Η κυκλοφορία στη νοτιοανατολική Αλβανία δοκιμάζεται σοβαρά, καθώς βασικοί οδικοί άξονες εμφανίζουν εκτεταμένες φθορές μόλις λίγους μήνες μετά την ολοκλήρωσή τους. Οι συνεχείς κατολισθήσεις, οι ρωγμές στο οδόστρωμα και οι παραμορφωμένες μπάρες ασφαλείας δημιουργούν ένα σκηνικό ανασφάλειας για οδηγούς και επαγγελματίες μεταφορείς.
Μετά το κλείσιμο του δρόμου Λιμπράζντ – Πόγραδετς, η κυκλοφορία διοχετεύτηκε εναλλακτικά μέσω της διαδρομής Μάλις–Λοζάν–Μογλίτσα–Γκραμς. Ωστόσο, ούτε αυτή η επιλογή αποδείχθηκε ασφαλής. Σύμφωνα με την Αστυνομία Κορυτσάς, επιτρέπεται πλέον μόνο η διέλευση Ι.Χ. οχημάτων, ενώ απαγορεύεται η κίνηση λεωφορείων και φορτηγών, εξαιτίας των εκτεταμένων ζημιών σε όλο το μήκος του οδικού άξονα.
Κατά μήκος της διαδρομής παρατηρούνται καθιζήσεις πρανών, πτώσεις βράχων και έντονες πλευρικές μετατοπίσεις του οδοστρώματος. Σε ορισμένα σημεία, η άσφαλτος έχει «σκάσει», ενώ τα προστατευτικά κιγκλιδώματα έχουν στραβώσει, αποκαλύπτοντας τα προβλήματα σταθερότητας του δρόμου. Κάτοικοι και οδηγοί κάνουν λόγο για μια κατάσταση που επιδεινώνεται μετά από κάθε έντονη βροχόπτωση.

Την ίδια ώρα, δυσχέρειες καταγράφονται και στον αποκαλούμενο «χρυσό» άξονα Κούκες–Κιάφ Πλοτς, ο οποίος είχε παρουσιαστεί ως έργο-κλειδί για τη σύνδεση της νοτιοανατολικής χώρας με το Ελμπασάν και τα Τίρανα. Οι ζημιές που εμφανίστηκαν με τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές προκαλούν εύλογα ερωτήματα για την ποιότητα των κατασκευών και την αποτελεσματικότητα της επίβλεψης.
Το οικονομικό αποτύπωμα των έργων είναι βαρύ. Ο άξονας Μάλις–Λοζάν–Μογλίτσα–Γκραμς χρηματοδοτήθηκε με περίπου 1,4 δισ. λέκ, ενώ για το έργο Κούκες – Κιάφε Πλότς διατέθηκαν περίπου 260 εκατ. ευρώ. Παρά τα υψηλά κονδύλια, οι δρόμοι εμφανίζουν ήδη σοβαρές αστοχίες.
Οι εξελίξεις επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της συντήρησης, της ευθύνης των αναδόχων και του ελέγχου των τεχνικών προδιαγραφών από τις αρμόδιες αρχές. Για τους πολίτες, όμως, το βασικό ερώτημα παραμένει απλό: πόσο ασφαλές είναι σήμερα να ταξιδεύει κανείς σε αυτούς τους εθνικούς άξονες;


