
Ο Λίβανος έχει μετατραπεί στο απρόσμενο σκηνικό μιας αργής σαουδαραβικής στροφής προς τον πραγματισμό, καθώς οι περιφερειακές ρήξεις με συμμάχους και αντιπάλους αναγκάζουν το Ριάντ να επανυπολογίσει τις σκληρές του γραμμές.
Τάμτζιντ Κομπάισι
29 Ιανουαρίου 2026
Φωτογραφία: The Cradle
Ο Λίβανος, για ακόμη μία φορά, αντανακλά τις ρηγματώσεις που διαπερνούν τον αραβικό κόσμο. Όμως αυτή τη φορά το έδαφος μετακινείται. Η εποχή των αποκλεισμών και της απομόνωσης υποχωρεί, δίνοντας τη θέση της σε μια πιο ψυχρή και υπολογισμένη πολιτική – και στον πυρήνα της βρίσκεται ένας απρόσμενος διάλογος: ανάμεσα στη Χεζμπολάχ και το Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας.
Όπως παρατηρούσε τον περασμένο μήνα το The Cradle στο άρθρο «Η αμήχανη ύφεση μεταξύ Χεζμπολάχ και Σαουδικής Αραβίας», η παρασκηνιακή επικοινωνία ανάμεσα στις δύο πλευρές έχει θέσει τις βάσεις για μια σιωπηρή απόψυξη. Οι πρόσφατες εξελίξεις επιτάχυναν αυτή τη μετατόπιση, αναγκάζοντας το βασίλειο να επανεκτιμήσει τόσο τις απειλές όσο και τις συμμαχίες του. Τα σήματα δεν περιορίζονται πλέον στα παρασκήνια.
Γίνονται ορατά στο πολιτικό, οικονομικό και μιντιακό πεδίο του Λιβάνου. Αυτό υποδηλώνει ότι η προσέγγιση δεν αποτελεί πια θεωρητική συζήτηση, αλλά μια εξελισσόμενη διαδικασία που αναδιαμορφώνει τόσο το λιβανικό όσο και το περιφερειακό τοπίο.
Οικονομικοί κραδασμοί, πολιτικά σήματα
Η σαουδαραβική ανατοποθέτηση απέναντι στον Λίβανο και τη Χεζμπολάχ εκδηλώνεται σε πολλαπλά μέτωπα. Οι οικονομικές πιέσεις χαλαρώνουν, η πολιτική γλώσσα μετριάζεται και η συζήτηση γύρω από τον αφοπλισμό της αντίστασης προσαρμόζεται στις νέες πραγματικότητες. Οι αλλαγές αυτές συμβαδίζουν με τις σαουδαραβο-χεζμπολαχικές συνομιλίες και αντανακλούν ευρύτερους παράγοντες, όπως οι εσωτερικές απαιτήσεις στον Λίβανο, οι επείγουσες περιφερειακές αναθεωρήσεις και το προσεκτικά υπολογισμένο άνοιγμα της Χεζμπολάχ.
Πηγές αναφέρουν στο The Cradle ότι οι συνομιλίες έχουν ήδη αποδώσει καρπούς, με το Ριάντ να απομακρύνεται από τον προηγούμενο οικονομικό αποκλεισμό. Η μετατόπιση αυτή γίνεται πλέον απτή σε ολόκληρο τον Λίβανο.
Το οικονομικό πεδίο προσφέρει τις πιο σαφείς ενδείξεις. Κατά τη διάρκεια επίσκεψης στη Βηρυτό του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, συνοδευόμενου από ανώτατη οικονομική αντιπροσωπεία, ο Λιβανέζος πρόεδρος Ζοζέφ Αούν σηματοδότησε την ετοιμότητα για εμβάθυνση των σχέσεων Βηρυτού–Τεχεράνης. Στον Λίβανο, τέτοιες κινήσεις συνήθως απαιτούν την έγκριση είτε του Ριάντ είτε της Ουάσινγκτον.
Ο Λιβανέζος πρωθυπουργός Ναουάφ Σαλάμ, γνωστός για τους δεσμούς του με τη Σαουδική Αραβία, ανακοίνωσε την έναρξη της ανοικοδόμησης στο νότιο Λίβανο εντός δύο εβδομάδων, με σχέδια για επιτάχυνση των εργασιών. Η κίνηση αυτή ακολουθεί την κοινοβουλευτική έγκριση δανείου της Παγκόσμιας Τράπεζας – ένδειξη πρόθεσης αξιοποίησης της περιφερειακής δυναμικής. Ο Σαλάμ προανήγγειλε επίσης επικείμενες συμφωνίες με το Ριάντ.
Παράλληλα, ο επί χρόνια παγωμένος φάκελος των Λιβανέζων καταθετών επανήλθε στο υπουργικό συμβούλιο μέσω προτεινόμενου νόμου για χρηματοπιστωτική αναδιοργάνωση και ανάκτηση καταθέσεων. Η νομοθεσία αυτή θέτει τις βάσεις για το κλείσιμο του χρηματοδοτικού κενού και τη σταδιακή αποπληρωμή των καταθέσεων.
Η επαναφορά αυτού του ζητήματος, έπειτα από χρόνια στασιμότητας, αντανακλά όχι μόνο την εσωτερική πίεση αλλά και ένα νέο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον, διαμορφωμένο από την υποχώρηση των εξωτερικών πιέσεων και την αναδίπλωση της πολιτικής οικονομικής ασφυξίας που είχε επιβληθεί στον Λίβανο.
Αλλαγή τόνων στη Βηρυτό
Η πολιτική και μιντιακή ρητορική στον Λίβανο προσαρμόζεται επίσης, ιδίως μεταξύ παρατάξεων με σαουδαραβικές αναφορές. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προσφέρουν οι Λιβανικές Δυνάμεις (LF). Ο τόνος του Λιβανέζου υπουργού Εξωτερικών Γιουσέφ Ράτζι κατά την επίσκεψη Αραγτσί ήταν αισθητά πιο ήπιος σε σύγκριση με προηγούμενες ιρανικές αποστολές. Αν και η συνολική του στάση ενδέχεται να αντανακλά εσωκομματικές γραμμές, αξίζει να σημειωθεί ότι οι LF δεν ευθυγραμμίζονται πλήρως με το Ριάντ και τέμνονται και με την εξωτερική πολιτική της Ουάσινγκτον.
Εξίσου αξιοσημείωτη είναι η σχεδόν πλήρης απουσία των συνήθων σαουδαραβικών μιντιακών εκστρατειών. Μέσα και πρόσωπα που παραδοσιακά πρωτοστατούν σε τέτοιες στιγμές παρέμειναν σιωπηλά. Η σιωπή αυτή αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη ανατοποθέτηση.
Μιντιακές πηγές αναφέρουν επίσης ότι ο Σαουδάραβας πρέσβης στον Λίβανο, Ουαλίντ Μπουχάρι, έχει μεταφέρει ιδιωτικά το ενδιαφέρον του Ριάντ για εμπλοκή με τους σιίτες ηγέτες του Λιβάνου, υπερβαίνοντας την εικόνα ενός σεχταριστικού μποϊκοτάζ.
Το ζήτημα των όπλων: μια αλλαγή λεξιλογίου
Αναπροσαρμογή διακρίνεται και στον επίσημο λόγο γύρω από τον οπλισμό της Χεζμπολάχ. Εκεί όπου παλαιότερα κυριαρχούσε η ρητορική του «αφοπλισμού» ή του αποκλειστικού ελέγχου νότια του ποταμού Λιτάνι, έχει πλέον αναδυθεί μια νέα φράση: «περιορισμός» των όπλων βόρεια του Λιτάνι. Αυτή η λεξιλογική μετατόπιση αντανακλά μια πιο μετρημένη και στρατηγική προσέγγιση.
Σε ένα επίπεδο, υποδηλώνει στενότερο συντονισμό – τόσο στο εσωτερικό όσο και με εξωτερικούς παράγοντες – και απομάκρυνση από μαξιμαλιστικές απαιτήσεις. Σε άλλο επίπεδο, εναρμονίζεται με μια ευρύτερη πολιτική στάση του Ριάντ για μείωση των τριβών και αποφυγή κλιμάκωσης.
Κατά τη διάρκεια πρόσφατης επίσκεψής του στη Βηρυτό, ο Σαουδάραβας απεσταλμένος Γιαζίντ μπιν Φαρχάν δήλωσε σε Λιβανέζους αξιωματούχους ότι, παρότι το Ριάντ υποστηρίζει την υπαγωγή των όπλων στην κρατική εξουσία, η διαδικασία πρέπει να προχωρήσει με λογική και χωρίς εσωτερικούς κλυδωνισμούς. Η δήλωση αυτή ερμηνεύθηκε ευρέως ως μήνυμα προσαρμοσμένο προς τη Χεζμπολάχ.
Η επισήμανσή του ότι η Σαουδική Αραβία «δεν έχει πρόβλημα… με καμία από τις λιβανικές συνιστώσες» αντανακλούσε το πλαίσιο που θέτει η Χεζμπολάχ για έναν εθνικό διάλογο άμυνας. Ακόμη πιο αιχμηρά, η έκκλησή του για ψυχραιμία στη διαδικασία αντήχησε με την επιμονή της οργάνωσης ότι η αλλαγή πρέπει να προκύψει μέσω συναίνεσης και όχι εξαναγκασμού.
Επιφυλακτικότητα απέναντι στον πόλεμο, νέα κοινοβουλευτικά σήματα
Ένα ακόμη σαφές σήμα της σαουδαραβικής αναπροσαρμογής είναι η αυξανόμενη αντίσταση στην στρατιωτική κλιμάκωση στον Λίβανο. Μια θέση που παλαιότερα εκφραζόταν έμμεσα, πλέον εμφανίζεται τόσο σε ιδιωτικές συναντήσεις όσο και σε δημόσιες δηλώσεις προσώπων προσκείμενων στο Ριάντ.
Ρεπορτάζ του ισραηλινού Channel 12, επικαλούμενα ανώνυμα μέλη της σαουδαραβικής βασιλικής οικογένειας, ανέφεραν την άρνηση του Ριάντ να αποδεχθεί οποιαδήποτε στρατιωτική επιχείρηση κατά του Λιβάνου. Τέτοιες κόκκινες γραμμές ενισχύουν το αφήγημα της Χεζμπολάχ και περιπλέκουν τον πίνακα απειλών του Τελ Αβίβ.
Η μετατόπιση αυτή έγινε εμφανής και στη συνεδρίαση του κοινοβουλίου στις 18 Ιανουαρίου, όπου οι μάχες για απαρτία έφεραν αντιμέτωπους τη Χεζμπολάχ και το Κίνημα Αμάλ – γνωστούς στον Λίβανο ως το Σιιτικό Δίδυμο – με τις Λιβανικές Δυνάμεις. Ο Σαμίρ Ζεάγια, μακροχρόνιος ηγέτης των LF και ένθερμος υποστηρικτής του αφοπλισμού της Χεζμπολάχ, φέρεται να παρότρυνε τον Σαουδάραβα απεσταλμένο να αποθαρρύνει τους σουνίτες βουλευτές από τη συμμετοχή. Η προσπάθεια απέτυχε. Οι σουνίτες βουλευτές που ευθυγραμμίζονται με το Ριάντ προσήλθαν κανονικά.
Σε αυτό το πλαίσιο, το μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου της Χεζμπολάχ, Γκαλέμπ Αμπού Ζαϊνάμπ, δηλώνει στο The Cradle:
«Κατ’ αρχήν, θέλουμε οι σχέσεις μας με τα αραβικά κράτη να είναι θετικές – βασισμένες στον αμοιβαίο σεβασμό και στα κοινά συμφέροντα στον Λίβανο και στον αραβικό κόσμο. Αυτό, φυσικά, περιλαμβάνει και το Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας, το οποίο έχει σημαντικό αραβικό και ισλαμικό βάρος στην περιοχή».
Η εξίσωση του Περσικού Κόλπου για το Ριάντ αλλάζει
Η γραμμή της Χεζμπολάχ αποτελεί ένα μόνο μέρος μιας ευρύτερης σαουδαραβικής αναπροσαρμογής, η οποία καθοδηγείται από νέες περιφερειακές πιέσεις. Η Υεμένη, το Σουδάν, η Ερυθρά Θάλασσα και ο Λίβανος είναι όλα πεδία στα οποία το Ριάντ διαπιστώνει πλέον αυξανόμενες τριβές με τον μακροχρόνιο σύμμαχό του στον Κόλπο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Στην Υεμένη, η Σαουδική Αραβία παραμένει ανήσυχη. Παρότι επιδίωξε να περιορίσει τις κινήσεις των Εμιράτων στον νότο, οι πρωτοβουλίες του Άμπου Ντάμπι –συμπεριλαμβανομένης μιας ελεγχόμενης αποχώρησης από ορισμένες ζώνες– προκάλεσαν ανησυχία. Οι δηλώσεις από το Άμπου Ντάμπι του φυγόδικου ηγέτη του πλέον διαλυμένου Μεταβατικού Συμβουλίου του Νότου (STC), Αϊντάρους αλ-Ζουμπαϊντί, περί επιδίωξης της ανεξαρτησίας του νότου, σε συνδυασμό με την απόπειρα δολοφονίας του διοικητή της Ταξιαρχίας των Γιγάντων, Χάμντι Σούκρι αλ-Σουμπαΐχι, και τις διαδηλώσεις που ακολούθησαν, ήχησαν συναγερμό στο Ριάντ.
Στο Σουδάν, η Σαουδική Αραβία στηρίζει την επίσημη κυβέρνηση στο Χαρτούμ και προετοιμάζεται για μια ενδεχόμενη αντιπαράθεση με τις Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης (RSF), οι οποίες υποστηρίζονται από τα ΗΑΕ. Το Ριάντ διευκόλυνε συμφωνία ύψους 1,5 δισ. δολαρίων με το Πακιστάν για την προμήθεια όπλων, συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας και drones στον σουδανικό στρατό, στέλνοντας σαφές μήνυμα πρόθεσης να αναχαιτίσει την εμιρατινή διείσδυση – στο πλαίσιο μιας ευρύτερης περιφερειακής αναδιάταξης που περιγράφεται ως απάντηση στην αυξανόμενη ευθυγράμμιση του Άμπου Ντάμπι με το Τελ Αβίβ.
Παράλληλα, η αναγνώριση της Σομαλιλάνδης από το Ισραήλ και οι αναφορές περί πιθανής ισραηλινής στρατιωτικής παρουσίας εκεί προσέθεσαν ένα ακόμη επίπεδο ανησυχίας: ένα νέο ισραηλινό αποτύπωμα κοντά στην Ερυθρά Θάλασσα.
Αντιμετωπίζοντας τις φιλοδοξίες των Εμιράτων
Ο Λίβανος δεν αποτελεί εξαίρεση. Σαουδάραβες αξιωματούχοι υποπτεύονται πλέον ότι το Άμπου Ντάμπι ελίσσεται για να αποκτήσει επιρροή στη Βηρυτό. Οι Λιβανικές Δυνάμεις (LF), με την ευθυγράμμισή τους στον άξονα ΗΑΕ–Ισραήλ, αποτελούν μέρος αυτής της ανησυχίας. Το σκάνδαλο με τον «Αμπού Ομάρ» –έναν άνδρα που παρίστανε τον Σαουδάραβα πρίγκιπα και φέρεται να συντόνιζε λιβανικές πολιτικές διεργασίες– ενίσχυσε τις υποψίες ότι τα ΗΑΕ κάλυψαν το σαουδαραβικό κενό κατά την απουσία του Ριάντ.
Πηγές σημειώνουν ότι και το Κατάρ έχει εντείνει την παρουσία του στον Λίβανο, χρηματοδοτώντας πρόσωπα όπως εκείνα του Ελεύθερου Πατριωτικού Κινήματος. Είτε αυτό γίνεται σε συντονισμό με το Ριάντ είτε όχι, συμβάλλει σε έναν συνωστισμό ανταγωνισμών του Κόλπου που εκτυλίσσεται στη Βηρυτό.
Σε απάντηση, το Ριάντ επανεξετάζει τους λιβανικούς του συμμάχους. Η υπόθεση «Αμπού Ομάρ» φέρεται να ώθησε το βασίλειο να αμφισβητήσει τη σοβαρότητα ορισμένων πρώην «πελατών» του – πολλοί από τους οποίους απέτυχαν να αποδώσουν είτε πολιτικά είτε στο επίπεδο της ασφάλειας. Αυτή η συνειδητοποίηση έχει καταστήσει το Ριάντ πιο επιφυλακτικό και λιγότερο πρόθυμο να επαναλάβει λάθη του παρελθόντος.
Το βασίλειο πλέον στηρίζεται στην έδρα του προέδρου του λιβανικού κοινοβουλίου, Ναμπίχ Μπέρι, στο Άιν αλ-Τίνεχ, ως δίαυλο προς τη Χεζμπολάχ – μια πιο άμεση και ρεαλιστική οδό. Η Χεζμπολάχ παραμένει η καθοριστική δύναμη στον Λίβανο και το Ριάντ φαίνεται πλέον διατεθειμένο να κινηθεί εντός αυτής της πραγματικότητας.
Ακόμη και το πολιτικό μέλλον του πρώην πρωθυπουργού του Λιβάνου, Σαάντ Χαρίρι, επανεξετάζεται. Πολιτική πηγή υπογραμμίζει ότι μια επιστροφή μέσω του εμιρατινού διαύλου θα οδηγούσε σε βαθιές διαιρέσεις, ιδίως εντός της ίδιας της οικογένειας Χαρίρι, καθώς το εμιρατινό σχέδιο δεν συνάδει με την προσωπικότητά του ούτε με την πολιτική του παρακαταθήκη. Ένας από τους βασικούς λόγους της αποχώρησής του από τη δημόσια ζωή ήταν η άρνησή του, εκείνη την περίοδο, να ακολουθήσει τη σαουδαραβική έκκληση για εμφύλιο πόλεμο – μια απαίτηση που αντανακλούσε την εμιρατινή προσέγγιση. Ως εκ τούτου, η σαουδαραβική επιλογή παραμένει ο πιο ρεαλιστικός δρόμος για τον Χαρίρι, ικανός να τον επανεντάξει στην πολιτική σκηνή και να διασφαλίσει την ενότητα της σουνιτικής κοινότητας υπό την ομπρέλα του Ριάντ, αντί να τη διασπά μέσω εξωτερικών σχεδίων.
Οι εξελίξεις αυτές σηματοδοτούν μια ευρύτερη αποκάλυψη της μακροχρόνιας σαουδαραβο-εμιρατινής αντιπαλότητας. Το Ριάντ κινείται πλέον ταχύτατα για να εξουδετερώσει διαχειρίσιμες διαφορές και να επικεντρωθεί σε αυτό που ολοένα και περισσότερο θεωρεί ως τη βασική του πρόκληση: το Άμπου Ντάμπι.
Τελικά, είναι σαφές ότι η προσέγγιση Σαουδικής Αραβίας–Χεζμπολάχ δεν αποτελεί αιφνίδια εξέλιξη, αλλά το προϊόν συσσωρευμένων περιφερειακών πιέσεων και εσωτερικών περιορισμών που έχουν καταστήσει τον πραγματισμό όχι επιλογή, αλλά αναγκαιότητα.


