Το τραπεζικό ολιγοπώλιο και οι επιπτώσεις του στην οικονομία και την κοινωνία

των Ανδρέα Μπούμη* και Αθ. Δαγκαλίδη*

Η χρηματοοικονομική κρίση που ξεκίνησε στις ΗΠΑ το 2007, λόγω των προβλημάτων στην αγορά στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου (subprime mortgages), επεκτάθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο μετά τον πανικό που προκλήθηκε από την κατάρρευση της Lehman Brothers τον Σεπτέμβριο του 2008. Στην παγκόσμια καταιγίδα που ακολούθησε, η ελληνική οικονομία αποδείχθηκε εξαιρετικά ευάλωτη εξαιτίας μιας σειράς ενδογενών και εξωγενών παραγόντων (υψηλό δημόσιο χρέος, χρόνια ελλείμματα, αδύναμη παραγωγική βάση, αναξιοπιστία στατιστικών στοιχείων, υψηλή έκθεση μεγάλων ευρωπαικών τραπεζών σε ελληνικά ομόλογα, φρενήρης κερδοσκοπία των αγορών, κ.τ.λ.) με επακόλουθο την επιβολή των επαχθών μνημονίων. Λόγω του σοβαρού κινδύνου κλονισμού των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών που είχαν υψηλή έκθεση στα ελληνικά ομόλογα, επιχειρήθηκε μία βίαιη αναδιάρθρωση των δανειακών χαρτοφυλακίων τους, με υποχρεωτική απορρόφηση τους απο την ελληνική οικονομία με συνέπεια το ελληνικό τραπεζικό σύστημα να υποστεί, κατα τη διάρκεια της κρίσης, μία πρωτοφανή και επώδυνη αναδιάρθρωση, στόχος της οποίας ήταν -κυρίως- η διάσωση των υπό κατάρρευση συστημικών τραπεζών.

Ολιγοπωλιακά χαρακτηριστικά της Ελληνικής τραπεζικής αγοράς.

Σε μία ολιγοπωλιακή αγορά ενδέχεται να συνυπάρχουν πολλά από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: Λίγες επιχειρήσεις στην αγορά, ισχυρή αλληλεπίδραση μεταξύ τους, καθορισμός τιμών και επικέντρωση του ανταγωνισμού στο μη τιμολογιακό πεδίο, τάση για μεγιστοποίηση κέρδους και μη φυσιολογικά μακροπρόθεσμα κέρδη, υψηλά εμπόδια εισόδου, συντηρητική συμπεριφορά με αποφυγή επιχειρηματικών καινοτομιών και κινδύνων.

Από την εξέταση ορισμένων δεικτών των συστημικών τραπεζών, στην Ελλάδα και στο σύνολο της ευρωζώνης, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η ελληνική τραπεζική αγορά έχει έντονα ολιγοπωλιακά χαρακτηριστικά.

Ο συνολικός αριθμός των τραπεζών (ελληνικών και ξένων) από 46 το 2001 μειώθηκε (κυρίως μέσω εξαγορών-συγχωνεύσεων καθώς και με αποχώρηση ξένων τραπεζών) σε 11 το 2025 (μείωση -76,1%). Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών μέσω του ΤΧΣ και η συναφής αναδιάρθρωση που επιβλήθηκε στη συνέχεια, συνέβαλαν στην στήριξη του τραπεζικού συστήματος, στη συνέχιση -αλλά σε βίαια μειωμένο επίπεδο- της χρηματοδότησης της οικονομίας (παρά τα όποια προβλήματα), στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και τελικά στον μετασχηματισμό, στην εξυγίανση και την σταδιακή επιστροφή στην κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών, λόγω κυρίως της ολιγοπωλιακής δομής της αγοράς. Η αναδιάρθρωση όμως είχε ως αρνητικές επιπτώσεις την σημαντική επιβάρυνση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας λόγω του υψηλού κόστους της ανακεφαλαιοποίησης, την συρρίκνωση του τραπεζικού συστήματος και την συναφή όξυνση των ολιγοπωλιακών συνθηκών που είχαν συνέπεια τον περιορισμό του ανταγωνισμού και την υιοθέτηση συντηρητικών στρατηγικών εκ μέρους των τραπεζών.

Η τάση συγκέντρωσης των τραπεζών παρατηρείται βέβαια σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο αλλά στην χώρα μας έχει δημιουργήσει έντονες ολιγοπωλιακές συνθήκες. Έτσι το μερίδιο των 5 μεγαλύτερων τραπεζών στο συνολικό ενεργητικό αυξήθηκε από 65% το 2004 στο 95,6% το 2023. Στην ευρωζώνη το αντίστοιχο μερίδιο αυξήθηκε επίσης σημαντικά, από 41,9% το 2004 σε 69,5% το 2023 παραμένοντας όμως σε μη ολιγοπωλιακά επίπεδα.

Από τις 11 τράπεζες που δραστηριοποιούνται στη χώρα οι 4 συστημικές (Πειραιώς, Εθνική, Alpha, Eurobank) ελέγχουν συνολικά περισσότερο από το 95% των μεγεθών του τραπεζικού συστήματος. Συγκριτικά, τα βασικά μεγέθη των τραπεζών αυτών βρίσκονται περίπου σε παρόμοια επίπεδα και δεν φαίνεται να υπάρχει ένας ηγετικός “παίκτης” που να καθορίζει ή να διαμορφώνει τις συμπεριφορές και τις ολιγοπωλιακές πρακτικές του συστήματος.

Ο βαθμός συγκέντρωσης (Herfindahl-Hirschman Index, HHI) (3) του ελληνικού τραπεζικού συστήματος το 2023 ήταν 2,22 έναντι 1,12 του 2000 (αυξηση 98,1%). Ο δείκτης το 2023 ήταν 1,28 (average) για την Ευρωζώνη και 1,33 για το σύνολο της Ε.Ε. ενώ οι αυξήσεις του δείκτη ήταν 63% και 26% αντιστοίχως. Στην πραγματικότητα όμως η συγκέντρωση του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα είναι πολύ χαμηλότερη, δεδομένου ότι οι δείκτες HHI στις μεγάλες τραπεζικές αγορές είναι πολύ χαμηλές (Γερμανία 0,32, Γαλλία 0,57, Ιταλία 0,72).

Τα λειτουργικά έσοδα των ελληνικών τραπεζών το 2024, προέρχονται κατά 77,3% από τόκους (58,87 % στην Ευρωζώνη), κατά 17,86% από προμήθειες (28,79% στην ευρωζώνη) και μόνον κατά 1,4% από χρηματοοικονομικές πράξεις και επενδύσεις (8,15% στην ευρωζώνη). Αν λάβουμε μάλιστα υπόψην τον πολύ χαμηλό δείκτη δανείων/καταθέσεις (60,4% έναντι 94% στην Ευρωζώνη) και τις πολύ υψηλές προμήθειες συγκριτικά με τις λοιπές χώρες, η διάρθρωση των λειτουργικών εσόδων μπορεί να αιτιολογηθεί μόνο από τις ολιγοπωλιακές συνθήκες της ελληνικής αγοράς (βλ. την ανάλυση των καθαρών επιτοκιακών περιθωρίων κατωτέρω). Τα πολύ χαμηλά έσοδα από χρηματοοικονομικές πράξεις φανερώνουν επίσης αποφυγή ανάληψης κινδύνων και έλλειψη εξειδικευμένης χρηματοοικονομικής τεχνογνωσίας. Επίσης, η ολιγοπωλιακή διάρθρωση έχει θετικές επιπτώσεις στην κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών τόσο από την τιμολογιακή τους πολιτική δανείων και υπηρεσιών αλλά και από τη συμπίεση του κόστους λειτουργίας (κόστος καταθέσεων και εργασίας) καθώς και μειωμένο ενδιαφέρον για την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών τους.

Οι δείκτες αποδοτικότητας στην Ελλάδα βρίσκονται σε επίπεδα μη ανταγωνιστικής αγοράς. Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο είναι σχεδόν διπλάσιο από αυτό της Ευρωζώνης, ενώ η αποδοτικότητα συνολικού ενεργητικού υπερδιπλάσια. Ο δείκτης Κόστους/Έσόδων είναι εξαιρετικά χαμηλός (35,16 % έναντι 57,01% στην ευρωζώνη) αλλά οφείλεται κυρίως στα πολύ υψηλά επιτακιακά περιθώρια, στη μείωση του μισθολογικού κόστους, λογω της ολιγοπωλιακής ισχύος, (μέσω των εθελουσιών), στις χαμηλές προβλέψεις λόγω της μεταβίβασης των προβληματικών δανείων στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, στη συρρίκνωση των δικτύων και στην αναβαλλόμενη φορολογία. Τα δάνεια υπό διαχείριση από τους servicers ανέρχονταν στο τέλος του 2024 σε 74,7 δισ. ευρώ (έναντι μόλις 1,3 δισ. τον Σεπτέμβριο του 2017). Το μισθολογικό κόστος ανά εργαζόμενο μειώθηκε κατά 10% μεταξύ 2009 και 2023 ενώ τα καθαρά έσοδα ανά εργαζόμενο αυξήθηκαν κατά 60,4%. Τον Δεκέμβριο του 2024 οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTCs) των ελληνικών τραπεζών ανέρχονταν σε 12,2 δισεκ. ευρώ(38,6% των συνολικών εποπτικών ιδίων κεφαλαίων).

Τον Ιούνιο του 2025, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο των ελληνικών τραπεζών ήταν 2,84% (έναντι 1,51% των τραπεζών της ευρωζώνης), φαινόμενο που οφείλεται κυρίως στα πολύ χαμηλά επιτόκια καταθέσεων και στα υψηλά επιτόκια χορηγήσεων που επικρατούν στην ελληνική αγορά.

Τα διαχρονικά υψηλά καθαρά επιτοκιακά περιθώρια της Ελληνικής αγοράς και η ασύμμετρη ανταπόκριση στις μεταβολές των επιτοκίων της ΕΚΤ, στα επιτόκια χορηγήσεων και καταθέσεων που προσφέρουν οι ελληνικές τράπεζες, αποτελούν χαρακτηριστικά ολιγοπωλιακής αγοράς.

Μετά τις αλλεπάλληλες αυξήσεις των επιτοκίων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης που ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 2022 (10 αυξήσεις, συνολικού μεγέθους 450 μονάδων βάσης) παρατηρήθηκε σημαντική διεύρυνση του καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου(ΝΙΜ) των συστημικών τραπεζών της Ευρωζώνης και ιδιαίτερα των ελληνικών τραπεζών που εκμεταλλευόμενες την υψηλή συγκέντρωση και τον χαμηλό ανταγωνισμό στην εγχώρια αγορά, διεύρυναν ακόμη περισσότερο τα ήδη υψηλά περιθώρια τους. To καθαρό επιτοκιακό περιθώριο των ευρωπαϊκών συστημικών τραπεζών αυξήθηκε από 1,23 % το 2ο τρίμηνο του 2022 σε 1,51% το 2ο τρίμηνο του 2025 (αύξηση 22,3%) ενώ των ελληνικών από 1,89% σε 2,84% δηλαδή μία υπέρογκη αύξηση κατα 50,3%, υπερδιπλάσια αυτής της Ευρωζώνης. Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι ο δείκτης ΝΙΜ των ελληνικών τραπεζών είναι διαχρονικά περίπου διπλάσιος από αυτόν της Ευρωζώνης (μέσος όρος 1,92 φορές για την περίοδο 2015-2025 με μοναδική σύγκλιση το 2022 που ήταν 1,55 φορές). Η διαχρονικότητα αυτή αποτελεί μία ακόμη ένδειξη των ολιγοπωλιακων συνθηκών που επικρατούν στην ελληνική τραπεζική αγορά.

Αρνητικές επιπτώσεις του τραπεζικού ολιγοπωλίου.

 Οι επιπτώσεις της ολιγοπωλιακής τραπεζικής αγοράς στην οικονομία και την κοινωνία είναι αρνητικές και μακροπρόθεσμες, διότι -παρά τα όποια βραχυπρόθεσμα ωφέλη που υπάρχουν υπέρ των τραπεζών- υπονομεύουν μεσομακροπρόθεσμα τις αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας.

Ανεπαρκής τραπεζική χρηματοδότηση της οικονομικής δραστηριότητας, σε περίοδο μάλιστα που οι απαιτήσεις για ανάπτυξη και αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου έχουν γίνει επιτακτικές για την βιωσιμότητα της χώρας. Το δραματικά χαμηλό ποσοστό των καταθέσεων που κατευθύνεται στην χρηματοδότηση της οικονομίας (60,4% το 2025) αποτελεί ένδειξη ότι οι τράπεζες δεν επιτελούν επαρκώς τον ρόλο που όφειλαν να ασκούν και που αποτελεί και τον λόγο ύπαρξης τους, (λελογισμένη/παραγωγική διάχυση της εκ των καταθέσεων ρευστότητας της οικονομίας στην υποστήριξη του συνολικού “επιχειρείν”).

Αύξηση του κόστους χρηματοδότησης της οικονομίας με συνέπεια τη μείωση της ανταγωνιστικότητας της, τη δημιουργία πληθωριστικών πιέσεων λόγω μετακύλισης του αυξανόμενου δανειακού κόστους που έχουν οι επιχειρήσεις στους καταναλωτές, απαξίωση των καταθέσεων, υποβάθμιση των παρεχομένων υπηρεσιών ιδιαίτερα στην επαρχία, ανεπαρκή χρηματοδότηση των μικρομεσαίων και των νεοφυών καθώς και των καινοτόμων επιχειρήσεων κ.τ.λ.

Το υψηλό κόστος δανεισμού των Ελληνικών επιχειρήσεων συγκριτικά με αυτό των επιχειρήσεων της Ευρωζώνης, υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα τους, προκαλεί έντονες πληθωριστικές πιέσεις ενώ δημιουργεί προβλήματα βιωσιμότητας κυρίως στις επιχειρήσεις που δεν μπορούν να μετακυλίσουν τα αυξημένα κόστη τους στους καταναλωτές (ιδιαίτερα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν μικρές διαπραγματευτικές δυνατότητες και σε εκείνες που παράγουν ενδιάμεσα αγαθά).

Την περίοδο 2003-2009 το μέσο κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων στην Ελλάδα ήταν 5,66% έναντι 4,33% της Ευρωζώνης (υψηλότερο κατά 32,3%), την περίοδο 2010-17 ήταν 5,77% στην Ελλάδα έναντι 2,79% της Ευρωζώνης (υψηλότερο κατά 110,3%), ενώ την περίοδο 2018-2025 (τρίμηνο) ήταν 4,26% και 2,75% αντιστοίχως (υψηλότερο κατά 81,6%).

 Οι σοβαρές στρεβλώσεις που παρατηρούνται στην ελληνική τραπεζική αγορά, υποχρέωσαν την Επιτροπή Ανταγωνισμού να αποφασίσει στις 18-07-2024 την έναρξη έρευνας στον κλάδο των επιτοκίων καταθέσεων, ασκώντας τη σχετική αρμοδιότητα που έχει αναλάβει βάσει του άρθρου 40 του Ν. 3959/2011. Σύμφωνα με το σκεπτικό της μελέτης από την προκαταρκτική έρευνα της Ε.Α. σε δημόσιες πηγές προκύπτουν δυο παρατηρήσεις: πρώτον, η αυξημένη διαφορά μεταξύ του μέσου επιτοκίου καταθέσεων και δανεισμού (επιτοκιακό περιθώριο), δεύτερον, ο χαμηλός βαθμός μετακύλισης των μεταβολών των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στην εγχώρια αγορά καταθέσεων συγκριτικά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο”.

Στην ενδιάμεση έκθεση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που δημοσιεύτηκε στις 18 Δεκεμβρίου του 2025, αναφέρεται ότι “τα χαμηλά επιτόκια καταθέσεων και ο χαμηλός βαθμός μετακύλισης οφείλονται στην υψηλή συγκέντρωση του κλάδου και στην πλεονάζουσα ρευστότητα και ότι η απραξία αυτή από πλευράς πιστωτικών ιδρυμάτων ενδέχεται να περιοριστεί με την εμφάνιση ικανού αριθμού ανταγωνιστών στην αγορά, οι οποίοι, προκειμένου να αντλήσουν από την καταθετική βάση ικανοποιητικό ύψος κεφαλαίων, θα προσφέρουν καλύτερα επιτόκια, ωθώντας και τις συστημικές τράπεζες σε αντίστοιχες ενέργειες, προκειμένου να διακρατήσουν καταθέσεις ώστε να μην επηρεαστεί αρνητικά η ρευστότητά τους”.

 Σε μία ολιγοπωλιακή αγορά που εξασφαλίζει εύκολα κέρδη, οι τράπεζες έχουν την τάση να υιοθετούν συντηρητικές πρακτικές με αποφυγή ανάληψης κινδύνων (σε bankable πλαίσια), δημιουργία εμποδίων για νέες χρηματοδοτήσεις και αποθάρρυνση των υποψηφίων δανειοληπτών κυρίως των ΜΜΕ. Οι Νομικές Υπηρεσίες των τραπεζών καθορίζουν ουσιαστικά τις διαδικασίες για την “ασφαλή” διαχείριση των πιστωτικών ενεργειών αλλά ακόμη και τους όρους έγκρισης της παροχής των πιστοδοτήσεων για τη μείωση των συναφών κινδύνων των τραπεζικών οργανισμών (σύνδρομο Schäuble). Η αυτονομία που έχει δοθεί στις Υπηρεσίες αυτές, σε συνδυασμό με το συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης των λειτουργιών του κράτους και την ολιγοπωλιακή μορφή τη τραπεζικής αγοράς, δημιουργούν ένα άκρως αντιαναπτυξιακό πλαίσιο για την αξιοποίηση του “επιχειρείν” στην οικονομία. Ο φόβος και -η συνεπής με αυτόν- ευθυνοφοβία αποτελούν διαχειριστικά έναν ακόμη σημαντικό αντιαναπτυξιακό παράγοντα στη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος.

Στις συντηρητικές πρακτικές των ελληνικών τραπεζών οφείλεται και το φαινόμενο που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, δηλαδή οι χορηγήσεις να παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα συγκριτικά με τις καταθέσεις αλλά να αυξάνονται σημαντικά οι τοποθετήσεις σε θεσμικά ομόλογα. Μεταξύ 2021 και 2024 οι τοποθετήσεις σε ομόλογα (ελληνικά και ξένα) αυξήθηκαν κατά 58,7% φτάνοντας τα 82,3 δισ. ευρώ, καλύπτοντας το 25,9% του συνολικού ενεργητικού τους.

Οι επιπτώσεις των πρακτικών αυτών είναι ιδιαίτερα αρνητικές για την νεοφυή και την καινοτόμο επιχειρηματικότητα που αφορούν νέους επιχειρηματίες, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και την εθνική οικονομία γενικότερα. Είναι αξιοσημείωτη, εν προκειμένω, η βραδύτητα απορρόφησης των κεφαλαίων του προγράμματος του Ταμείου Ανάκαμψης. Το μερίδιο των ΜΜΕ στο σύνολο των υφιστάμενων επιχειρηματικών δανείων από 55,3% το 2016 μειώθηκε σε 36,9% το 2024. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία οι ΜΜΕ (με έως 250 απασχολούμενους) συμμετέχουν μόλις με 36,86% στο σύνολο των επιχειρηματικών δανείων (Ε.Ε. 39,6%) ενώ αποτελούν 99,9% του συνολικού αριθμού επιχειρήσεων, το 84,6% των απασχολουμένων και το 67% της συνολικής προστιθέμενης αξίας.

Τα τραπεζικά καταστήματα ανα 100 χιλ.  κατοίκους μειώθηκαν από 34 το 2005 σε 13,3 το 2024 και οι τραπεζικοί υπάλληλοι ανά 10 χιλ. κατοίκους σε 2,7 από 5,9. Συγκριτικά το 2023 υπήρχαν στην Ευρωζώνη 30,4 καταστήματα ανά 100 χιλ. κατοίκους ενώ οι απασχολούμενοι ανά 10 χιλ. κατοίκους ήταν 5 άτομα. Άν λάβουμε υπόψη ότι η ηλεκτρονική τραπεζική είναι περισσότερο ανεπτυγμένη στις λοιπές χώρες της Ευρωζώνης, μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε ότι οι πολύ χαμηλοί ελληνικοί δείκτες οφείλονται κυρίως στις ολιγοπωλιακές συνθήκες που επικρατούν στην εγχώρια τραπεζική αγορά, αφού η πολιτική μείωσης κόστους είναι υπερβαλλόντως μεγάλη εξαιτίας της ολιγοπωλιακής ισχύος του συστήματος.

Ως συνέπεια των σοβαρών αυτών υστερήσεων, οι κάτοικοι πολλών περιοχών, ιδιαίτερα των αγροτικών, δεν εξυπηρετούνται και αναγκάζονται να διανύουν πολλά χιλιόμετρα μέχρι το πλησιέστερο κατάστημα και μάλιστα κατόπιν ραντεβού που συνήθως δεν κλείνεται εύκολα και άμεσα. Εκτιμάται ότι το 20% περίπου των πελατών υποχρεούνται να διανύσουν περισσότερα από 10 χιλιόμετρα για να εξυπηρετηθούν από το πλησιέστερο τραπεζικό κατάστημα.

Η τεράστια ισχύς των τεσσάρων συστημικών τραπεζών και η λογική του «Too big to fail» δημιουργούν σημαντική πολιτική ασυμμετρία με επιπτώσεις στην ποιότητα της δημοκρατίας μας. Επειδή τα πάντα στο κοινωνικό “γίγνεσθαι” διέπονται από σχέσεις εξουσίας, η τεράστια οικονομική ισχύς και η πολιτική επιρροή του τραπεζικού ολιγοπωλίου δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Οπως συμπεραίνει ο Francois Morin , “ η κυρίαρχη θέση των ολιγοπωλιακών τραπεζών τους παρέχει de facto εξουσίες ανάλογες με εκείνες των δημόσιων αρχών – ιδίως την ικανότητα να καθορίζουν την τιμή του χρήματος – χωρίς, φυσικά, να μοιράζονται ούτε τους στόχους ούτε τις ευθύνες τους. Μέσω της μαζικής ανάληψης κινδύνων (σε λίγες μεγάλες επιχειρήσεις) και των μεταξύ τους συμφωνιών, αποσταθεροποιούν τις αγορές, αλλά πάνω απ’ όλα, ασκούν τέτοια πολιτική επιρροή που θα αναζητούσε κανείς μάταια δημόσιες αρχές ικανές να τις αντισταθμίσουν.”(C. Francois Morin. Lhydre mondial: Loligopole bancaire. Editions Lux, 21 May 2015.)

Η ολιγοπωλιακή δομή του τραπεζικού συστήματος, μέσω της διαχείρισης της συνολικής ρευστότητας της οικονομίας, αποτελεί τροχοπέδη της δυναμικής ανάπτυξης, δηλαδή της ανάπτυξης με διάχυση στο σύνολο της οικονομίας με αξιοποίηση των παραγωγικών συντελεστών μέσω της χρηματοδότησης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων (προώθηση της επιχειρηματικότητας).

Οφείλουμε να αναρωτηθούμε “πώς” και υπέρ “ποίου” διαχειρίζονται οι τράπεζες τη ρευστότητα (καταθέσεις) της οικονομίας και αν αυτή είναι παραγωγική ή μη, διαχείριση;

Οι Τράπεζες εξουσιάζουν την παραγωγική διαχείριση της ρευστότητας της οικονομίας και όταν δεν υπάρχει ανταγωνισμός τότε ο παραγωγικός χαρακτήρας σε μακροοικονομικό επίπεδο υποβαθμίζεται: η κατανομή των καταθέσεων μέσω δανείων συγκεντρώνεται στους μεγάλους δανειολήπτες εις βάρος της αναπτυξιακής διάχυσης, με υποαξιοποίηση έως μαρασμό των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας. Η αναπτυξιακή διάχυση -και η χρηματοδοτική υποστήριξη της- είναι η πηγή του δυναμισμού και της υγείας της οικονομίας και το τραπεζικό σύστημα οφείλει να αποτελεί το κέντρο και τον τροφοδότη της.

Συμπεράσματα = Προτάσεις.

Κύρια έως μοναδική επιλογή είναι η η προώθηση του ανταγωνισμού μέσω κανονιστικών αλλαγών που θα περιόριζαν τους φραγμούς εισόδου στην αγορά. Η είσοδος νέων δυναμικών και καινοτόμων “παικτών” θα ενίσχυε τον ανταγωνισμό και θα οδηγούσε μεσοπρόθεσμα σε εγκατάλειψη των ολιγοπωλιακών πρακτικών. Κατά την άποψη μας αυτή η προώθηση του ανταγωνισμού είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την καταπολέμηση του τραπεζικού ολιγοπωλίου. Ευτυχώς την άποψη αυτή φαίνεται υιοθετούν και τα κέντρα εξουσίας λήψης αποφάσεων, ιδιαίτερα η Τράπεζα Ελλάδος, αν κρίνουμε και από τις θέσεις του διοικητή της (βλ. την συνέντευξη του της 26/03/2024), ο οποίος αναφέρεται συχνά στην ανάγκη περιορισμού του ολιγοπωλίου μέσω της αύξησης του ανταγωνισμού με την δημιουργία πρόσθετων τραπεζικών ιδρυμάτων (εμπορικών ή εξειδικευμένων) ή εναλλακτικών παρόχων πιστώσεων.

Μειώνοντας τα εμπόδια εισόδου και ενθαρρύνοντας τους νέους συμμετέχοντες, οι αρχές μπορούν να αυξήσουν τον ανταγωνισμό στον τραπεζικό τομέα, εξέλιξη που μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές και περισσότερη καινοτομία. Επιπλέον, η προώθηση του ανταγωνισμού εκτός από τη μείωση της ισχύος και της επιρροής των μεγάλων τραπεζών, μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας με την αξιοποίηση του ανθρώπινου και του συνολικού παραγωγικού της δυναμικού, με τελικό ζητούμενο μια πιο δίκαιη και αποτελεσματική οικονομία.

Α.Χ. Μπούμης (τ. Διοικητής τη Εμπορικής Τράπεζας Ελλάδος)

Αθ. Δαγκαλίδης (Διδάκτωρ Οικονομολόγος του πανεπιστημιού της Rouen, Haute Normandie )

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
48,300ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα