του Στράτου Σιμιτζή
Είναι προφανές πως πεζοδρόμηση κεντρικών οδικών αρτηριών γίνεται στις μεγαλουπόλεις όταν ήδη υπάρχει απρόσκοπτη κίνηση τροχοφόρων.
Στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης, το κύριο γνώρισμα των κεντρικών αρτηριών είναι η στενότης τους και η μόνιμη κυκλοφοριακή συμφόρηση που παρατηρείται.
Είναι η γνωστή τοις πάσι, παλιά παθογένεια και αμαρτία, από την μη εφαρμογή του σχεδίου του πολεοδόμου, συγκοινωνιολόγου, αρχιτέκτονα ‘Ερνεστ Εμπράρ, που με την διάσημη ομάδα του είχε ανασχεδιάσει την κατεστραμμένη από την πυρκαγιά του 1917 πόλη προκειμένου να γίνει μια σύγχρονη μεγαλούπολη με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Πλην όμως η εφαρμογή του σχεδίου του Γάλλου πολεοδόμου μόνον μερικώς, για να μην πούμε ελαχίστως, εφαρμόστηκε.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η απόφαση της Δημοτικής Αρχής για πεζοδρόμηση κεντρικών οδών, ενθαρρύνεται μόνο από το γεγονός, ότι η πόλη μετά την επέκταση του Μετρό προς τον Δήμο Καλαμαριάς θα μειώσει έτι περαιτέρω την κυκλοφορία των οχημάτων στο Ιστορικό κέντρο.
Είναι αλήθεια πως η πεζοδρόμηση ευνοεί την εμπορικότητα των κεντρικών οδών, δεδομένου ότι οι υποψήφιοι πελάτες των παρακειμένων καταστημάτων κινούνται με μεγαλύτερη άνεση και ασφάλεια απαλλαγμένοι από την κυκλοφορία των οχημάτων.
Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η πεζοδρόμηση της Άνω Αγίας Σοφίας που σφύζει από εμπορική ζωή και κίνηση.
Ένα άλλο εκκωφαντικό παράδειγμα είναι η οδός Ερμού στην Αθήνα, ο πιο εμπορικός δρόμος στη χώρα.
Όμως, όταν δεν πρόκειται για απόλυτα εμπορική οδό, τότε τον πρώτο λόγο έχει ο εξωραϊσμός και η καλαισθησία του χώρου, εξοπλισμένου με άνθη, πράσινο, καλαίσθητα παγκάκια και νερά που προσδίδουν ιδιαίτερη αισθητική στον πεζοδρομηθέντα δρόμο.
Στα υπέρ και τα κατά της πεζοδρόμησης όμως πάντα θα υπάρχει και η μέση οδός.
Κυρίαρχα στοιχεία στην περίπτωση, η πρακτική και η αισθητική.


