Κείμενο: Όμηρος Ταχμαζίδης
Κινδυνεύουμε να εκτροχιαστούμε, για άλλη μια φορά, σε ανώφελες προστριβές, χωρίς βάθος και ουσία. Και οι καταλήξεις τους θα είναι κωμικοτραγικές για το μέλλον της Θεσσαλονίκης. Αν κρίνω από όσα δημοσιεύτηκαν σε τοπική εφημερίδα οι επόμενες γενιές θα βρεθούν ενώπιον του γνωστού διλήμματος: να κλάψεις τώρα ή να γελάσεις! Αφήνω ωστόσο κατά μέρος το γελοίο και την ντροπή του όλου πράγματος. Είναι προφανές, ότι η περίπτωση της προστριβής για το μέλλον του χώρου της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκη (Δ.Ε.Θ.) είναι μια ακόμη δημόσια δήλωση ανεπάρκειας του πολιτικού προσωπικού της χώρας και των πολιτικοκοινωνικών ελίτ της.
Η διεξαγωγή τούτο το σαββατοκύριακο της ετήσιας ψειραγοράς (flea market), στον στενότατο και ακαταλλήλως διαμορφωμένο χώρο στην κάτω είσοδο της Εκθέσεως, θα έπρεπε να κινητοποιήσει τα όποια αντανακλαστικά των τοπικών πολιτικών και κοινωνικών παραγόντων. Η ετήσια πραγματοποίηση της ψυλλαγοράς είναι μια ακόμη διεκπεραίωση κάποιας “υποχρέωσης” των ιθυνόντων της διοίκησης της Δ.Ε.Θ. και τίποτε περισσότερο. Δεν υφίσταται δημόσιος προβληματισμός για τον συγκεκριμένο τύπο οικονομικής δραστηριότητας – όπως και τους αντίστοιχους των ιδιαίτερων αγροτοκτηνοτροφικών προϊόντων κλπ. -, κανένας προβληματισμός για το εύρος και την δυναμική των συγκεκριμένων δημιουργικών κλάδων από την διοίκηση της Δ.Ε.Θ., τον δήμο Θεσσαλονίκης, τα κόμματα και τους συνδικαλιστικούς φορείς βιομηχάνων/βιοτεχνών και εργαζομένων.
Αλλά το πράγμα “μιλάει” από μόνο του, εδώ και αρκετά χρόνια. Ωστόσο ουδείς από τους κοντόθωρους παράγοντες της Δ.Ε.Θ. αντιλαμβάνεται – ενδεχομένως να αγνοεί κάποια πράγματα αυτός και οι σύμβουλοί του – προς τα που οδηγεί το συγκεκριμένο παραγωγικό φαινόμενο. Ποια γενικότερη ροπή στην οικονομική δραστηριότητα και στην καθημερινή κοινωνική πράξη εκφράζουν οι “δημιουργοί”, οι οποίοι εκθέτουν τα είδη τους στην ψυλλαγορά; Να σημειώσω εδώ ότι η χρήση του συγκεκριμένου όρου είναι αδόκιμη και παραπλανητική. Δεν πρόκειται για ψυλλαγορά, δηλαδή αυτό το οποίο αποκαλούμε ελληνοτουρκιστί μπίτ-παζάρ, αγγλιστί flea market, γερμανιστί Flohmarkt (αγορά ψύλλων).
Συμπληρώνεται ένα τέταρτο του 21ου αιώνα από την πρώτη περίοδο διατύπωσης της επιστημονικής θέσεως περί αναδύσεως των creative industries, ήτοι των δημιουργικών κλάδων ως στοιχείο της σύγχρονης οικονομίας. Έκτοτε η διεθνής βιβλιογραφία – απουσία της ελληνικής όπως και σε τόσα άλλα επιστημονικά πεδία – εμπλουτίζεται διαρκώς με νέους τίτλους ερευνών και διευρύνονται οι επιστημονικές και πολιτικές συζητήσεις επί του φαινομένου. Οπότε είναι φυσικό επόμενο και το δυσμορφωμένο πολιτικό προσωπικό της χώρας να αγνοεί στοιχειώδεις ροπές της σύγχρονης πραγματικότητας στον ευρωδυτικό κόσμο – τμήμα της νεωτερικότητάς του είναι και η ελληνική κοινωνία με τις όποιες ιδιαιτερότητές της και ας σκούζουν διάφοροι γραφικοί καιροσκόποι περί του αντιθέτου – και τι αυτό μπορεί να σημαίνει για την ελληνική κοινωνία και την οικονομία της.
Επί του επίδικου των ημερών. Το πράγμα δεν μιλάει απλώς, φωνάζει: υπάρχει τουλάχιστον μια ακόμη (τρίτη) δυνατότητα για την αξιοποίηση του χώρου της Δ.Ε.Θ. “Αξιοποίηση” υπό την έννοια της προστιθέμενης υλικής και συμβολικής σημασίας του χώρου για την Θεσσαλονίκη και τους κατοίκους της. Είναι οι προοπτικές που ανοίγονται μέσω του σύγχρονου “αισθητικού καπιταλισμού”. Γύρω του μπορεί να οργανωθεί ένα σημαντικό μέρος της οικονομίας της πόλης και να δοθεί ώθηση στην εξωστρέφειά της: οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική. Ένα σημείο αναφοράς για όλον τον βαλκανικό χώρο.
Η “αισθητική του οικονομικού” είναι μια κυρίαρχη συνθήκη στην εποχή μας. Ο “αισθητικός καπιταλισμός” και στην εκδοχή του ελληνικού μικροαστικού τρόπου παραγωγής δηλώνει την παρουσία του. Μια ματιά στην δυναμική του χειροποίητου και των χειροτεχνημάτων κάθε είδους θα έπειθε και τον πιο κακόπιστο σε σχέση με τούτο τον ισχυρισμό μου. Τα σχετικά επιμελητήρια θα έχουν καταγεγραμμένες υποθέτω τούτες τις μετατοπίσεις του παραγωγικού ενδιαφέροντος προς διάφορες μορφές της “αισθητικής οικονομίας”. Στην “αστυγραφία” του κέντρου της Θεσσαλονίκης τούτο καταγράφεται μέσω των πολλών νέων καταστημάτων από το ευρύτερο πεδίο των δημιουργικών κλάδων. Χωρίς να περιλαμβάνεται ο όγκος εκείνων των δραστηριοτήτων της αισθητικής οικονομίας , ο οποίος στεγάζεται σε ορόφους.
Κάποια γενικόλογα επιστημονικής φύσεως, διότι η συζήτηση και η θεματολογία είναι άγνωστη στην χώρα μας: Στην σύγχρονη κοινωνιολογική έρευνα ήδη γίνεται η διάκριση ανάμεσα στον βιομηχανικό καπιταλισμό, τον οργανωμένο καπιταλισμό ή φορντισμό και στον “αισθητικό καπιταλισμό” ή “αισθητική οικονομία”. Η πρώτη φάση, του βιομηχανικού καπιταλισμού περιγράφεται και αναλύεται από τον Καρλ Μαρξ, η δεύτερη από τον Μαξ Βέμπερ και η τρίτη από διάφορους σύγχρονους θεωρητικούς από την σφαίρα της κοινωνιολογικής έρευνας.
Ο όρος “αισθητική οικονομία” ή “αισθητικός καπιταλισμός” αφορά τους λεγόμενους “δημιουργικούς κλάδους” (creative industries) της σύγχρονης οικονομικής δραστηριότητας και καλύπτει ένα ευρύτατο φάσμα παραγωγικών διαδικασιών και ενασχολήσεων.
Ο χώρος της δημιουργίας στην σφαίρα του χειροποίητου αντικειμένου χρήσης είναι ένα μέρος αυτής της νέας παραγωγικής συνθήκης. Οι δημιουργοί αυτού του τύπου δεν πωλούν απλώς αντικείμενα, αλλά “ιδέες”: αντιλήψεις και αισθητικές εκδοχές των πραγμάτων και των υπηρεσιών. Πρακτικά αυτό θα σήμαινε ότι η μελλοντική ύλη των εμπορικών εκθέσεων θα προέρχεται εν πολλοίς από την σφαίρα της νέας δημιουργικότητας και ως εκ τούτου θα κινείται σε τροχιές του αισθητικού.
Οι προτεινόμενες μεγακατασκευές στον χώρο της ΔΕΘ αντιστοιχούν σε ένα προηγούμενο στάδιο της καπιταλιστικής οικονομίας και στο μέλλον θα φαντάζουν ακόμη πιο παράταιρες και σε πλήρη δυσαρμονία με τις οικονομικές δομές της πόλης, συν την επιβαρυντική σχέση τους στην καθημερινότητα των πολιτών, οι οποίοι προϊόντος του χρόνου θα μετατρέπονται σε καταναλωτές αισθητικών προϊόντων.
Η τωρινή προστριβή μπορεί να ερμηνευτεί και υπό τούτο το πρίσμα, εάν λάβει κανείς υπόψη του την πλήρη αισθητικοποίηση της επιχειρηματολογίας των “πρασινολογούντων” αντιπάλων της “τσιμεντοποίησης” και το υποτιθέμενο τεχνοκρατικό πνεύμα της άλλης πλευράς, η οποία κινείται με γνώμονα αντιλήψεις της ελληνικής εκδοχής του οργανωμένου καπιταλισμού, όπως τις γνώρισε η πόλη στις μεταπολεμικές δεκαετίες της νέας ανοικοδόμησής της.
Το “τσιμεντάρισμα” βασίζεται σε λογικές μιας εποχής η οποία εκπνέει και είναι εκφραστής οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων παλαιάς κοπής. Από εδώ προκύπτει και εκείνη η αίσθηση του γελοίου που δημιουργούν οι μακέτες κατασκευής που δόθηκαν στην δημοσιότητα.
Επειδή η διεύθυνση της Δ.Ε.Θ., αλλά και η δημοτική αρχή αγνοούν την φορά των πραγμάτων στις σύγχρονες ευρωδυτικές κοινωνίες και λειτουργούν ως εμπειροτεχνίτες της εξουσίας υποτιμούν και παραμελούν παρόμοιες αγορές. Πάραυτα η ψυλλαγορά είναι μια έκθεση η οποία αφορά ένα ευρύ φάσμα της “αισθητικής οικονομίας”. Αλλά δυστυχώς αντιμετωπίζεται ως πάρεργο ή περιθωριακό φαινόμενο – εδώ συμβάλλει και η γενικότερη απαξίωση παρόμοιων δραστηριοτήτων από το πατρονάρισμα τους από διάφορα οικολογικά σχήματα τα οποία περιτυλίγουν την υπαρκτή δυναμική του χώρου με την μιζέρια αντιδραστικών ιδεοληπτικών αντιλήψεων υποσκάπτοντας την περαιτέρω άνθισή τους – και θυμίζει “λαϊκή αγορά”.
Από την άλλη οι “δημιουργικοί” εξαιτίας του ετερόκλητου των δραστηριοτήτων τους δύσκολα μπορούν να συνασπιστούν σε συλλογικό φορέα συνδικαλιστικού τύπου. Εκτός από το στοιχείο της δημιουργίας ένα άτομο του χειροποίητου ενδύματος ή υποδήματος δεν έχει ικανά κοινά σημεία με δημιουργούς από τον ψηφιακό και επικοινωνιακό χώρο, τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε συλλογικές συγκροτήσεις κοινών συμφερόντων.
