Στέλιος Χατζηπαππάς: ‘’ Banda Entopica’’ και άλλες ιστορίες καθημερινής τρέλας.

του Στέλιου Χατζηπαππά
Η γιαγιά μου η Ελισάβετ, γεννήθηκε κάπου στα 1880 και πέθανε στα 1958, λίγους μήνες μετά την γέννησή μου. Βρίσκεται έκτοτε θαμμένη και χωρίς ποτέ να έχει γίνει η ανακομιδή των οστών της (επισήμως τουλάχιστον), στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας. Το ίδιο κι ο άνδρας της, ο παππούς Σωτήρης Γιέρος, που γεννήθηκε το 1877 και πέθανε κάπου το 1955.
Αμφότεροι δηλαδή, γεννήθηκαν Οθωμανοί πολίτες και στη συνέχεια πήραν την Ελληνική Ιθαγένεια μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, ‘’διά της αθρόας πολιτογραφήσεως δυνάμει της Συνθήκης των Αθηνών, μεταξύ Ελλάδος – Τουρκίας’’, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν τα Πιστοποιητικά Γεννήσεως τους, που έχω την χαρά να διασώζω. Γνωρίζω από διηγήσεις της μάνας μου, ότι ο παππούς Σωτήρης έφυγε από το χωριό του, το Δενδροχώρι Καστοριάς που τότε λέγονταν ‘’Ντέμπενη’’, σε ηλικία 12 ετών!
Κι αφού περιπλανήθηκε στην Πόλη κάποια χρόνια, στην Αμερική έπειτα, κατέληξε να δουλεύει κηπουρός σε πλούσιους Εβραίους, στη Θεσσαλονίκη. Τότε ήταν που, με την βοήθεια των αφεντικών του αγόρασε ένα οικοπεδάκι στις παρυφές της πόλης (στο σημερινό νοσοκομείο Ιπποκράτειο!) ώστε να βρίσκεται σχετικά κοντά στα αρχοντόσπιτα της ‘’Λεωφόρου των Εξοχών’’, τους κήπους των οποίων περιποιούνταν.
Κι εκεί έχτισε με τα χέρια του μια παραγκούλα, που με τα χρόνια έμελλε να μετεξελιχθεί και στο δικό μου πατρικό σπίτι! Ήταν πιά όλα έτοιμα για να ‘’κατεβάσει’’ από το χωριό, την Ντέμπενη της Καστοριάς, τον μαθητικό του έρωτα, την γιαγιά Ελισάβετ, να την παντρευτεί και να της κάνει εννιά παιδιά!
Σύμφωνα πάντα με τις διηγήσεις της μάνας μου, τα πρώτα χρόνια η γιαγιά δεν πολύ-έβγαινε από το σπίτι, γιατί δεν ήξερε ελληνικά και δεν ήταν μόνο που δεν μπορούσε να συνεννοηθεί, αλλά ντρεπόταν κι όλας! Μιλούσε, όπως όλοι στο χωριό της, την ντόπια σλαβόφωνη διάλεκτο, χωρίς ποτέ να έχει τεθεί κάποιο θέμα για την διακηρυγμένη συνείδηση της Ελληνικότητάς της (ούτε και του άνδρα της, βέβαια), ακόμη και την εποχή που ακόμη ζούσαν υπό την Οθωμανική αρχή. Της πήρε κάπου τρία χρόνια, για να μάθει τα ελληνικά, χωρίς ποτέ να ξεχάσει την παιδική της γλώσσα!
Στη δεκαετία του ’60, προτού ακόμη ‘’ανακαλυφθεί’’ η θάλασσα και η Χαλκιδική ως τόπος θερινών διακοπών, οι λίγες οικογένειες που συνήθιζαν να παραθερίζουν τότε (και η δική μου μεταξύ αυτών, ευτυχώς), ‘’έπαιρναν τα βουνά’’! Κι η μάνα μου, ίσως γιατί την ‘’τραβούσε το αίμα’’, συνήθιζε ν’ αφήνει τον άντρα της στη πόλη, κι αυτή με τα τρία παρτσακλά της (εγώ το μικρότερο), να περνά κάνα 2μηνο εκεί κοντά στο χωριό του πατέρα της, σ’ ένα άλλο χωριό-ορόσημο του Μακεδονικού Αγώνα, αλλά και του Εμφυλίου (πατρίδα του Μακεδονομάχου Δημήτριου Νταλίπη και του Στρατιωτικού – Πολιτικού Αναστάσιου Νταλίπη) τον Γάβρο των Κορεστείων. Και βέβαια τότε, πριν 60 χρόνια δηλαδή, αν δεν ήταν γνωστή και διακηρυγμένη η ‘’εθνικοφροσύνη’’ του πατέρα (Δημοσίου Υπαλλήλου στο επάγγελμα), θα ήταν αδύνατον να επιτραπεί η προσέγγισή μη ντόπιων σε τόσο ‘’ευαίσθητες’’ παραμεθόριες περιοχές. Φανταστείτε ότι, καθώς έφτανες στο σημερινό Ανταρτικό, υπήρχε κατεβασμένη μπάρα στον δρόμο και έλεγχος χαρτιών και ταυτοτήτων!
Εκεί, φιλοξενούμασταν σ’ ένα από τα παραδοσιακά πλινθόκτιστα Μακεδονικά διώροφα, που ανήκε σε μια δεύτερη ξαδέρφη της μάνας μου, την θεία Φανή. Η θεία Φανή, ζούσε εκεί με την πεθερά της και τον μικρό της γιό τον Λάμπρο, καθώς η λήξη του Εμφυλίου είχε βρεί τον άντρα της και τον μεγάλο γιό της, απ’την άλλη μεριά των συνόρων, στα Σκόπια, κι η επανένωση της οικογένειας ήταν αδύνατη για δεκαετίες ολόκληρες!
Η πεθερά της θείας Φανής (η προηγούμενη δηλαδή γενιά από αυτήν της μάνας μου) δεν μιλούσε ελληνικά! Με μας τα παιδιά συνεννοούνταν με νοήματα. Η μάνα μου, σκάμπαζε κι από καμιά λέξη. Σιγά σιγά κι εμείς, με τα καλοκαίρια και συναναστρεφόμενοι τους ντόπιους, μάθαμε καμιά εικοσαριά λέξεις! Ωστόσο, τ’ απογεύματα όταν οι γυναίκες μαζεύονταν το λιόγερμα στη πλατεία να κουβεντιάσουν και ν’ αποκάμουν, η όλη κουβέντα γίνονταν στην ντόπια την διάλεκτο, που διακόπτονταν μόνο, όταν πλησίαζε ο παππάς, που όπως θυμάμαι να λέγεται, ‘’κάρφωνε’’ στον πρόεδρο, όσες μιλούσαν ντόπια! Κι εκεί βέβαια στην όλη ομήγυρη, ποτέ δεν ετέθη καν θέμα περί μη ελληνικότητας κάποιου. Σαν παιδιά στα παιχνίδια μας, κι εμείς κι οι φίλοι μας του χωριού, κι οι μάνες τους, κι οι πατεράδες τους, κι οι παππούδες τους, ήταν αυτονόητο ότι ήταν κι ένιωθαν Έλληνες.
Το 1980, φοιτητής πιά και μοναδικός οδηγός του αυτοκινήτου της οικογένειας, ‘’αγγαρεύτηκα’’ να μεταφέρω την μάνα μου και την μεγαλύτερη αδερφή της, μαζί με τον πατέρα μου που ακολουθούσε με ‘’βαριά’’ μάλλον καρδιά, στα Σκόπια. Προς συνάντηση της θείας Φανής, που της είχε πλέον από χρόνια επιτραπεί από τις Αρχές, να πάρει τον μικρό της γιό (κοτζάμ άνδρα πιά) και να πάει να σμίξει με την υπόλοιπη οικογένεια.
Συναντήσαμε μια ‘’καλοβαλμένη’’ οικογένεια, όπου οι πάντες (πατέρας, παιδιά, νύφες, γαμπροί) είχαν δουλειά κι έσοδα, όμορφα σπιτικά και γενικά, ζωή ταχτοποιημένη. Δεν μπορώ να γνωρίζω πως θα ήταν η οικογένεια αν ξανάσμιγε στην Ελλάδα, πάντως εκεί, ήταν καλά. Τότε ήταν σ’ ένα τραπέζι επάνω και μετά την κατανάλωση σλιποβίτσας και μπίρας, που άκουσα τον πατέρα μου να αντιδρά και να αποδομεί με τον γνωστό πεισματικό κι αγέρωχο τρόπο του παλιού στρατιωτικού, κάποια θέματα ‘’Μακεδονικής’’ Εθνότητας που έθεταν οι αμφιτρύωνες.
Οι οποίοι ωστόσο, θα κάνουμε καλά να θυμόμαστε ότι επί χρόνια λοιδορήθηκαν από το επίσημο ελληνικό κράτος με τις μετεμφυλιακές του αγκυλώσεις, και βρήκαν ανακούφιση και φροντίδα σ’ ένα ξένο κράτος, με ότι αυτό συνεπάγεται! Οδηγώντας για κάνα 4ωρο στην επιστροφή, συζητούσα συνεχώς με τον πατέρα (καθώς η μάνα μου κι η αδερφή της κουτσομπόλευαν στα πίσω καθίσματα), μήπως και καταλάβω 22χρονος κι εγώ, τι ‘’παίζει’’ με το όλο αυτό θέμα που το ‘λεγαν ‘’Μακεδονικό’’.
Είχα καταλήξει εμπειρικά σ’ αυτό που και μετά πολλά χρόνια κατέληξα, διαβάζοντας ξανά και ξανά διάφορα συγγράμματα επί του θέματος: Ότι είναι άλλο πράγμα να αποδεχόμαστε την πραγματικότητα μιάς προφορικής ντόπιας Διαλέκτου που προέκυψε από παραφθορές λέξεων προερχομένων από γλώσσες διαφορετικές, στα πλαίσια μιάς πολυεθνικής αυτοκρατορίας όπως η Οθωμανική, και η οποία Διάλεκτος ακριβώς διευκόλυνε την επικοινωνία μεταξύ εθνών που μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες και είναι τελείως διαφορετικό πράγμα, αυτή καθ’ εαυτή η ύπαρξη μιας Διαλέκτου παραφθαρμένων λέξεων να στοιχειοθετεί την ύπαρξη Εθνότητας.
Και βέβαια ουδόλως η χρήση αυτής της διαλέκτου μπορεί να αμφισβητήσει την Ελληνικότητα της γιαγιάς μου και του παππού μου, όπως εξάλλου και την Ελληνικότητα των Μακεδονομάχων Καπετάν Κώττα και Δημήτρη Νταλίπη. Και για να έρθουμε κι εκεί που ξεκινήσαμε, αν το τραγούδι των ‘’Banda Entopica’’ είχε να κάνει απλά και μόνο με την χρήση στίχων στην Σλαβόφωνη Διάλεκτο και μόνο, κακώς, πολύ κακώς διακόπηκε. Αν όμως, όπως από άλλους καταγγέλεται οι στίχοι αυτοί είχαν αναφορές στην επανάσταση του Ίλιντεν και σε ζητήματα αλυτρωτισμού και ‘’Μακεδονικής’’ εθνότητας, ε, νομίζω ότι ‘’πάει πολύ’’ να το ανεχόμαστε σ’ ένα χώρο που πλήρωσε πολλά στην διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, όπως η Φλώρινα._
Απο τη σελίδα του Στέλιου Χατζηπαππά στο fb
spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
47,800ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα