Του Παντελή Σαββίδη
Η δημόσια συζήτηση που προκλήθηκε για τη συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν αντιμετωπίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, με όρους ηθικής αξιολόγησης: αν ήταν «σωστή» ή «λανθασμένη», αν «έπρεπε» ή «δεν έπρεπε» να γίνει. Όμως το πραγματικό ζήτημα δεν βρίσκεται στο πρόσωπο που διατύπωσε την επίμαχη δήλωση ούτε στην πρόθεσή του. Βρίσκεται αλλού: στη λεπτή και συχνά προβληματική σχέση ανάμεσα στη μυστική διπλωματία, την πολιτική διαχείριση και τη δημοκρατική λογοδοσία.
Η συζήτηση αυτή δεν είναι αφηρημένη. Ανοίγει σε μια συγκεκριμένη χρονική συγκυρία: τη στιγμή που η Τουρκία έχει εκδώσει NAVTEX με δέσμευση θαλάσσιων περιοχών στο Αιγαίο ανατολικά του 25ου μεσημβρινού για χρονικό διάστημα δύο ετών· τώρα έγινε αορίστου χρόνου η NAVTEX. τη στιγμή που οι ελληνοτουρκικές επαφές έχουν αποκτήσει πυκνότητα και βάθος, με αλλεπάλληλους γύρους πολιτικού διαλόγου και «θετικής ατζέντας»· και τη στιγμή που επίκειται νέα συνάντηση κορυφής σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής ρευστότητας.
Σε όλες τις φιλελεύθερες δημοκρατίες, η διπλωματία εμπεριέχει στοιχεία μυστικότητας. Διαπραγματεύσεις πίσω από κλειστές πόρτες, άτυπες επαφές και ανεπίσημοι δίαυλοι επικοινωνίας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της διεθνούς πρακτικής. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι η ύπαρξη μυστικής διπλωματίας. Είναι η μετατροπή της μυστικότητας σε μόνιμο πολιτικό καθεστώς.
Η πολιτική, σε αντίθεση με τη διπλωματία, δεν μπορεί να είναι μυστική. Οφείλει να λογοδοτεί. Όταν μια κυβέρνηση διεξάγει διαρκείς συνομιλίες με μια χώρα που αμφισβητεί ευθέως την κυριαρχία της, η ενημέρωση των θεσμών και της κοινωνίας —έστω σε γενικές γραμμές— δεν είναι επικοινωνιακή επιλογή, αλλά προϋπόθεση δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Η σχετική διεθνής βιβλιογραφία έχει αναδείξει αυτήν ακριβώς την ένταση. Ο David Stasavage, σε κλασική μελέτη του, έχει δείξει ότι οι ανοικτές διαδικασίες ενισχύουν τη λογοδοσία αλλά συχνά δυσχεραίνουν τον συμβιβασμό, ενώ οι κλειστές διευκολύνουν τη διαπραγμάτευση αλλά αποδυναμώνουν τον δημοκρατικό έλεγχο. Το συμπέρασμα δεν είναι ότι πρέπει να επιλέξουμε μονοσήμαντα το ένα ή το άλλο, αλλά ότι απαιτούνται θεσμικά αντίβαρα: σαφές πολιτικό πλαίσιο, καθορισμένες κόκκινες γραμμές και λογοδοσία εκ των υστέρων.
Η ελληνική πολιτική εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών καθιστά το ζήτημα ιδιαίτερα ευαίσθητο.
Στη Μαδρίτη, το περιεχόμενο του κοινού ανακοινωθέντος —και ειδικά η αναφορά σε «ζωτικά συμφέροντα» της Τουρκίας στο Αιγαίο— δεν ήταν γνωστό μέχρι τη στιγμή της δημοσιοποίησής του.
Στο Ελσίνκι, η στρατηγική επιλογή στήριξης της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας συνοδεύτηκε από ασαφή και αμφιλεγόμενα ανταλλάγματα.
Στα Ίμια, η διαχείριση της κρίσης οδήγησε σε μια γκρίζα πραγματικότητα που αναγνωρίστηκε εκ των υστέρων ακόμη και από κυβερνητικά στελέχη.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το πρόβλημα δεν ήταν η ύπαρξη διαπραγματεύσεων, αλλά η απουσία πολιτικής ενημέρωσης και ελέγχου. Το κενό αυτό επέτρεψε τη δημιουργία τετελεσμένων, την εκ των υστέρων νομιμοποίησή τους και, τελικά, τη διάβρωση της εμπιστοσύνης ανάμεσα στην εξουσία και την κοινωνία.
Η πρόσφατη τουρκική NAVTEX, ανεξαρτήτως της νομικής της ακυρότητας, έχει σαφή πολιτική στόχευση. Η δέσμευση θαλάσσιων περιοχών για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα υπερβαίνει τα συνήθη όρια και επιχειρεί να παγιώσει μια εικόνα «κανονικότητας» της τουρκικής παρουσίας και δικαιοδοσίας σε περιοχές παράνομης τουρκικής αμφισβήτησης. Πρόκειται για πρακτική δημιουργίας τετελεσμένων, όχι για τεχνική ναυσιπλοϊκή ρύθμιση.
Η ελληνική απάντηση μέσω αντι-NAVTEX και η επανάληψη των πάγιων νομικών θέσεων της χώρας είναι αναγκαίες, αλλά δεν αρκούν από μόνες τους για να αντιμετωπίσουν το πολιτικό μήνυμα της Άγκυρας. Όταν μια τέτοια κίνηση συμπίπτει χρονικά με συνάντηση κορυφής και με εντατικό διάλογο, το ερώτημα για το περιεχόμενο των συνομιλιών καθίσταται αναπόφευκτο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η δήλωση δεν δημιούργησε το πρόβλημα — το ανέδειξε. Το αίτημα για ενημέρωση του ελληνικού λαού, έστω σε γενικές γραμμές, δεν συνιστά παρέμβαση στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Συνιστά υπενθύμιση μιας θεμελιώδους αρχής: ότι η πολιτική διαχείριση της διπλωματίας δεν μπορεί να είναι ανεξέλεγκτη.
Το αν το αίτημα αυτό διατυπώθηκε από πολιτικό κόμμα ή από δημόσιο πρόσωπο είναι δευτερεύον. Αντιθέτως, αναδεικνύει μια αδυναμία του πολιτικού συστήματος: όταν οι θεσμικοί μηχανισμοί ενημέρωσης υπολειτουργούν, το κενό καλύπτεται από την κοινωνία των πολιτών.
Οι συναντήσεις Μητσοτάκη–Ερντογάν είναι αναγκαίες. Δεν είναι, όμως, αυτονομιμοποιούμενες. Σε ένα περιβάλλον διαρκούς τουρκικής αμφισβήτησης, η σιωπή δεν λειτουργεί ως σταθεροποιητικός παράγοντας, αλλά ως πηγή καχυποψίας. Χωρίς σαφές πολιτικό πλαίσιο, χωρίς ενημέρωση της Βουλής, χωρίς καθορισμένες κόκκινες γραμμές γνωστές στο εσωτερικό, η «σιωπηλή διπλωματία» ενέχει κινδύνους.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να διεξάγεται διάλογος με την Τουρκία. Είναι πώς διεξάγεται, με ποιο περιεχόμενο και με ποια δημοκρατική νομιμοποίηση. Σε αυτό το ερώτημα, η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει όχι με γενικές διαβεβαιώσεις, αλλά με θεσμική σοβαρότητα.
Πέρα από το καλό και το κακό μιας μεμονωμένης δήλωσης, αυτό που αναδύεται είναι το κόστος της σιωπής. Και το κόστος αυτό, σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία, δεν μπορεί να αγνοείται.
Δυστυχώς, η αντιπολίτευση είναι απούσα από αυτήν την προβληματική. Η κ. Καρυστιανού σήμανε το τέλος της σιωπής.