Είναι φανερό ότι οι “τεχνοκρατικοί” ιθύνοντες της Δ.Ε.Θ. , αλλά πολύ περισσότερο οι πολιτικοί προϊστάμενοί τους δεν αντιλαμβάνονται τι ακριβώς συμβαίνει στον σύγχρονο κόσμο και στις σύγχρονες δυτικές οικονομίες. Για να είμαστε ωστόσο πληρέστεροι, στο μέτρο του δυνατού, στις παρατηρήσεις μας θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η όλη δημόσια συζήτηση απέχει από την σημερινή πραγματικότητα και τις όποιες δυνατότητες της Θεσσαλονίκης.
Η πρόχειρη, εύκολη, πρόσκαιρα “ωθητική” στην οικονομία της περιοχής κίνηση είναι το “τσιμεντάρισμα”. Αλλά τούτη η επιλογή δεν έχει δημιουργικό βάθος χρόνου. Αργά ή γρήγορα θα μας φέρουν τα “μπετά” αντιμέτωπους με τις τάσεις της σύγχρονης οικονομίας και δυστυχώς δεν θα υπάρχει δυνατότητα αναστροφής.
“Η επινόηση της δημιουργικότητας” και η “διαδικασία της κοινωνικής αισθητικοποίησης” – όπως φαίνεται και από τον τίτλο ενός βιβλίου (2016) του κοινωνιολόγου Andreas Reckwitz – χαρακτηρίζει την σημερινή φάση του σύγχρονου καπιταλισμού. Αλλά η “αισθητική οικονομία” και η ενίσχυσή της δεν είναι υπόθεση πολιτιστικής πολιτικής. Η αισθητική οικονομία αφορά στην παραγωγή προϊόντων με αισθητική αξία, δεν αφορά την καλλιτεχνική δημιουργία και την υποστήριξή της. Η διευκρίνιση είναι αναγκαία για να μην υπάρχουν παρανοήσεις. Άλλο πολιτική πολιτισμού και άλλο δημιουργική οικονομία. Το ίδιο ισχύει και για την οικονομία της γνώσης.
Ο χώρος της Δ.Ε.Θ. μπορεί να “μεταποιηθεί” διατηρώντας ένα μέρος των εμπορικών δραστηριοτήτων του, εκείνες δηλαδή οι οποίες σχετίζονται με την δημιουργική οικονομία, κυρίως την άυλη, την οικονομία της γνώσης και τα μικρά σε όγκο χρηστικά αντικείμενα της. Το κτιριακό απόθεμα – αρχιτεκτονική κληρονομιά – που θα απομείνει μετά την επισταμένη σάρωση των διαφόρων κατασκευών στον χώρο, δύναται να χρησιμοποιηθεί για τούτες τις δραστηριότητες. Τα υπόλοιπα μπορούν να γίνουνε δένδρα και “γρασίδια”, χωρίς την ψευδαίσθηση ότι δημιουργείται κάποιος σοβαρός πνεύμονας πρασίνου. Να σοβαρευτούμε κάποια στιγμή!
Η αποκατάσταση της ισορροπίας “πρασίνου” και “τσιμέντου” στο ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα προϋποθέτει άλλου τύπου σκέψη και δράση… Και άλλου είδους κυβερνήσεις!
*Ο Όμηρος Ταχμαζίδης κατέχει τον τίτλο του Magister Artium της Φιλοσοφίας και Ιστορίας του πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης (Heidelberg) της Γερμανίας. Δημοσιογράφος, μεταφραστής, κριτικός, πολιτικός και κοινωνικός ακτιβιστής, ιδρυτής του πρώτου Café Philo στην Ελλάδα (Θεσσαλονίκη) από το 2011 έως σήμερα υπό τον τίτλο “Φιλοσοφικές νυκτηγορίες”.


