10 Δεκεμβρίου 1916: Η Αυτόνομη Αλβανική Δημοκρατία της Κορυτσάς

του Δημητρίου-Μερκουρίου Κόντη* 

Το καλοκαίρι του 1916 οι εξελίξεις στο Βορειοηπειρωτικό ήταν δυσοίωνες για την Ελλάδα. Οι δυνάμεις της Αντάντ θεωρούσαν, μετά την παράδοση του Ρούπελ [οχυρό στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα] στους Βουλγάρους, τον Μάιο του 1916, ότι ο Βασιλιάς Κωσταντίνος είχε έρθει σε μυστική συνεννόηση με τις Κεντρικές Δυνάμεις. Το αποτέλεσμα ήταν να ανακληθεί η εντολή που είχε δοθεί τον Οκτώβριο του 1914 στον Ελευθέριο Βενιζέλο για την κατάληψη της Βορείου Ηπείρου από τον ελληνικό στρατό. Μάλιστα οι Ιταλοί, ο μεγαλύτερος ίσως αντίπαλος του ελληνισμού την δεκαετία 1910-20 σε όλα τα ανοιχτά εθνικά θέματα (Β. Ήπειρος/Μ. Ασία/Δωδεκάνησα), απαίτησαν την άμεση αποστράτευση και αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Β. Ήπειρο.

Για τον Βενιζέλο, η «προδοσία του Ρούπελ» για την οποία θα καταδικαζόντουσαν σε θάνατο ο Ιωάννης Μεταξάς και ο Βίκτωρ Δούσμανης,  διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην απώλεια του ελέγχου της Β. Ηπείρου, καθώς τον Αύγουστο του 1916, οι Ιταλοί εκμεταλλεύτηκαν τον Εθνικό Διχασμό Βενιζέλου-Κωσταντίνου, που εξελισσόταν στην Ελλάδα και κατέλαβαν τις περιοχές της Χιμάρας, του Δέλβινου, του Αργυροκάστρου και της Πρεμετής, απομακρύνοντας τις ελληνικές και στρατιωτικές αρχές, οι οποίες είχαν σχετικές οδηγίες από την κυβέρνηση των Αθηνών να μην προβάλουν καμία αντίσταση. Παράλληλα ο γαλλικός στρατός από τον Ιούνιο του 1916 προχωρούσε στην σταδιακή κατάληψη του καζά της Κορυτσάς για στρατιωτικούς/επιχειρησιακούς λόγους στα πλαίσια του Α’ΠΠ. 

Σύμφωνα με τον Popescu, στις 2 Οκτωβρίου του 1916, ο συνταγματάρχης Ντε Φορτού ανάγκασε το 46ο Σύνταγμα του ελληνικού στρατού να αποχωρήσει από την περιοχή της Κορυτσάς, συλλαμβάνοντας τους βασιλικούς αξιωματικούς. Ο Στρατηγός Μορίς Σαράιγ ενδιαφερόταν όμως για την πόλη της Κορυτσάς, καθώς είχε πληροφορίες ότι άτακτες ομάδες που χρηματοδοτούνταν από τους Αυστριακούς, ετοιμάζονταν να καταλάβουν την πόλη.

Ο Βασίλης Κόντης, βασιζόμενος σε υλικό από το Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών (ΑΥΕ) παρουσιάζει την κατάσταση από την ελληνική σκοπιά: Μετά και την εγκαθίδρυση της προσωρινής κυβέρνησης Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη (Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας) στις 9 Οκτωβρίου του 1916, η μοναδική πόλη της Β. Ηπείρου που παρέμενε υπό ελληνική διοίκηση ήταν αυτή της Κορυτσάς. Στην περιοχή της Κορυτσάς δρούσε η ένοπλη ομάδα του Σαλί Μπούτκα, ο οποίος έχαιρε της υποστήριξης των Αυστριακών. Στις 16 Οκτωβρίου του 1916, ο Σαλί Μπούτκα, με το πρόσχημα ότι οι κάτοικοί της Μοσχόπολης τάχτηκαν υπέρ του κινήματος της Ένωσης με την Ελλάδα, εισήλθε στην πόλη, την οποία λεηλάτησε και έκαψε ολοσχερώς. Μετά την Μοσχόπολη, ο Μπούτκα απειλούσε πως θα έκαιγε και θα λεηλατούσε και την Κορυτσά, αν δεν αποχωρούσε η ελληνική διοίκηση και δεν υψωνόταν η αλβανική σημαία στην πόλη.

Η απειλή του Μπούτκα οδήγησε στις 22 Οκτωβρίου του 1916 σε ραγδαίες εξελίξεις στην πόλη της Κορυτσάς. Μικρός αριθμός στρατιωτών και χωροφυλάκων, με την υποστήριξη και βενιζελικών Κορυτσαίων,  κατάφεραν να αποκτήσουν τον έλεγχο της πόλης. Οι βασιλικές στρατιωτικές δυνάμεις μαζί με τις πολιτικές αρχές αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη, η οποία προσχώρησε στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας. Άμεσα εστάλη ο Περικλής Αργυρόπουλος, πρώην νομάρχης Θεσσαλονίκης, ως εκπρόσωπος της προσωρινής κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, ώστε να επιληφθεί για την διοίκηση αλλά και την στρατιωτική άμυνα της πόλης, που κινδύνευε άμεσα από τους ατάκτους του Σαλί Μπούτκα.

Βασική επιδίωξη του Βενιζέλου ήταν η προστασία του ελληνικού στοιχείου της περιοχής της Κορυτσάς. Ταυτόχρονα όμως ήθελε να αποτρέψει την κατάληψη της πόλης από τους Ιταλούς, οι οποίοι πλησίαζαν από το νότο. Όμως ο στρατηγός Σαράιγ, δεν ήταν διατεθειμένος να επιτρέψει σε στρατιωτικές δυνάμεις της προσωρινής κυβέρνησης Θεσσαλονίκης να αποσυρθούν από το Μακεδονικό Μέτωπο για να εγκατασταθούν στην Κορυτσά. Τελικά, στις 15 Νοεμβρίου του 1916, ο Σαράιγ αποφάσισε να στείλει τον συνταγματάρχη Ανρί Ντεκουάν, ώστε να αναλάβει αυτός την διοίκηση της Κορυτσάς από τον Αργυρόπουλο. Ο Βενιζέλος, μη έχοντας κάποια καλύτερη επιλογή, συναίνεσε στην παράδοση της Κορυτσάς σε γαλλικό έλεγχο.

Σύμφωνα με το βιβλίο με τα απομνημονεύματα του Ντεκουάν, την εποχή εκείνη υπήρχαν δύο ένοπλες ομάδες που δρούσαν στην περιοχή της Κορυτσάς, οι οποίες δυνητικά θα αποτελούσαν πρόβλημα για τους Γάλλους. Η πρώτη ομάδα που αναφέρθηκε ήταν αυτή του Σαλί Μπούτκα, που επιχειρούσε στα δυτικά της Κορυτσάς. Κατά τον Ντεκουάν, ο στόχος του Μπούτκα ήταν να προάγει τα αυστριακά συμφέροντα στην περιοχή με το πρόσχημα της διατήρησης της αυτονομίας της Αλβανίας. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι Δυνάμεις της Τριπλής Αντάντ είχαν συμφωνήσει με τους Ιταλούς στην τριχοτόμηση της Αλβανίας σε Ιταλούς, Σέρβους και Έλληνες με τη μυστική Συνθήκη του Λονδίνου του 1915. Η δεύτερη ομάδα ήταν οι αλβανο-βουλγαρικές δυνάμεις με επικεφαλής τον Θεμιστοκλή Γερμένη, που δρούσαν κυρίως βόρεια της Κορυτσάς. Ο Γερμένης είχε ενσωματώσει βούλγαρους στρατιώτες στην ένοπλη ομάδα του, οι οποίοι κατά τον Ντεκουάν αποτελούσαν πλέον αναπόσπαστο τμήμα της. Αυστριακοί και Βούλγαροι ήταν συντεταγμένοι με τις Κεντρικές Δυνάμεις, αντίπαλοι της Αντάντ και άρα και των Γάλλων.

Ο Ντεκουάν θεωρούσε ότι οι παραπάνω ομάδες ήταν καλά εξοπλισμένες με αυστριακά Mannlicher, ενώ διέθεταν καλή εκπαίδευση στη χρήση τους. Η ομάδα του Γερμένη διέθετε ισχύ εφάμιλλή ενός γαλλικού τάγματος, ενώ αυτή του Μπούτκα ξεπερνούσε αρκετές φορές τη δύναμη των ατάκτων του Γερμένη.

Κατά τα φαινόμενα Ντεκουάν και Σαράιγ ήρθαν σε μια «ανίερη συμμαχία» με τον Γερμένη: Ο αλβανός εθνικός ήρωας υποσχέθηκε στους Γάλλους ότι θα αποχωρούσε από το βουλγαρικό στρατόπεδο και θα ενστερνιζόταν τον γαλλικό αγώνα. Επίσης θα μεσολαβούσε, ώστε να διαλυθούν οι δυνάμεις του Σαλί Μπούτκα. Με αυτό τον τρόπο, οι Γάλλοι θα αποκτούσαν τον έλεγχο της περιοχής της Κορυτσάς χωρίς ένοπλη σύγκρουση και αχρείαστη αιματοχυσία. Το αντάλλαγμα που ζήτησε ο Γερμένης από τον Ντεκουάν  ήταν να ανακηρυχθεί η Αυτόνομη Αλβανική Δημοκρατία της Κορυτσάς. Η εξέλιξη αυτή ήταν αναπάντεχη και δεν είχε προβλεφθεί από τον Βενιζέλο, ο οποίος διαχρονικά διατηρούσε θερμές σχέσεις με τους Γάλλους, οι οποίοι κατά την περίοδο 1912-1914 είχαν υποστηρίξει με ζέση τις ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας.

Μάλιστα ο Ντεκουάν συνέλαβε μεταξύ άλλων τους Εφραίμ Γκίνη, επιθεωρητή των ελληνικών σχολείων Κορυτσάς, και τον ιατρό Χαράλαμπο (Λάμπη) Δάρδα, οι οποίοι μεταφέρθηκαν από την Κορυτσά με ένοπλη συνοδεία στη Θεσσαλονίκη. Τα δύο ονόματα είχαν αναφερθεί από τον Αργυρόπουλο στον Ντεκουάν, ως τα κατάλληλα πρόσωπα για να συνεργαστεί μαζί τους. Μάλιστα ειδικά για τον Δάρδα, ο Αργυρόπουλος δεν έκρυψε πως ανήκε στην ομάδα των Κορυτσαίων που επιδίωκαν την Ένωση με την Ελλάδα. Τον προηγούμενο χρόνο ο αδερφός του Ιωάννης Δάρδας είχε εκλεγεί βουλευτής Κορυτσάς. Ο Ντεκουάν ενημερώθηκε ότι στην ιδιωτική κλινική που διατηρούσε ο Δάρδας στην Κορυτσά, λειτουργούσε ένας χώρος ως ιδιωτικό κλαμπ, στο οποίο κάθε βράδυ συναντιόνταν και «συνωμοτούσαν» οι ελληνόφρονες της πόλης.

Έτσι στις 10 Δεκεμβρίου του 1916 υπογράφτηκε το σχετικό ιδρυτικό πρωτόκολλο. Επιλέχτηκαν 7 ορθόδοξοι και 7 Μουσουλμάνοι στα πρότυπα μιας «οικουμενικής κυβέρνησης», η οποία θα αναλάμβανε την αυτοδιοίκηση της περιοχής στα όρια του παλιού οθωμανικού καζά Κορυτσάς. Κατά τα φαινόμενα, οι Γάλλοι επέμεναν να συμμετέχουν στο εγχείρημα και οι ορθόδοξοι, που στο παρελθόν είχαν πρωτοστατήσει στον απελευθερωτικό-ενωσιακό αγώνα του 1914, ώστε να εξασφαλιστεί η μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση στο ντόπιο πληθυσμό. Ο Γκίνης, ο Δάρδας και οι λοιποί συλληφθέντες αφέθηκαν ελεύθεροι και επέστρεψαν στην Κορυτσά. Ο Γκίνης θα δολοφονούνταν στις 13 Απριλίου του 1919, μέρα μεσημέρι, στην Κορυτσά από αγνώστους.

Στην ουσία ο στόχος της συμφωνίας Γερμένη-Ντεκουάν αποσκοπούσε στο να περάσει ο έλεγχος της πόλης στους αλβανόφρονους, ενώ ο Γερμένης διορίστηκε εκ νέου διοικητής της χωροφυλακής. Με την ανοχή της γαλλικής διοίκησης ξεκίνησε μια συστηματική προσπάθεια για τον αφελληνισμό της πόλης με το κλείσιμο των ελληνικών σχολείων, την επιβολή της αλβανικής ως επίσημης γλώσσας και την αντικατάσταση των ελληνικών επιγραφών των καταστημάτων από αλβανικές. Επίσης κατέβηκε η ελληνική σημαία από το κτίριο της νομαρχίας και υψώθηκε η σημαία της Δημοκρατίας της Κορυτσάς, η οποία ήταν αυτή του Σκεντέρμπεη (δηλαδή η αλβανική), συνδυασμένη με τις παραδοσιακές τρίχρωμες ρίγες της γαλλικής δημοκρατίας. Τέλος, υιοθετήθηκε ως σύμβολο ο Δικέφαλος Αετός, με τον οποίο εκδόθηκαν γραμματόσημα αλλά και χαρτονομίσματα της νεοσύστατης δημοκρατίας.

Στην Αλβανία η επέτειος της 10ης Δεκεμβρίου τα τελευταία χρόνια γιορτάζεται με ιδιαίτερο ζήλο και επισημότητα στην Κορυτσά. Για τους Αλβανούς, η ανακήρυξη της Αυτόνομης Αλβανικής Δημοκρατίας της Κορυτσάς αποτέλεσε ένα σημαντικό προσωπικό επίτευγμα του Θεμιστοκλή Γερμένη, κόντρα στη ροή της ιστορίας και στις διαθέσεις των Ιταλών, Ελλήνων και Σέρβων για την τριχοτόμηση της Αλβανίας. Με αυτόν τον τρόπο, διαμέσου της Κορυτσάς, επιβίωσε το αλβανικό κράτος, κατά τον Α’ΠΠ, το οποίο είχαν αναγνωρίσει οι Μεγάλες Δυνάμεις στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου του 1912-13.

Στη μεγάλη εικόνα του ζητήματος της Κορυτσάς, η Αυτόνομη Δημοκρατία δεν διαδραμάτισε τον καθοριστικό ρόλο, καθώς η τελική επικράτηση του Βενιζέλου στην υπόθεση του Εθνικού Διχασμού, η εκθρόνιση του βασιλιά Κωνσταντίνου και η εγκαθίδρυση της νέας κυβέρνησης τον Ιούνιο του 1917 άλλαξαν ριζικά την κατάσταση. Η είσοδος  και επίσημα της Ελλάδας στον Α’ΠΠ στο πλευρό της Αντάντ, μετέβαλε άρδην τη γαλλική στάση στο ζήτημα της Κορυτσάς. Ήδη από το καλοκαίρι του 1917, οι διώξεις κατά του ελληνικού στοιχείου της πόλης είχαν μειωθεί σημαντικά, ενώ από τη νέα σχολική χρονιά θα επαναλειτουργούσαν και τα ελληνικά σχολεία. Την 1η Νοεμβρίου του 1917, ο Γερμένης συνελήφθη από τις γαλλικές στρατιωτικές αρχές της Κορυτσάς. Καταδικάστηκε σε θάνατο ως συνεργάτης των Αυστριακών και των Βουλγάρων και εκτελέστηκε στη Θεσσαλονίκη στις 9 Νοεμβρίου του 1917. Ο θάνατος του Γερμένη θα σήμαινε και τη διάλυση του όλου εγχειρήματος, η οποία επισημοποιήθηκε από την γαλλική διοίκηση τον Φεβρουάριο του 1918.

Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι ο Γερμένης εξυπηρέτησε τις επιδιώξεις και τους στρατιωτικούς στόχους των Γάλλων, οι οποίοι συμμάχησαν μαζί του, ώστε να καταλάβουν αναίμακτα την Κορυτσά. Η κυρίαρχη εντύπωση στην αλβανική ιστοριογραφία-δημοσιογραφία είναι ότι ο Βενιζέλος διαδραμάτισε τον καθοριστικό ρόλο στην σύλληψη του Γερμένη, γεγονός που δεν έχει ακόμα επαληθευτεί από τις ιστορικές πηγές. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η προγενέστερη δράση του Γερμένη και η συνεργασία του με τους Βουλγάρους ήταν γνωστή στον Ντεκουάν, ο οποίος είχε ενημερώσει σχετικά και τον Στρατηγό Σαράιγ πριν από την 10η Δεκεμβρίου του 1916.

Είναι γεγονός ότι ο Σαράιγ έδρασε αυτόνομα στο ζήτημα της Κορυτσάς, χωρίς την ρητή συγκατάθεση του Quai d’Orsay. Η απάντηση του Σαράιγ στις 21 Μαρτίου του 1917 μας δίνει τη δυνατότητα να αντιληφθούμε τα κίνητρά του. Ο στρατηγός είχε εξετάσει το ζήτημα καθαρά στρατιωτικά, χωρίς καμία πολιτική προέκταση. Κατάφερε να δημιουργήσει μια ουδέτερη ζώνη, που λειτούργησε ως ανάχωμα στις αυστριακές και βουλγαρικές επιδιώξεις στην περιοχή, στρατολόγησε άμεσα 500 μόνιμους αλβανούς χωροφύλακες, που πολέμησαν μαζί με τους Γάλλους εναντίον των Αυστριακών και έφερε την ηρεμία στην περιοχή, αφού απετράπη μια σύγκρουση μεταξύ των Ελληνόφρωνων και Αλβανόφρονων της Κορυτσάς.

Οι Γάλλοι θα διατηρούσαν την στρατιωτική κατοχή της Κορυτσάς μέχρι και τον Μάιο του 1920, όταν η πόλη παραδόθηκε στους εκπροσώπους της νεοσύστατης αλβανικής κυβέρνησης των Τιράνων.

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία

Descoins, H.V., Six mois d’histoire de l’Albanie (novembre 1916-mai 1917), A. Costes, 1930

Popescu, S., «LES FRANÇAIS ET LA RÉPUBLIQUE DE KORTCHA (1916-1920)», Guerres Mondiales et Conflits Contemporains 213 (2004): 77–87

Κόντης, Β. (επιμ), Ελληνισμός της βορείου Ηπείρου και ελληνοαλβανικές σχέσεις: έγγραφα από το ιστορικό αρχείο του Υπουργείου εξωτερικών, 4 τόμοι, Αθήνα: Εστία, 1995

—, Ο Βενιζέλος και το ζήτημα της Κορυτσάς, Θεσσαλονίκη: Literatus, 2017

*Ο Δημήτριος-Μερκούριος Κόντης είναι υποψήφιος διδάκτορας διπλωματικής ιστορίας της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ

spot_img

3 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Ενημέρωση πάλι (ευχαριστώ)-κάθε ενημέρωση για ιστορικά γεγονότα είναι ευπρόσδεκτη -σημειώνω (και το θεωρώ απαράδεκτο) ότι ο λεγόμενος εθνικός διχασμός, που ήταν ουσιαστικά εμφύλιος, είχε επεκταθεί και στον αλύτρωτο ελληνισμό , που δεν ψήφιζε στις εκλογές .
    Άκου Κωνσταντινικοί και Βενιζελικοί στην Κορυτσά το 1915/16.
    Και γιαυτόν τον εμφύλιο ισχυρίζονται πολλοί ότι φταίνε μόνο οι Κωνσταντινικοί.
    Πότε θα ζήσουμε χωρίς εμφύλιο κηρυγμένο ή ακήρυκτο, όπως και τώρα , που τον αναζωπυρώνουν οι ”Δημοκρατικές” Δυνάμεις για να κυβερνήσουν με , με αφορμή τα Τέμπη ;.

  2. Πολύ ωραίο περιεκτικό ιστορικό άρθρο για να μαθαίνουμε.
    Ερώτηση, εφόσον τελικά επικράτησε ο Βενιζέλος και ταχθήκαμε στο πλευρό της Ανταντ γιατί δεν προχώρησε το αρχικό σχέδιο της τριχοτόμησης της περιοχής?

    • Με την συνθήκη του Λονδίνου του 1915, οι Αγγλογάλλοι είχαν υποσχεθεί επίσης στους Ιταλούς εδαφικά ανταλλάγματα στις Δαλματικές Ακτές, που τότε κατείχε η Αυστροουγγαρία, για να προσχωρήσουν στην Αντάντ και να κηρύξουν τον πόλεμο εναντίον των Αυστριακών. Το τέλος του Α’ΠΠ έφερε την διάλυση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων και την δημιουργία του Βασίλειου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Αυτές ήταν οι αλλαγές στον πολιτικό χάρτη της Ευρώπης που δημιούργησαν το Αδριατικό Ζήτημα. Τελικά οι Ιταλοί άλλαξαν γνώμη στο Αλβανικό Ζήτημα το 1920 για να μην πάρουν οι Σέρβοι την Β. Αλβανία, τους οποίους πλέον έβλεπαν ανταγωνιστικά στην Αδριατική, ενώ οι ίδιοι είχαν εκδιωχτεί το καλοκαίρι του ίδιου έτους από την Αυλώνα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
48,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα