Το πραγματικό δίλημμα για την Ελλάδα-Χρήστος Καπούτσης

Του Χρήστου Καπούτση

   Για χώρες με μεσαίο, αλλά καθόλου αμελητέο, γεωπολιτικό και στρατιωτικό αποτύπωμα, όπως η Ελλάδα, τα διλήμματα δεν είναι θεωρητικά. Είναι υπαρξιακά. Και σήμερα το δίλημμα είναι πιεστικό όσο ποτέ: προσκόλληση στη διεθνή νομιμότητα και στο Διεθνές Δίκαιο ή προσαρμογή στις επιλογές του ισχυρού, των Ηνωμένων Πολιτειών υπό την απρόβλεπτη διοίκηση Τραμπ;

Η απάντηση «και τα δύο» δεν υπάρχει. Ο συνδυασμός είναι ανέφικτος. Όποιος το πιστεύει, απλώς αρνείται να δει την πραγματικότητα.

Ο κόσμος επιστρέφει απροκάλυπτα στη λογική της ωμής ισχύος. Οι κανόνες δεν καταργούνται τυπικά,  εφαρμόζονται επιλεκτικά, κυρίως εις βάρος των αδύναμων. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα καλείται να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να θεωρεί το Διεθνές Δίκαιο ασπίδα επιβίωσης ή αν θα αποδεχθεί σιωπηρά ότι οι κανόνες ισχύουν μόνο όταν δεν ενοχλούν τους ισχυρούς. Για ένα κράτος με ανοιχτά εθνικά ζητήματα, με αναθεωρητικό γείτονα και με ζωτική ανάγκη σταθερών θεσμικών κανόνων, η επιλογή αυτή αφορά άμεσα την εθνική ασφάλεια.

Στον ελληνικό δημόσιο λόγο έχει παγιωθεί ένας επικίνδυνος δυϊσμός. Από τη μία, όσοι υποστηρίζουν ότι «πρέπει να είμαστε με τους ισχυρούς», επιλεκτικά: με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, ποτέ όμως με τη Ρωσία. Από την άλλη, όσοι επιμένουν ότι για χώρες σαν την Ελλάδα η μόνη ρεαλιστική άμυνα είναι η προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο, ακόμη κι αν αυτό παραβιάζεται συστηματικά από εκείνους που διαθέτουν συντριπτική στρατιωτική ισχύ.

Η αντιπαράθεση αυτή δεν είναι ακαδημαϊκή. Είναι βαθιά πολιτική και εθνική. Διότι η Ελλάδα δεν είναι υπερδύναμη. Δεν έχει την πολυτέλεια των αυταπατών, ούτε μπορεί να ταυτίζει τη στρατηγική της επιβίωση με την εκάστοτε βούληση των ισχυρών ή με «συμμαχίες καλής θέλησης».

Σε αυτό το πλαίσιο, η παρέμβαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια στη Βουλή είχε ιδιαίτερη βαρύτητα. Η ρητή επίκληση του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ και η κατάθεση στα πρακτικά της επίσημης ελληνικής δήλωσης στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, υπενθυμίζουν μια θεμελιώδη αλήθεια: η προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο δεν είναι ιδεολογική πολυτέλεια, αλλά διαχρονικό θεμέλιο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Αν το Διεθνές Δίκαιο μετατραπεί οριστικά σε εργαλείο των ισχυρών και όχι σε ασπίδα των αδυνάτων, τότε για την Ελλάδα και την Κύπρο δεν απομένει κανένα σταθερό έδαφος. Ούτε στο Αιγαίο, ούτε στην Ανατολική Μεσόγειο, ούτε στο Κυπριακό. Θα καταστούν ευάλωτες στον τουρκικό αναθεωρητισμό και στη στρατιωτική ισχύ μιας χώρας, που αμφισβητεί ανοιχτά σύνορα και κυριαρχικά δικαιώματα.

Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Πρόεδρος Τραμπ αντιμετωπίζουν την Τουρκία ως κρίσιμο γεωστρατηγικό και οικονομικό εταίρο: στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Συρία και κυρίως στο Ιράν, που διαγράφεται ως ο επόμενος μεγάλος στόχος της αμερικανικής πολιτικής. Μια σύμπλευση ΗΠΑ–Τουρκίας, βασισμένη σε ωμές σκοπιμότητες και όχι στη διεθνή νομιμότητα, δεν αποτελεί θεσμικό αντίβαρο για την Ελλάδα. Η ελληνοαμερικανική στρατιωτική συμφωνία, όσο ισχυρή κι αν εμφανίζεται, παραμένει ετεροβαρής και μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις, πρωτίστως όταν εδράζεται σε κανόνες διεθνούς δικαίου.

Ακόμη και η ισχυρή στρατιωτική συμφωνία  Ελλάδας–Ισραήλ, όπως και η εμφανής αντιπαλότητα Νετανιάχου–Ερντογάν, είναι πιθανό να λειτουργήσουν πρωτίστως υπέρ των ισραηλινών συμφερόντων σε περίπτωση επιδείνωσης της κρίσης στην Μέση Ανατολή και Ανατολική Μεσόγειο. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να στηρίξουν αποφασιστικά το Ισραήλ, αποφεύγοντας όμως οποιαδήποτε επιλογή που θα έθιγε σοβαρά την Τουρκία. Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι η Ελλάδα και η Κύπρος να βρεθούν εκτεθειμένες στα κύματα του τουρκικού αναθεωρητισμού, αποκομίζοντας απλώς πολιτική «συμπάθεια» από συμμάχους και εταίρους, μαζί με την πάγια προτροπή προς την Αθήνα να «τα βρει» με την Άγκυρα, στο όνομα της σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο,  μιας σταθερότητας αναγκαίας, πρωτίστως, για την προώθηση των αμερικανικών στρατηγικών και γεωοικονομικών συμφερόντων.

Τα πρόσφατα διεθνοστρατηγικά παραδείγματα είναι αποκαλυπτικά: Βενεζουέλα, Ουκρανία, και όσα έπονται,  Γροιλανδία, Ιράν. Η κοινή τους συνισταμένη είναι μία: η υπεροχή της στρατιωτικής ισχύος και των γεωενεργειακών συμφερόντων έναντι του Διεθνούς Δικαίου. Η διοίκηση Τραμπ αντιμετωπίζει τη διεθνή νομιμότητα όχι ως πλαίσιο, αλλά ως εμπόδιο στα στρατηγικά της σχέδια. Η υπόθεση της Βενεζουέλας δεν συνιστά απλώς άλλη μία παραβίαση κανόνων,  αποτελεί ευθεία αποδόμηση της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης από τον ίδιο τον βασικό της εγγυητή. Και το κενό που δημιουργείται είναι τεράστιο.

Μέσα σε αυτό το κενό, η Ευρώπη αναδεικνύεται στον μεγάλο αδύναμο κρίκο: οικονομικά εξαντλημένη, στρατηγικά εξαρτημένη, πολιτικά απαξιωμένη, στρατιωτικά ανεπαρκής. Στο Ουκρανικό, στη Μέση Ανατολή, στη Συρία, στον Καύκασο, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει περιθωριοποιηθεί. Η σημερινή της ηγεσία αποδεικνύεται κατώτερη των περιστάσεων, καθώς σύρεται πίσω από τις επιλογές ενός απρόβλεπτου Αμερικανού προέδρου και, ταυτόχρονα, επιμένει σε μια αδιέξοδη στρατηγική κλιμάκωσης στην Ουκρανία. Μακρόν, Μερτς, φον ντερ Λάιεν και Κάγια Κάλας μιλούν για ευρωπαϊκές στρατιωτικές αποστολές «τήρησης εκεχειρίας» στην Ουκρανία,  μιας εκεχειρίας που δεν έχει ακόμη συμφωνηθεί. Η Ρωσία έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι μια τέτοια ευρωπαϊκή στρατιωτική δύναμη,  δεν θα θεωρηθεί ειρηνευτική αλλά εχθρική και με ότι αυτό συνεπάγεται. Και σε κάθε περίπτωση, το μέλλον της Ουκρανίας φαίνεται ότι θα κριθεί πρωτίστως από συνομιλίες και πιθανή συμφωνία Τραμπ–Πούτιν, από τις οποίες η ηγεσία της Ε.Ε. απουσιάζει.

Η Ελλάδα δηλώνει, δια του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ότι δεν θα στείλει στρατεύματα στην Ουκρανία. Αφήνει όμως ανοικτό το ενδεχόμενο συμμετοχής ελληνικών φρεγατών σε ευρωπαϊκή ναυτική δύναμη επιτήρησης σε εμπόλεμη ζώνη, απέναντι στο ρωσικό πολεμικό ναυτικό. Πρόκειται για επιλογή που δεν είναι τεχνική, αλλά βαθύτατα πολιτική και στρατηγική. Και απαιτεί απόλυτη διαύγεια: ποιον υπηρετεί, με ποιους κινδύνους και με ποιο όφελος για την εθνική ασφάλεια, σε μια συγκυρία όπου η ευρωατλαντική συμμαχία δεν διαθέτει το διεθνές κύρος και τη συνοχή , της προ Τραμπ εποχής.

Στον κόσμο που αναδύεται, η ισχύς δεν λειτουργεί πλέον ως εγγύηση των κανόνων, αλλά ως υποκατάστατό τους. Οι ισχυροί επιλέγουν πότε το Διεθνές Δίκαιο τους δεσμεύει και πότε τους εμποδίζει. Και όταν τους εμποδίζει, απλώς το παρακάμπτουν. Για την Ελλάδα, όμως, αυτό το πρότυπο δεν είναι απλώς προβληματικό,  είναι υπαρξιακά επικίνδυνο. Ένα διεθνές σύστημα χωρίς κανόνες δεν αφήνει χώρο σε μεσαία κράτη με ανοιχτά εθνικά ζητήματα,  τα μετατρέπει σε αντικείμενα διαχείρισης ισχύος τρίτων.

Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι αν η Ελλάδα θα ευθυγραμμιστεί με την εκάστοτε υπερδύναμη, ούτε αν θα ακολουθήσει μια αμερικανική στρατηγική που, υπό τη διοίκηση Τραμπ, αντιμετωπίζει τη διεθνή νομιμότητα ως εμπόδιο και όχι ως θεμέλιο. Το δίλημμα είναι αν η χώρα θα αποδεχθεί σιωπηρά την αποδόμηση του Διεθνούς Δικαίου,  γνωρίζοντας ότι, στο τέλος αυτής της διαδρομής, δεν θα υπάρχουν ούτε εγγυήσεις, ούτε σύμμαχοι, ούτε «κόκκινες γραμμές». Μόνο ωμοί συσχετισμοί ισχύος.

Και σε αυτούς, η Ελλάδα έχει ή δεν έχει την πολυτέλεια να ποντάρει το μέλλον της;

https://www.militaire.gr/to-pragmatiko-dilimma-gia-tin-ellada-christos-kapoytsis/

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
48,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα