μπροστά στο πολιτικό κόστος, φοβούμενοι εκτός από την κρίση της κοινωνίας και τη σύγκριση της Ιστορίας: μήπως αποδειχθούν ήσσονες και όχι κρείσσονες του προκατόχου τους. Δεν αναιρούν, δε, τις πολιτικές ευθύνες τους ούτε τα ισχυρά ελαφρυντικά που θα μπορούσαν να επικαλεσθούν: τόσο κάποιες δηλώσεις, μετά τον Νοέμβριο του 1920, του Βρετανού πρωθυπουργού όσο και τη στάση πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων της δικής μας χώρας. (Π.χ., όταν το 1921 συζητείτο στην ελληνική Βουλή συμβιβαστική διαμεσολάβηση των συμμάχων, ο αρχιστράτηγος Παπούλας –που μετέπειτα υπήρξε μάρτυρας κατηγορίας στη Δίκη των Εξι– τηλεγραφούσε πως η στρατιά δεν θα δεχόταν να εγκαταλείψει ούτε σπιθαμή μικρασιατικού εδάφους… Παράλληλα, ενώ ο αυτοεξόριστος Βενιζέλος, προσγειωμένος πλέον, παρότρυνε σε μετριοπάθεια και διαλλακτικότητα, αναδεικνύοντας τη μεταβολή των διεθνοπολιτικών δεδομένων, στην Ελλάδα η κοινοβουλευτική ομάδα των Φιλελευθέρων συνέπλεε στην αδιαλλαξία: Χαρακτήριζε και αυτή, από κοινού με την αντιβενιζελική κυβέρνηση, τη Συνθήκη των Σεβρών ως «ελάχιστον των εθνικών δικαίων», κάτι που έκανε τότε την «Καθημερινή» του Βλάχου να αντιδιαστέλλει την «εθνική υπευθυνότητα» του Δαγκλή προς την «ηττοπάθειαν» του «ενδοτικού» Βενιζέλου.)

Οποιες όμως και αν υπήρξαν οι πολιτικές ευθύνες των καταδικασθέντων, η –κακώς επονομασθείσα– Δίκη των Εξι αναμφίβολα συνιστούσε πολιτικό διωγμό αντιπάλων. Ακόμη χειρότερα, είχε στοιχεία δικαστικού κανιβαλισμού.

Τίποτε πράγματι, καμία διπλωματική αφέλεια και καμία πολιτική αμέλεια, δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την –ενιαία– κατηγορία κατά των κυβερνητών της περιόδου, καθώς και κατά του τελευταίου αρχιστρατήγου, πως «εκουσίως και εκ προθέσεως υποστήριξαν την εισβολήν εις την επικράτειαν του Βασιλείου του τουρκικού εθνικιστικού στρατού». Τίποτε, πλην ίσως του γεγονότος ότι από το 1915 η χώρα είχε συνηθίσει να ζει με δύο «ξενοκίνητες προδοτικές» παρατάξεις, ιδιότητα που αποκτούσε και νομική/ποινική απαξία για την εκάστοτε ευρισκόμενη στην αντιπολίτευση…

Πώς, όμως, τεκμηριώνεται η άποψη περί «δικαστικού κανιβαλισμού»;

Πρώτον, στρατιωτικοί της «Επανάστασης» του 1922, οι οποίοι ήθελαν να πολιτευθούν –αφού τότε επετράπη σε εν ενεργεία ενστόλους να εκλέγονται βουλευτές– επιδίωκαν να ικανοποιήσουν τους πρόσφυγες με τη σκληρότερη τιμωρία των υπαιτίων της συμφοράς. Γι’ αυτό και ασκούνταν παρασκηνιακές πιέσεις προς τους στρατοδίκες.

Δεύτερον, υπήρχαν και προσωπικά προηγούμενα: Βασικός συντάκτης του κατηγορητηρίου –με την παρασκηνιακή βοήθεια του Γεωργίου Παπανδρέου– ήταν ο στρατηγός Πάγκαλος, του οποίου ο Χατζανέστης είχε δύο φορές το 1912 επιδιώξει την παραπομπή σε στρατοδικείο, τη δεύτερη –για μαζικές εκτελέσεις αιχμαλώτων– ως «εγκληματία πολέμου». Επιπροσθέτως ο πρόεδρος του στρατοδικείου Οθωναίος μισούσε βαθιά τους υποδίκους –υπάρχουν συγκλονιστικά ιδιόχειρα σημειώματά του, γραμμένα δεκαετίες αργότερα–, ενώ επίσης και ο κύριος μάρτυρας κατηγορίας Παπούλας είχε προσωπικά κατά του Γούναρη: είχε ενημερωθεί από τον Βίκτωρα Δούσμανη για τους ακραία απαξιωτικούς προς το πρόσωπό τους χαρακτηρισμούς του Πατρινού πολιτικού.

Οσον αφορά, τρίτον, τις συνθήκες διεξαγωγής της δίκης… Ο Οθωναίος τρομοκρατούσε μάρτυρες… Οι κατηγορούμενοι ενίοτε αποβάλλονταν της αίθουσας «δι’ ασέβειαν προς το δικαστήριο»… Επίσης, δε, στερήθηκαν του δικαιώματος να χρησιμοποιήσουν προς υπεράσπισή τους διπλωματικά έγγραφα «ίνα μη έλθουν εις δημοσιότητα απόρρητα του κράτους». Ενώ νόμω βάσιμες δικονομικές ενστάσεις τους απορρίπτονταν, διότι «δεν υπηρετούσαν την ουσιαστική δικαιοσύνη».

Το πλέον κραυγαλέο, όμως, υπήρξε άλλο: Το βασικότερο σημείο του κατηγορητηρίου ήταν –όχι πως προκηρύχθηκε δημοψήφισμα για επάνοδο του Κωνσταντίνου, κάτι που αξίωνε όλος ο αντιβενιζελικός κόσμος της εποχής, αλλά– ότι δεν ανέστειλαν τη διεξαγωγή του σχετικού δημοψηφίσματος της 22ας Νοεμβρίου 1920. Ως όφειλαν να κάνουν, κατά το κατηγορητήριο, αφού την προπαραμονή της διεξαγωγής του οι νικήτριες του πολέμου Δυνάμεις επέδωσαν νότα, διά των πρέσβεών τους, προς την κυβέρνηση Ράλλη, ενημερώνοντάς τη πως θα θεωρούσαν την επαναφορά στον θρόνο του γερμανόφιλου μονάρχη ως εχθρική πράξη, που θα τις έστρεφε εναντίον της Ελλάδας. Ωστόσο, οι επτά από τους οκτώ καταδικασθέντες (στην κακώς ονομαζόμενη Δίκη των Εξι) δεν ήταν υπουργοί της κυβέρνησης που αποφάσισε να αγνοήσει την προειδοποίηση… Αλλά ο συνταγματάρχης Καλογεράς, της υπό τον Πάγκαλο τριμελούς ανακριτικής επιτροπής που συνέταξε το κατηγορητήριο, υποστήριξε τη θεωρία περί αναδρομικής ευθύνης –για τη μη αναβολή του δημοψηφίσματος– όσων έγιναν μεταγενέστερα υπουργοί…

Καταλήγοντας: Αν ζητούμενο σήμερα είναι ο αναστοχασμός επί όσων τότε συνέβησαν, ας εστιάσουμε μόνο σε ένα: Οι περισσότερες επαναναφλέξεις του Εθνικού Διχασμού στον Μεσοπόλεμο, καθώς και οι εκτελέσεις αντεκδίκησης του 1935, είχαν σχέση με τη Δίκη των Εξι.

* Ο καθηγητής Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι συγγραφέας τού άρτι κυκλοφορήσαντος από τις εκδόσεις Πατάκη έργου «Ο Εθνικός Διχασμός και η κορύφωσή του. Η Δίκη των “Εξι”: Εξιλασμός ή δικαστικός φόνος;».

Μακροπρόθεσμα, πληρώσαμε ακριβά την απόφαση

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Πώς κρίνετε σήμερα τη δίκη και την εκτέλεση των Έξι;-2

Tο ζήτημα της δίκης και εκτέλεσης των Εξι δεν είναι τόσο απλό όσο εμφανίζεται. Από στενά νομικής σκοπιάς, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επρόκειτο για παρωδία δίκης, τόσο δικονομικά όσο και ουσιαστικά. Το «έκτακτο επαναστατικό στρατοδικείο» δεν ήταν βέβαια κανονικό δικαστήριο. Επιπλέον, το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας μόνο «εκ προθέσεως» μπορεί να διαπραχθεί. Αλλά πρόθεση των κατηγορουμένων ούτε αποδείχθηκε ούτε μπορούσε ποτέ να αποδειχθεί.

Αν η δίκη και οι εκτελέσεις ήσαν αναγκαίες ως κάθαρση μιας μοναδικής εθνικής τραγωδίας, οι οργανωτές τους όφειλαν ίσως να είναι ειλικρινέστεροι και ωμότεροι. Στην ουσία, οι κατηγορούμενοι ήσαν υπόλογοι για ανεπανόρθωτη βλάβη ή «προδοσία» των εθνικών συμφερόντων όχι «εκ προθέσεως», αλλά από βαρύτατη και ασυγχώρητη («ασύγγνωστη») αμέλεια και ανευθυνότητα. Ηταν λοιπόν προτιμότερο να διατυπωθεί ανάλογα το κατηγορητήριο.

Μπορεί όμως να γίνει λόγος και για «ενδεχόμενο δόλο», δηλαδή για αποδοχή ενός ενδεχόμενου και προβλεπόμενου αποτελέσματος, σε τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις: του Δημητρίου Γούναρη, του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη και του Νικολάου Θεοτόκη. Προτίμησαν την πορεία προς την Καταστροφή από οποιαδήποτε άλλη επιλογή που θα είχε θέσει σε κίνδυνο το αντιβενιζελικό καθεστώς, οδηγώντας ίσως σε επάνοδο του Βενιζέλου. Η πιο καταδικαστική σχετική μαρτυρία προέρχεται από τον Ιωάννη Μεταξά, όταν, τον Μάρτιο του 1921, αυτοί οι τρεις τον είχαν αναγκάσει να αναφωνήσει αγανακτισμένος: «Πρέπει να υπάγη ο τόπος μας εις τον διάβολον, διά να μη έλθη ο Βενιζέλος;»

Υπάρχει εξάλλου μια αδιόρατη ειρωνεία. Από τους Εξι, τουλάχιστον ο Γούναρης και ο Θεοτόκης είχαν αναμφίβολα διαπράξει το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας το 1916-17, επιδιώκοντας τότε πολεμική σύμπραξη με τους Γερμανούς και με τους Βουλγάρους ακόμη και μετά την κατάληψη από αυτούς της Ανατολικής Μακεδονίας, που οι Βούλγαροι θεωρούσαν οριστική προσάρτηση. Εκείνη η πραγματική προδοσία έμεινε τελικά ατιμώρητη. Τη γνώριζαν όμως οι στρατοδίκες και την επικαλέστηκαν οι κατήγοροι το 1922, μολονότι το κατηγορητήριο είχε ως αφετηρία την 1η Νοεμβρίου 1920. Γνώριζαν επίσης ότι είχαν επανέλθει στο στράτευμα και υπηρετούσαν στη Μικρά Ασία δύο κωνσταντινικοί αξιωματικοί που είχαν αυτομολήσει στους Βουλγάρους το 1917-18.

Χάρη στη δίκη και στην εκτέλεση των Εξι, οι Ελληνες στρατιωτικοί ως σύνολο κατάφεραν να αποτινάξουν ουσιαστικά την ευθύνη της συντριπτικής ήττας και να την επιρρίψουν αποκλειστικά σε πολιτικούς. Το ίδιο είχαν κάνει νωρίτερα οι Γερμανοί συνάδελφοί τους για τη δική τους ήττα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. (Ο τελευταίος αρχιστράτηγος Γεώργιος Χατζανέστης δεν ήταν αντιπροσωπευτικός του Σώματος των αξιωματικών και προσφερόταν ως εξιλαστήριο θύμα χωρίς να θίγεται το γόητρο του στρατού ως θεσμού.) Η συγκάλυψη των καθαρά στρατιωτικών ευθυνών παραμένει μέχρι σήμερα η κρυμμένη αλλά και απεχθέστερη όψη του ζητήματος.

Ως πράξεις σκοπιμότητας, η δίκη και οι εκτελέσεις ασφαλώς πέτυχαν βραχυπρόθεσμα ωφέλιμο και άμεσο αποτέλεσμα. Συντάραξαν τους πάντες σε τέτοιο βαθμό ώστε εκτόνωσαν μονομιάς την αναταραχή στον λαό και προπαντός στον στρατό, αποτρέποντας χειρότερα γεγονότα και επιτρέποντας την άμεση ανασυγκρότηση αξιόμαχης στρατιάς στον Εβρο, μετά την αναγκαστική εκκένωση της Ανατολικής Θράκης. Μπορεί λοιπόν να υποστηριχθεί ότι η δίκη και οι εκτελέσεις υπήρξαν εκείνη τη στιγμή αναγκαίες. Αυτή ήταν άλλωστε και η σταθερή μεταγενέστερη θέση των βενιζελικών και του ίδιου του Βενιζέλου.

Αντιθέτως, για τους αντιβενιζελικούς η εκτέλεση των Εξι παρέμεινε εσαεί «τερατώδες έγκλημα», που καθόρισε τη στάση τους απέναντι σε εκείνους που θεωρούσαν άμεσα υπευθύνους. Επιλεκτικά όμως. Δηλαδή και φαρισαϊκά. Στοχοποιήθηκε ο Νικόλαος Πλαστήρας, αλλά όχι ο Θεόδωρος Πάγκαλος, που ήταν πολύ περισσότερο υπεύθυνος. Αρκετοί αντιβενιζελικοί φάνηκαν μάλιστα πρόθυμοι να συνεργαστούν μαζί του, τρία μόλις χρόνια μετά την εκτέλεση των Εξι.

Αν η διεξαγωγή και η έκβαση της δίκης μπορούν να αποδοθούν σε έναν άνθρωπο, αυτός δεν ήταν ούτε ο Πλαστήρας ούτε ο Βενιζέλος, αλλά ο Πάγκαλος. Αυτός πρώτα εκβίασε την άμεση διεξαγωγή της δίκης κινητοποιώντας αξιωματικούς που απειλούσαν να εισβάλουν στις φυλακές και να προχωρήσουν σε αθρόες εκτελέσεις χωρίς δίκη. Υστερα κατάφερε να ελέγξει ο ίδιος τόσο το αντικείμενό της, ως πρόεδρος της ανακριτικής επιτροπής που συνέταξε το κατηγορητήριο, όσο και την έκβασή της, ως νέος υπουργός Στρατιωτικών την ώρα της ετυμηγορίας και των εκτελέσεων.

Στον Πάγκαλο πιθανότατα οφείλεται και η μη εμφάνιση του προστατευομένου του, συνταγματάρχη Πτολεμαίου Σαρηγιάννη, που είχε παραμείνει υπαρχηγός του επιτελείου της Στρατιάς Μικράς Ασίας μετά τις εκλογές του 1920. Μάταια ζητήθηκε από την υπεράσπιση να καταθέσει ως μάρτυρας. Ετσι, δεν αποκαλύφθηκε ότι αυτός ήταν που παρέσυρε επανειλημμένως τον Γούναρη και τους άλλους πολιτικούς με τις εντελώς ανεδαφικές εκτιμήσεις και προβλέψεις του.

Οπως και στη Γερμανία, η απαλλαγή των στρατιωτικών και η ενοχοποίηση των πολιτικών για την ήττα υπονόμευσε καίρια τη δημοκρατία. Επιπλέον, η εκτέλεση των Εξι συνέβαλε καθοριστικά στην παράταση του Εθνικού Διχασμού ως εμφυλίου πολέμου. Και από τις δύο αυτές απόψεις, είχε μακροπρόθεσμα εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις, ανεξάρτητα από το όποιο ωφέλιμο άμεσο αποτέλεσμα.

* Ο κ. Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος είναι τ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Οθωναίος τρομοκρατούσε μάρτυρες. Οι κατηγορούμενοι στερήθηκαν του δικαιώματος να χρησιμοποιήσουν προς υπεράσπισή τους διπλωματικά έγγραφα «ίνα μη έλθουν εις δημοσιότητα απόρρητα του κράτους».

Η ώρα μιας θεσμικής και πολιτικής καταστροφής

Στην ανθρώπινη ιστορία υπάρχουν κάποιες ώρες στις οποίες σημειώνεται μια έξαφνη και δραματική στροφή είτε προς καλή είτε προς κακή κατεύθυνση. Δεν είναι σύνηθες φαινόμενο. Είναι επίσης, κατά κανόνα, αποτέλεσμα των επιλογών των πολιτικών δρώντων. Μια τέτοια περίπτωση είναι η Δίκη των Εξι, η οποία εκπροσωπεί μια βίαιη στροφή της ελληνικής θεσμικής πραγματικότητας και της πολιτικής κουλτούρας προς το χειρότερο – μια πραγματική θεσμική και πολιτική καταστροφή.

Η κατηγορία της εθνικής προδοσίας σπανίως εκτοξευόταν στην Ελλάδα έως το 1915. Με την έναρξη του Εθνικού Διχασμού, όμως, χρησιμοποιήθηκε ασύστολα και από τις δύο παρατάξεις. Και επειδή ακριβώς αποδείχθηκε πολιτικά επικερδής, δημιουργήθηκε στο πολιτικό σύστημα του Διχασμού η ροπή προς την επανάληψη τέτοιων τακτικών. Το αποτέλεσμα ήταν ο εθισμός σε τούτο και η επιβάρυνση της πολιτικής ζωής του έθνους για πολλές δεκαετίες έκτοτε, ίσως και έως πολύ πρόσφατα.

Στην περίπτωση της Δίκης των Εξι, πάντως, το πράγμα δεν έμεινε καν στη διατύπωση της (πολιτικής) κατηγορίας περί προδοσίας. Μετά την ήττα, επιβλήθηκε, μέσω του κινήματος Πλαστήρα – Γονατά, η πρώτη στρατιωτική δικτατορία της ελληνικής ιστορίας (που αυτοαποκαλείτο «Επανάστασις»): προγενέστερα στρατιωτικά κινήματα (π.χ. 1843, 1862, 1909) δεν είχαν καταλήξει σε στρατιωτική διακυβέρνηση. Μετά την επικράτηση του κινήματος, ηγετικά μέλη των αντιβενιζελικών κυβερνήσεων και ο ηττηθείς στρατιωτικός διοικητής συνελήφθηκαν και δικάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες από Εκτακτο Στρατοδικείο, με πολιτικούς και προσωπικούς αντιπάλους των κατηγορουμένων στη θέση των ανακριτών ή δικαστών. Επρόκειτο για παρωδία δίκης, που οδήγησε στη δικαστική δολοφονία του συνόλου της ηγεσίας της αντίπαλης πολιτικής παράταξης.

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Πώς κρίνετε σήμερα τη δίκη και την εκτέλεση των Έξι;-3

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να τονιστεί ότι η καταδίκη ήταν άδικη. Τα δικαιώματα των κατηγορουμένων δεν έγιναν σεβαστά. Επιπλέον, το αδίκημα της εσχάτης προδοσίας είναι έγκλημα δόλου. Απαιτείται δηλαδή ο κατηγορούμενος να έχει σχεδιάσει και επιδιώξει το αποτέλεσμα, στην περίπτωσή μας την ήττα και έξωση του ελληνικού στρατού/κράτους από την επίδικη περιοχή, καθώς και την εκδίωξη/εξόντωση των ελληνικών πληθυσμών. Είναι φανερό ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν επιδιώξει κάτι τέτοιο: είχαν χάσει έναν πόλεμο, αλλά η ήττα στον πόλεμο δεν συνιστά εσχάτη προδοσία. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι είχαν χάσει τον πόλεμο από δικά τους λάθη, αλλά το λάθος δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της εσχάτης προδοσίας. Πρέπει να έχει επιδιωχθεί να επέλθει το αποτέλεσμα, και πρέπει να αποδειχθεί ότι έχει επιδιωχθεί· κάτι που ασφαλώς δεν αποδείχθηκε στη διαδικασία.

Το αποτέλεσμα της καταδίκης και της εκτέλεσης ήταν μια τρομακτική κατάπτωση της πολιτικής κουλτούρας της χώρας. Η μνήμη των εκτελεσμένων του ’22 καλλιεργήθηκε συστηματικά από τους αντιβενιζελικούς και αποσάθρωσε τη νομιμοποίηση του πολιτεύματος της Αβασίλευτης που ανακηρύχθηκε το 1924. Η μνήμη των εκτελέσεων και ο φόβος μιας επανάληψής τους έκαναν ακόμη πιο ακραίες τις αντιδράσεις των αντιβενιζελικών στα βενιζελογενή ή βενιζελικά κινήματα του 1933 και 1935, προκαλούσαν δηλαδή την ένταση του Διχασμού. Τα έκτακτα στρατοδικεία μετά το 1922 μεσουράνησαν στην ιστορία της χώρας. Ετσι, το 1935, μετά το αποτυχημένο βενιζελικό κίνημα, από ανάλογα Σώματα καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν τρεις αντιβενιζελικοί, από τους οποίους δύο ήταν υπέργηροι στρατιωτικοί οι οποίοι δεν είχαν αναμειχθεί στο κίνημα, αλλά είχαν καταθέσει ως μάρτυρες κατηγορίας στη Δίκη των Εξι· τραγική περίπτωση πολιτικής και προσωπικής εκδίκησης, αυτή τη φορά από την άλλη πλευρά. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1940, κατά τον Εμφύλιο, συγκροτήθηκαν 25 έκτακτα στρατοδικεία για να δικάσουν τους κατηγορουμένους ως κομμουνιστές.

Μόνον μετά τη Μεταπολίτευση, το 1974-75, κατάφερε η χώρα να απεμπλακεί από αυτή τη θανατερή πολιτική κουλτούρα, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και οι συνεργάτες του φρόντισαν ώστε οι χουντικοί να μη δικαστούν από έκτακτα στρατοδικεία αλλά από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δηλαδή από δικαστές που απολάμβαναν όλες τις εγγυήσεις για την αμερόληπτη κρίση τους, και με πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Τότε μόνον, πενήντα και πλέον χρόνια μετά, καταφέραμε να εξορκίσουμε αυτή την κατάρα που ξεκίνησε το 1922.

Είναι κατανοητό πως μπορεί να εγερθεί ένα επιχείρημα που θα υποστήριζε ότι η δίκη και εκτέλεση των Εξι έγινε και με σκοπό να εκτονώσει τη λαϊκή οργή μετά την Καταστροφή. Το τραύμα ήταν τόσο μεγάλο, θα έλεγε αυτή η άποψη, ώστε χρειαζόταν αίμα για να απαλυνθεί ο πόνος. Ο γράφων, μέλος μιας κοινωνίας του ανεπτυγμένου κόσμου, δεν επιθυμεί να τοποθετηθεί έναντι αυτού του επιχειρήματος. Θα υποστηρίξει όμως ότι, ακόμη και εάν η τότε κυβέρνηση είχε άνομα και χωρίς δίκη –με άλλα λόγια, αυθαίρετα και εγκληματικά– επιλέξει να εκτελέσει τους Εξι χωρίς προσχήματα, ως πράξη εκδίκησης, τούτο θα είχε επιβαρύνει την πολιτική ζωή του έθνους λιγότερο από αυτό που έγινε με τη δίκη τους. Και τούτο επειδή η δίκη και εκτέλεση των Εξι επέφεραν την τρομακτική, μακροπρόθεσμη απαξίωση των θεσμών του κράτους, χαρακτηριστικό του Εθνικού Διχασμού που με τη δίκη αυτή διαιωνιζόταν, και μαζί διαιωνιζόταν και η πολιτική κουλτούρα του.

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, γενικός γραμματέας του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία.

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Πώς κρίνετε σήμερα τη δίκη και την εκτέλεση των Έξι;-4
Ο πρόεδρος του Στρατοδικείου Αλέξανδρος Οθωναίος. Σκίτσο του Περικλή Βυζάντιου (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).
1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Πώς κρίνετε σήμερα τη δίκη και την εκτέλεση των Έξι;-5
Ο Γεώργιος Χατζανέστης, διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας από τον Μάιο του 1922. Σκίτσο του Περικλή Βυζάντιου (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα).

Μικρασιατική Καταστροφή. Υπάρχουν υπεύθυνοι;

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Πώς κρίνετε σήμερα τη δίκη και την εκτέλεση των Έξι;-6

«Kάθε τραγωδία είναι μείξη σφαλμάτων και ατυχημάτων… Ουδέποτε το φαινόμενο αυτό απεικονίστηκε εναργέστερα απ’ ό,τι στην ιστορία της ελληνικής αποτυχίας στον πόλεμο». – Λόιντ Τζορτζ

Ετσι περιέγραψε ο Βρετανός πρωθυπουργός τη Μικρασιατική Τραγωδία. Δηλαδή την αιματηρή και αμετάκλητη κατάληξη της προσπάθειας του ελληνισμού αφενός να συμμετάσχει στις ευρωπαϊκές διεργασίες αναβαθμίζοντας τη χώρα και αφετέρου να διεκδικήσει τη μερίδα που του αναλογούσε μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από τα εδάφη της ηττημένης προνεωτερικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που αποχωρούσε πλέον οριστικά από την Ιστορία. Να σημειωθεί ότι στις παραμονές του πολέμου (1914) το ποσοστό των Ελλήνων στην περιοχή όπου ιδρύθηκε αργότερα το τουρκικό κράτος κυμαινόταν μεταξύ του 13% και του 20% του συνολικού οθωμανικού πληθυσμού.

Με τη Συνθήκη των Σεβρών (Αύγουστος 1920) η Ελλάδα κατάφερε να διεκδικήσει μόλις το 6% του παλιού κοινού οθωμανικού εδάφους, ενώ περιοχές με σημαντικό ελληνικό πληθυσμό, όπως ο Πόντος, έμειναν εκτός των ρυθμίσεων.

Η έστω και την τελευταία στιγμή (1917) συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων με την ανατροπή της φιλογερμανικής πολιτικής και την έξωση από τη χώρα των φιλογερμανικών κέντρων, επέτρεψε τη συμμετοχή στις μεταπολεμικές διαδικασίες. Ετσι κερδήθηκε η Θράκη (Δυτική και Ανατολική) και υπό όρους η περιοχή της Σμύρνης. Αλλά, παρά την τεράστια διπλωματική επιτυχία της Ελλάδας, δυόμισι μήνες μετά οι ψηφοφόροι θα ξαναδώσουν την εξουσία στους παλιούς μοναρχικούς, οι οποίοι καθ’ όλη την προεκλογική περίοδο πορεύτηκαν με μια αντιπολεμική άτυπη συμμαχία με το νεαρό ΣΕΚΕ-ΚΚΕ που μόλις είχε ενταχθεί στην Κομιντέρν και υλοποιούσε τις επιταγές της.

Η επιστροφή των παλιών φιλογερμανών στην εξουσία θα έχει δραματικές επιπτώσεις στο μικρασιατικό εγχείρημα. Κατ’ αρχάς θα επιλέξουν συνειδητά να διαρρήξουν τις σχέσεις με τους συμμάχους, παραγνωρίζοντας τις δύο αυστηρές διακοινώσεις τους για τη μη επιστροφή του Κωνσταντίνου στον θρόνο, ενώ ήδη είχαν αποκαθηλωθεί οι ηττημένοι παλιοί του αυτοκρατορικοί σύμμαχοι, ο γυναικαδελφός του Γουλιέλμος Β΄ στη Γερμανία και ο Κάρολος Α΄ στην Αυστροουγγαρία. Οι τρεις συμμαχικές, έως εκείνη τη στιγμή, χώρες (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία) δήλωναν ξεκάθαρα ότι σε περίπτωση επαναφοράς στον θρόνο του Κωνσταντίνου, τον οποίο θεωρούσαν εχθρό και υπονομευτή της συμμαχικής προσπάθειας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, «…οι τρεις Κυβερνήσεις δηλούσιν ότι επιφυλάσσουσιν εαυταίς πλήρη ελευθερία δράσεως προς διακανονισμόν της καταστάσεως ταύτης».

Παρ’ όλα αυτά, η φιλομοναρχική κυβέρνηση οργάνωσε τη θριαμβευτική επάνοδο του Κωνσταντίνου αναθέτοντάς του την αρχηγία του στρατού. Παράλληλα τοποθέτησε επικεφαλής του στρατεύματος απειροπόλεμα και άχρηστα στελέχη, απομακρύνοντας ικανούς και εμπειροπόλεμους αξιωματικούς. 500 έμπειροι αξιωματικοί απομακρύνθηκαν ως βενιζελικοί ή υποχρεώθηκαν λόγω κλίματος να αποχωρήσουν μόνοι τους. Επανήλθαν από την αποστρατεία 1.500 φιλομοναρχικοί, ενώ στη θέση του ικανού Λεωνίδα Παρασκευόπουλου θα αναλάβει ο ανακληθείς από την αποστρατεία Αναστάσιος Παπούλας και την άνοιξη του 1922 ο μειωμένων ψυχικά ικανοτήτων Χατζανέστης.

Ετσι, εν πλήρει συνειδήσει υποβάθμισαν την ελληνική θέση στον μικρασιατικό πόλεμο και μετέτρεψαν μια διασυμμαχική επιχείρηση σε καθαρό ελληνοτουρκικό πόλεμο με αντίπαλο τους εθνικιστές του Μουσταφά Κεμάλ. Παράλληλα, αμέλησαν παντελώς μετά τις πρώτες ήττες του καλοκαιριού του 1921 να οχυρώσουν την περιοχή της Σμύρνης, μετατρέποντάς τη σε απόρθητο φρούριο κατά τον τύπο της οχύρωσης της Αγκυρας από τον Μουσταφά Κεμάλ.

Εξέθεσαν σε θανάσιμο κίνδυνο τους εναπομείναντες Ελληνες του Πόντου, όταν δημοσίως και προσχηματικά δήλωσαν στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου, τον Μάρτιο του 1921, ότι θα οργάνωναν στρατιωτική επέμβαση εκεί, χωρίς να έχουν την παραμικρή τέτοια πρόθεση. Kατάφεραν έτσι να προκαλέσουν τη δεύτερη φάση της Γενοκτονίας του ποντιακού ελληνισμού, εφόσον ο Μουσταφά Κεμάλ με βίαιο τρόπο εκτόπισε τον ελληνικό πληθυσμό από τον Πόντο προς τα βάθη της Ανατολίας. Επίσης, δεν έλαβαν κανένα μέτρο για την προστασία του άμαχου πληθυσμού της Ιωνίας, ενώ ήταν γνωστό ότι σε περίπτωση αποχώρησης του ελληνικού στρατού θα εσφαγιάζετο από τους κεμαλιστές. Αντιθέτως, μετά την κατάρρευση του μετώπου και πέντε ημέρες πριν εισβάλει ο κεμαλικός στρατός στη Σμύρνη, αποστέλλεται η τελευταία εντολή της μοναρχικής κυβέρνησης με την υπογραφή του πρωθυπουργού Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη: «Εγκρίνετε εμποδισθώσι αναχωρίσωσι Ελληνες Μικρασιάται δι’ Ελλάδα, ακόμα και όταν είναι εύποροι δυνάμενοι αναχωρήσωσι με συνήθη ταχυδρομικά ατμόπλοια». Ως αποτέλεσμα αυτής της αδιαφορίας για τη μοίρα του μικρασιατικού ελληνισμού συνελήφθησαν 150.000 άμαχοι από τα κεμαλικά στρατεύματα, εκ των οποίων μόνο 15.000 άτομα επέζησαν και έφθασαν στην Ελλάδα μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης.

Θα μπορούσαν αυτές οι πράξεις –ανεξάρτητα από την προβληματική στρατιωτική συμπεριφορά– να χαρακτηριστούν ως πράξεις «εθνικής προδοσίας»; Νομίζω ότι η απάντηση είναι αυτονόητη! Οσο και αν οι πολιτικοί και φυσικοί απόγονοι της τότε υπεύθυνης για τα δεινά ηγεσίας επιχείρησαν να την «αθωώσουν» μέσα από παράδοξες και προσβλητικές για την ιστορία του Αρείου Πάγου διαδικασίες.

* Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας του ΑΠΘ, συγγραφέας.

photo: Στιγμιότυπο από τη Δίκη των Εξι. Ορθιος δεξιά καθώς ομιλεί, ο πρώην πρωθυπουργός Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης Φωτ. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

https://www.kathimerini.gr/society/562006213/1922-ta-anapantita-erotimata-tis-katastrofis-pos-krinete-simera-ti-diki-kai-tin-ektelesi-ton-exi/

spot_img

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Επί τη ευκαιρία, να σημειώσουμε ότι η “Καθημερινή” παρουσιάζει συχνα αφιερώματα για τα μικρασιατικά, με αφορμή την εφετινή επέτειο, ενώ έχει ανατυπώσει και ιστορικά φύλλα της περιόδου εκείνης.

    Η σειρά “Τα αναπάντητα ερωτήματα της κατατροφής” είναι ευρύτερη από το ανωτέρο κείμενο και περιλαμβάνει προσεγγίσεις ειδικών σε καίρια ζητήματα της μικρασιατικής μας περιπέτειας (7 έως τώρα). Τα παραθέτω με χρονολογική σειρά δημοσιεύσεως.

    1) 13/03/2022: Θα μπορούσε το 1919 η ελληνική κυβέρνηση να διεκδικήσει αντί της Σμύρνης την Κωνσταντινούπολη;
    https://www.kathimerini.gr/investigations/561759073/tha-mporoyse-to-1919-i-elliniki-kyvernisi-na-diekdikisei-anti-tis-smyrnis-tin-konstantinoypoli/

    2) 06/04/2022: Άλλαξαν την πορεία και την κατάληξη της εκστρατείας οι εκλογές του 1920;
    https://www.kathimerini.gr/world/561790588/1922-ta-anapantita-erotimata-tis-katastrofis-allaxan-tin-poreia-kai-tin-katalixitis-ekstrateias-oi-ekloges-toy-1920/

    3) 27/04/2022: Ήταν λάθος η ελληνική προέλαση προς την Άγκυρα;
    https://www.kathimerini.gr/society/561824560/1922-ta-anapantita-erotimata-tis-katastrofis-itan-lathos-i-elliniki-proelasi-pros-tin-agkyra/

    4) 25/05/2022: Πώς ξεκίνησε η τραγωδία στην προκυμαία της Σμύρνης;
    https://www.kathimerini.gr/society/561871162/1922-ta-anapantita-erotimata-tis-katastrofis-pos-xekinise-i-tragodia-stin-prokymaia-tis-smyrnis/

    5) 25/06/2022: Θα μπορούσε να είχε περιέλθει η Αν. Θράκη στην ελληνική επικράτεια;
    https://www.kathimerini.gr/society/561927058/1922-ta-anapantita-erotimata-tis-katastrofis-tha-mporoyse-na-eiche-perielthei-i-an-thraki-stin-elliniki-epikrateia/

    6) 03/08/2022: Ήταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;
    https://www.kathimerini.gr/society/561980320/1922-ta-anapantita-erotimata-tis-katastrofis-itan-efikti-mia-epicheirisi-toy-ellinikoy-stratoy-ston-ponto/

    7) 25/08/2022: Πώς κρίνετε σήμερα τη δίκη και την εκτέλεση των Έξι;
    https://www.kathimerini.gr/society/562006213/1922-ta-anapantita-erotimata-tis-katastrofis-pos-krinete-simera-ti-diki-kai-tin-ektelesi-ton-exi/

  2. Η Μεγάλη Ιδέα ήταν αποκύημα της φαντασίας του αρχηγού του Γαλλικού Κόμματος και πρώτου κοινοβουλευτικού πρωθυπουργού στην Ελλάδα , Ιωάννη Κωλέττη.
    Η Ιδέα προβλήθηκε από αυτόν για καθαρά δημαγωγικούς λόγους κι όχι επειδή πράγματι πίστεψε σε αυτήν. Σκοπός της ήταν ο πρώην προσωπικός ιατρός του Αλή Πασά , που σύντομα έπιασε τον Μαυροκορδάτο από το χέρι και ποτέ του δεν πολέμησε , αλλά αποδείχθηκε διώκτης του Κολοκοτρώνη, της Μαντούς Μαυρογένους και του Οδυσσέα Ανδρούτσου να βρει το αναγκαίο εκείνο εργαλείο ώστε μέσω αυτής και μπόλικης νοθείας να μπαστακωθει , μετά την δολοφονία του Κυβερνήτη, στις υψηλότερες θέσεις εξουσίας του νεοσύστατου τότε Ελληνικού κράτους, εγκαθιστώντας κατόπιν ένα σύστημα διαφθοράς ,που πρωτουποκλήθηκε στα ξένα συμφέροντα τα οποία ακολούθως φρόντισαν να γεμίσουν τις τσέπες του Κωλέττη με άφθονο χρήμα.
    Πρώτος που έθεσε τα θεμέλια κι έκανε πράξη την έννοια “αυτός πλούτισε από την πολιτική” ήταν ο “κύριος” Κωλέττης κι όλοι οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν.

    Η Μεγάλη Ιδέα ως εργαλείο στα χέρια των πολιτικών επιγόνων Κωλέττη, όπως και ο ετεροκαθορισμος με την συνεχή διαπλοκή των Μεγάλων Δυναμεων στα εσωτερικά ζητήματα της χώρας μας έγινε συστηματική πρακτική έκτοτε για όποιον ορέγονταν να στρογγυλοκαθίσει σε θέσεις εξουσίας.

    Ο καημός του Έλληνα για την απελευθέρωση των αλύτρωτων πατρίδων και την νεκρανάσταση του Βυζαντίου , έγινε παιχνιδάκι στα χέρια των Μεγάλων Δυναμεων και των ντόπιων τοποτηρητών τους που συγκρότησαν τις εκάστοτε εγχώριες πολιτικές ελίτ.

    Έναν αιώνα περίπου αργότερα,ούτε ο Ελευθέριος Βενιζέλος που παρέα με τον φίλο του διεθνή οπλεμπορο Μπραζιλ Ζαχαροφ είχαν πιάσει ασφυκτικό αγκαζε τον Άγγλο Πρωθυπουργό Λόυντ Τζωρτζ , ούτε ο
    Γερμανοτραφής και Γερμανόφιλος τότε Βασιλιάς Κωνσταντίνος είχαν εγκαταλείψει ποτέ το συγκεκριμένο άθλημα, ενόσω έθεταν τις βάσεις αυτού που σήμερα κατονομάζουμε ως Εθνικό Διχασμό.

    Στην Σμύρνη δεν βρεθήκαμε στα 1919 για να εξυπηρετήσουμε την Μεγάλη Ιδέα. Αυτή και πάλι, κατά την άποψη μου, απλώς χρησιμοποιήθηκε ως εύκολη τροφή για τον αφελή λαό μας.
    Ούτε και ποτέ εμείς καταλάβαμε την Σμύρνη.
    Μήτε και εξυπηρετήσαμε την δική μας επεκτατική πολιτική..
    Εισήλθαμε στην Σμύρνη ως εκπρόσωποι των Συμμάχων και με την υποστήριξη των δικών τους στρατών.
    Την δική τους επεκτατική πολιτική εξυπηρετούσαμε…

    Την Αρμοστεία της Σμύρνης-Ιωνίας μόνον αναλάβαμε ως εκπρόσωποι των κατακτητών, με την προσδοκία ότι εφόσον παραμέναμε εκεί για μια πενταετία , ίσως μετά από το πέρας της το Δημοψήφισμα που μας υποσχέθηκαν οι Μεγάλες Δυνάμεις ότι θα διεξαχθεί, να αποφάσιζε πιθανόν την Ένωση της περιοχής και του πληθυσμού της με την Ελλάδα.
    Βέβαια το Ελληνικό στοιχείο αν κι ικανό σε αριθμό, ωστόσο δεν ήταν το πλειοψηφικό ώστε να εξασφαλιζε άνευ άλλου το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Αν το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό, θα τα μαζεύαμε και θα φεύγαμε
    Άλλωστε όπως αποδείχθηκε και στην πράξη τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυναμεων μεταβάλλονται από την μια μέρα στην άλλη κι οι προφάσεις για αυτό δεν λείπουν.

    Επομένως, ούτε και το ίδιο το δημοψήφισμα που μας έταξαν ήταν σίγουρο ότι μετά από μια 5ετια πράγματι θα διενεργούνταν.
    Σε μια 5ετια ποιος ζει, ποιός πεθαίνει…
    (* Ήδη πριν ολοκληρωθεί η 5ετια είχαν πεθάνει πολλοί..)

    Κι αυτά όλα έγιναν σε μια περίεργη στροφή της ιστορίας , όταν οι Αγγλογάλλοι που κατά την διάρκεια του Α’ΠΠ είχαν υποσχεθεί ότι θα παρέδιδαν την Σμύρνη και την πέριξ
    αυτής περιοχή στους Ιταλούς, μετά την λήξη του πολέμου το μετάνιωσαν, αποφασίζοντας ότι ο ιταλικός έλεγχος της δεν τους συμφέρει !
    Είπαν ,’ξειπαν!!

    Έτσι , μέσα σε μια νύχτα , αποφάσισαν να θέσουν ως τοποτηρητή της τον εύπιστο Έλληνα ,με τις “Μεγάλες του Ιδέες” , που από καιρού προσφέρονταν για μαριονέτα, ώστε αυτός βάζοντας τα κορμιά των παιδιών του ως μαξιλάρι να απασχολεί τον Κεμάλ ,τους Τσέτες και τους Νεότουρκους, όσο κυρίως οι Άγγλοι θα προσπαθούσαν να αποσπάσουν τα έως τότε υπό Οθωμανική Κυριαρχία πετρέλαια της Μοσούλης και να τα θέσουν υπό τον απόλυτο έλεγχο τους.

    Τώρα τι θα γινόταν ύστερα από μια 5ετια κι αν ποτέ θα ενσωματώνονταν στην Ελλάδα υπό τύπον ξεροκομματου για τις υπηρεσίες της η περιοχή της Ιωνίας της οποίας οι κοσμοπολίτες -δυτικόστροφης κουλτούρας ελληνικοί -μικρασιατικοί πληθυσμοί αντιμετωπίζονταν από τους Ελλαδίτες ούτως ή άλλως ως εξώλης και προώλης, αυτό αποτελεί ένα εντελώς άλλο κεφάλαιο που δεν προοριζόταν εντελει να το διαπιστώσουμε.
    Ποιος όμως λογικός εμπιστεύεται αυτόν που αθέτησε τον λόγο του μια φορά?

    Πάντως για εμένα ένα είναι σίγουρο δεν βρεθήκαμε στην Σμύρνη γιατί υποκίνησαν τις τότε πολιτικές μας ηγεσίες τα αγνά ένστικτα απελευθέρωσης των αλύτρωτων πατρίδων μας, αλλά για να εξυπηρετήσουμε τα αλλότρια συμφέροντα. Απλώς τα ιδεολογήματα που αναμασιούνταν επί μία εκατονταετία περίπου κι εργαλειοποιουνταν ως τότε συστηματικά, χρησιμοποιήθηκαν για ακόμα μια φορά ώστε να βάλει τα κορμιά των παιδιών του ο κοσμακης μπροστά και να πλουτίζουν τα καιροσκοπικά ξένα συμφέροντα.

    Κι όταν το αντιλήφθηκε εντελει αυτό ο κοσμακης, που από το 1912 πολεμούσαν τα παιδιά του στο μέτωπο , έφυγε σαν το γλωσσάρι της καμπάνας από την μια πλευρά στην άλλη και πήγε και ψήφισε τους γερμανόφιλος φιλοβασιλικούς και τους εξέλεξε γιατί ο υποψήφιος πρωθυπουργός τους Δημήτριος Γούναρης τους , του έταζε και του υπόσχονταν προεκλογικά ότι θα παύσει την εμπλοκή της Ελλάδας
    σε πολέμους και τα παιδιά του θα γυρίσουν από το μέτωπο στο σπίτι.
    Το έπραξε?

    Θα μου πείτε ποιός Έλληνας πολιτικός μέχρι τις μέρες μας υλοποιεί τις προεκλογικές του υποσχέσεις κι οι πολιτικές του κινούνται δεσμευτικκα μέσα στα προεκλογικά όρια που έχει θέσει?
    Μας είπε ποτέ κανείς ότι θα ανοίξει τα σύνορα να μπουκάρουν στα νησιά μας ένα τσούρμο μετανάστες υπερδιπλασιου αριθμου από αυτόν των Ελλήνων και πήγαμε και τον εκλέξαμε ?
    Μας είπε ποτέ κανείς ότι θα χαρίζαμε τον όρο Μακεδονία και πήγαμε και τον εκλέξαμε ?
    Μας είπε ποτέ κανείς ότι το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών της ΔΕΗ θα πουληθεί στους ξένους και πήγαμε και τον εκλέξαμε ?

    Όσο για την αναγκαιότητα της εμπλοκής των μεγάλων δυνάμεων στα εσωτερικά μας και την τυφλή υποταγή του δικού μας εθνικού συμφέροντος με την πλήρη ταύτιση του προς το δικό τους εθνικό συμφέρον, αυτό μοιάζει πια ένα εγγενές χαρακτηριστικό μας από ιδρύσεως του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους !
    Να είναι καλά οι Κωλέττηδες!!!

    Ο Κωλέττης ,σαν άλλη Λερναία Ύδρα άφησε πίσω του πολλά κεφάλια να ξεφυτρώνουν έκτοτε..
    Το κακό είναι ότι δεν βρέθηκε μέχρι σήμερα ένας γενναίος Ηρακλής να τα κόψει..

    Δεν είναι ότι έγιναν- που έγιναν- μια σειρά από τραγικά λάθη από τους τότε βασιλικούς ,που εγκατέλειψαν τα απαραίτητα για την τροφοδοσία του στρατού μικρασιατικά παράλια κι οδήγησαν τον Ελληνικό Στρατό στην αφιλόξενη ενδοχώρα της Ανατολίας,.έξω από την Άγκυρα στο Εσκι Σεχίρ και το Αφιόν Καραχισάρ, οδηγώντας μας στην μικρασιατική τραγωδία…
    Αν το καλοσκεφτείς ήταν άθλος του Ελληνικού Στρατού που έφτασε ως εκεί !!!!
    Η τραγωδία η δική μας είναι άλλη.

    Ποτέ δεν σταθήκαμε αυθυπαρκτοί στα πόδια μας και στις δικές μας δυνάμεις.
    Ποτέ δεν είχαμε αυτοεκτίμηση κι αυτοπεποίθηση.
    Πάντα διακατεχόμαστε απο την πεποίθησή ότι μειονεκτούμε συγκρίνοντας τους εαυτούς μας με τους άλλους.
    Μάθαμε να ακολουθούμε τυφλά τις επιταγές τους.
    Μάθαμε να ψηφίζουμε τους εντολοδόχους τους.
    Και σήμερα να μας πουν ξεκινήστε να πάρετε την Πόλη, γιατί αυτό εξυπηρετεί τα δικά μας συμφέροντα και θα σας στηρίξουμε, τα ίδια πάλι θα κάνουμε! Για να μην πω θα τρέξουμε κιόλας!!!

    Να κινήσουμε από μόνοι μας, αυτόβουλα, δίχως την βοήθεια κανενός, ούτε κατά διάνοια !
    Η τραγωδία μας, λέγεται έλλειψη εθνικής αξιοπρέπειας.
    Ο Έλληνας μπορεί να αποδεικνύεται ήρωας στις μάχες, αλλά δίχως εθνική αξιοπρέπεια που να την υποστηρίζει σταθερά ο κάθε Κωλέττης στην θέση του Κωλέττη, μοιραία σε αδιέξοδα θα βρισκόμαστε..

    Μακάρι να ήτανε ο θάνατος των 6 να μας έλυνε το πρόβλημα.
    Αφού δεν μας το έλυσε, άσκοπος ήτανε για εμένα.

    Υστ: Ο Ιωάννης Πλαστήρας βρέθηκε με μοναδική περιουσία κατά τον χρόνο θανάτου του την σκελέα που φορούσε, ένα κουστούμι και την στρατιωτική του στολή. Τιποτα άλλο!
    Πόσοι εκ των ελίτ αυτής της χώρας βρέθηκαν ή θα βρεθούν κατά τον χρόνο του θανάτου τους με αντίστοιχη περιουσία ?
    Αρκεί η επίκληση ότι η σημερινή περιουσία τους οφείλεται στην κληρονομιά που έλαβαν από τους γονείς τους ?
    Αυτό το τελευταίο το αφήνω στην κρίση του καθενός εκ των απλών, φτωχών, πλην τίμιων Ελλήνων.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,749ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
23,300ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα