Κείμενο: Όμηρος Ταχμαζίδης
Η μαρξιστική λενινιστική βία είναι γνωστό δεδομένο στην ιστορία των επιγόνων των ιδρυτών του λεγόμενου “επιστημονικού σοσιαλισμού”. Οι απαρχές της ωστόσο εντοπίζονται και σε πρακτικές αποκλεισμού, τις οποίες εφάρμοσαν και οι ίδιοι οι ιδρυτές του συγκεκριμένου τρόπου σκέψης, ο οποίος “πολιτογραφήθηκε” στην συνέχεια ως “μαρξισμός”.
Εάν θέλει κάποιος ή κάποια να κατανοήσει την βιαιότητα στην υπεράσπιση “ιδεών”, “αντιλήψεων”, “δογμάτων” από διάφορους τύπους μαρξισμού θα πρέπει να εκκινήσει από την αποδοχή που επεφύλαξαν οι Διόσκουροι Μαρξ-Ένγκελς στο εσωτερικό αντίπαλο δέος του σοσιαλιστικού εργατικού χώρου: στον Μιχαήλ Μπακούνιν και στον αναρχισμό του.
Τα πράγματα, μέσες άκρες, είναι γνωστά στους παροικούντες στην Ιερουσαλήμ της σοσιαλίζουσας φιλολογίας. Εκείνο ωστόσο το οποίο αγνοούν οι περισσότεροι είναι ότι και ο αναρχισμός και ο ίδιος ο Μιχαήλ Μπακούνιν εμφορούνταν από παραπλήσιες νοοτροπίες πολιτικού και ηθικού αποκλεισμού των ενδοσοσιαλιστικών αντιπάλων του.
Η κριτική του κατά του Καρλ Μαρξ (Karl Marx) – ευστοχότατη σε κάποιες κρίσιμες προβλέψεις της – εμφανίζει παραπλήσια χαρακτηριστικά με εκείνη της διαχρονικής μαρξιστικής πλευράς, η οποία έβλεπε στο πρόσωπό του τον “πράκτορα”, ακόμη και στις διαβόητες δίκες της Μόσχας. Η μπακουνική κριτική στον Καρλ Μαρξ ως “Γερμανού και Εβραίου” κινείται στην ίδια τροχιά συκοφάντησης και αποκλεισμού, την οποία ακολουθούσαν οι αντίμαχοι “σύντροφοί” του, εκφραστές, κατά τον ίδιο, ενός επερχόμενου δεσποτισμού. Τούτο το φαινόμενο συκοφάντησης δεν είναι τυχαίο στην αναρχική πολιτική παράδοση, όπως και η αντίστοιχη εκδοχή του στην μαρξιστική-λενινιστική.
Ως παράδειγμα αναφέρω εδώ την χρήση του μεταφορικού σχήματος από την βιολογία και την ιατρική, το οποίο χρησιμοποίησε ο Αμερικανός αναρχικός οικολόγος Μάρεϊ Μπούκτσιν (Murray Bookchin} για να χαρακτηρίσει τους μαρξιστές-λενινιστές κάθε κοπής του καιρού του: “βακτηρίδια σύφιλης”. Τούτη η πραγματικότητα στην χρήση του δημόσιου λόγου δεν απέχει πολύ από κάποιες εκφάνσεις του και στην δική μας σημερινή πραγματικότητα του λεγόμενου ευρύτερου προοδευτικού χώρου.
Ο Μιχάλης Τρεμόπουλος, ακτιβιστής και πολιτικός του χώρου της βορειοελλαδικής οικολογίας, είχε δώσει κάποτε στην δημοσιότητα, νομίζω για προεκλογικούς λόγους, μια φωτογραφία του με τον Μάρεϊ Μπούκτσιν με το ανάλογο κείμενο αυτοπροβολής του σε συνάρτηση με τον αναρχικό θεωρητικό (ο τελευταίος σε προχωρημένη ηλικία). Η αναφορά τούτη γίνεται για να υποψιαστούμε παραγωγικά ότι πολλά πράγματα δεν είναι τόσο μακρινά, χωρικά και χρονικά, από όσο νομίζουμε. [Η μετάφραση του βιβλίου του Μ. Μπούκτσιν, “Η οικολογία της ελευθερίας”, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα ελληνικά το 1982, εποχή εμφάνισης των εισαγόμενων από το εξωτερικό οικολογικών ανησυχιών και στα καθ΄ ημάς. Τελευταία είδα ότι το βιβλίο επανακυκλοφόρησε].
Το μεταφορικό σχήμα των “βακτηρίων σύφιλης” κλιμακώνει την διαδικασία του στιγματισμού του αντιπάλου και την οδηγεί, υπό κάποια έννοια, ακόμη και πιο πέρα από την διαδικασία απανθρώπισης των Εβραίων από τους Ναζί.
Οι κάποιες ομοιότητες και εκλεκτικές συγγένειες στην πολιτική εκκοινώνηση της νέας γενιάς των δύο ακραίων πόλων φασισμού-αναρχισμού έγινε ήδη ορατή στον ευρύτερο δυτικοευρωπαϊκό χώρο από την δεκαετία του 1970 και αναζητήθηκαν τα στοιχεία επαφής στην διαλεκτική μετάβασης από την μία μορφή εκκοινώνησης στην άλλη. Παρόμοια φαινόμενα παρατηρούνται σήμερα στην σφαίρα της πολιτικής εκκοινώνησης στις κερκίδες των ποδοσφαιρικών γηπέδων, όπου τα κοινά σημεία επαφής αναρχισμού-φασισμού είναι περισσότερα από όσα διαβλέπουν ή θέλουν να παραδεχτούν διάφορες αναρχοειδείς θεωρήσεις. Επίσης μια ματιά σε κάποια κείμενα της Χρυσής Αυγής – για παράδειγμα αναφορικά με την “αρχή του αρχηγού” και την άμεση δημοκρατία – θα αποδείκνυαν ότι κάποια όρια είναι εντελώς ρευστά και ρευστοποιούνται ακόμη περισσότερο από τους φασίστες για λόγους αποτελεσματικότερης διείσδυσης στους χώρους της αναρχίας, οι οποίοι δεν φημίζονται για την στεγανότητά τους.
Οι αναφορές μου αυτές δεν μειώνουν στο ελάχιστο την πρόβλεψη του Μιχαήλ Μπακούνιν για τον αριστερό εγελιανό τύπο δεσποτισμού της κοινωνίας της “δικτατορίας του προλεταριάτου” και της σταδιακής “αποθανάτωσης”, “απόσβεσης” του κράτους. Ούτε φυσικά ακυρώνονται οι διάφορες μορφές ελευθεριακού αναρχισμού στον πολιτικό εκκοινωνισμό τμημάτων των νέων γενιών. Κρίνονται και αυτά όπως και οι φορείς τους κρίνουν τους άλλους και τα άλλα της κοινωνικής και πολιτικής συμβίωσης μας.
Με την ευκαιρία να υπενθυμίσω ότι ούτε ο Μιχαήλ Μπακούνιν, ούτε οι Κάρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς είναι ο πρώτοι οι οποίοι διέβλεψαν το τέλος του κράτους και το ενέταξαν στο πολιτικό σχέδιο τους για το μέλλον. Στο πλαίσιο του γερμανικού ιδεαλισμού, στην φάση της κορύφωσης και ολοκλήρωσής του, δέσποζε η φυσιογνωμία του Φρήντριχ Σέλλινγκ (Friedrich Schelling), ο οποίος μεταξύ άλλων υπήρξε διαπρύσιος κήρυκας της κατάργησης του κράτους.
Στις περίφημες παραδόσεις του στο Βερολίνο, τις οποίες παρακολουθούσαν οι τότε επίλεκτοι του πρωσικού κράτους, παραβρίσκονταν και μερικά γνωστά αργότερα ονόματα της παγκόσμιας φιλοσοφίας και πολιτικής: ο Δανός Σέρεν Κίργκεργκαρντ (Soeren Kiergekaard) , ο Ρώσος Μιχαήλ Μπακούνιν και ο γόνος γερμανών βιομηχάνων Φρήντριχ Ένγκελς (Friedrich Engels).
Τούτος ο Φρήντριχ Σέλλινγκ (Σελλίγγιος) κινούνταν διανοητικά στον αντίποδα εκείνου που πρέσβευε ο παλαιός φίλος και μετέπειτα “αντίπαλός” του Έγελος (G.W.J. Hegel). Ο τελευταίος αντιμετώπιζε το κράτος ως “πραγματικότητα της ηθικής ιδέας”. Αντιθέτως ο Σέλλινγκ σε πάμπολλα σημεία του έργου του περιέγραφε και καταφερόταν κατά του βίαιου και ανελεύθερου χαρακτήρα του κράτους, μερικές φορές μάλιστα χρησιμοποιούσε μεταφορικά σχήματα που προκαταλαμβάνουν εικόνες από την “Σωφρονιστική αποικία” (Strafkolonie) του Φραντς Κάφκα (Franz Kafka).
Αλλά ο “αναρχισμός: του Φρήντριχ Σέλλινγκ ελάχιστη σχέση έχει ως προς τους σκοπούς και τις επιδιώξεις του με τα προγράμματα των αναρχικών ομάδων και κινημάτων. Ο σελλιγγιανός “αναρχισμός” καταλήγει στην “εσωτερικοποίηση”, το ”ενορατικό”, στην στόχαση της αιωνιότητας, στην εσωτερική ενόραση και την “μακαριότητα της θεωρητικής ενατένισης” (Seligkeit der Contemplation).
Η άλλη εμφατική άρνηση του εγελιανισμού και του κράτους, έρχεται από έναν “αντιδραστικό” φιλόσοφο – o Ούγγρος φιλόσοφος Γκέοργκ(ι) Λούκατς (Georg Lukacs) τον συμπεριλαμβάνει στην περίφημη ανίχνευσή του της διανοητικής διαδρομής “Καταστροφής του λόγου” και την κατάληξή της στον παραλογισμό του ναζισμού – η σκέψη του οποίου οφείλει πολλά και στην σκέψη του Σελλιγίου (και του Εγέλου): του Αρθούρου Σόπενχάουερ (Arthur Schopenhauer).
Αυτός ο φιλόσοφος του 19ου αιώνα αρνείται αφενός την “ιστορία”, αφετέρου όμως διαβλέπει και το τέλος του κράτους. Και είναι αυτές οι αναφορές του για την εξαφάνιση του κράτους, οι οποίες προκάλεσαν, μεταξύ άλλων, το ενδιαφέρον του όψιμου Μάξ Χόρκχάιμερ (Max Horkheimer), πατέρα της λεγόμενης Σχολής της Φρανκφούρτης, για την στοχασμό του. Ο Χόρκχάιμερ δεν θα διστάσει να διαπιστώσει ότι ο 20ος αιώνας και όσα τρομακτικά συνέβησαν κατά τη διάρκειά του δικαιώνουν τον Σόπενχάουερ. Σήμερα ομιλούμε για “αιώνα των άκρων”.
Η άρση του κράτους μέσω μιας διαδικασίας αργού “σβησίματος”, ενός “αποθνήσκειν” των λειτουργιών του, σε ένα μεταβατικό διάστημα αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του μαρξιστικού-λενινιστικού μελλοντολογικού οικοδομήματος. Από την άλλη η περίφημη εγελιανή “πρόοδος στην συνείδηση της ελευθερίας” και η στάση απέναντί της δίχασε το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό σε “Δεξιά” και “Αριστερά”.
Πρόκειται για ιστορική παρανόηση, η οποία ωστόσο σταδιοδρόμησε με μεγάλη επιτυχία στην πολιτική ιστορία, ότι ο τρόπος με τον οποίο κάθισαν οι βουλευτές στα έδρανα της πρώτης Γαλλικής Εθνοσυνελεύσεως ήταν η απαρχή της συγκεκριμένης διάκρισης σε “Δεξιούς” και “Αριστερούς”. Η πραγματική αφετηρία του πολιτικού διαχωρισμού και διχασμού του πολιτικού σκηνικού βρίσκεται στις δύο βασικές κατευθύνσεις στην ερμηνεία του εγελιανού συστήματος σκέψης και των απορρεόντων πολιτικών συμπερασμάτων του από την μία ή την άλλη ερμηνευτική κατεύθυνση της περίφημης “προόδου στην συνείδηση της ελευθερίας”.
Και σε τούτο δεν έχουν αλλάξει καθόλου τα πράγματα έως στις μέρες μας.
*Ο Όμηρος Ταχμαζίδης κατέχει τον τίτλο του Magister Artium της Φιλοσοφίας και Ιστορίας του πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης (Heidelberg) της Γερμανίας. Απέκτησε τον συγκεκριμένο τίτλο με την εργασία “Η έννοια του χρόνου στην φιλοσοφία του F.W. Schelling”. Δημοσιογράφος, μεταφραστής, κριτικός, πολιτικός και κοινωνικός ακτιβιστής, ιδρυτής του πρώτου Café Philo στην Ελλάδα (Θεσσαλονίκη) από το 2011 έως σήμερα υπό τον τίτλο “Φιλοσοφικές νυκτηγορίες”.


