Αθήνα και Ιερουσαλήμ εκλαμβάνουν την Τουρκία ως απειλή ασφαλείας και εμβαθύνουν τη στρατιωτική και πολιτική συνεργασία τους.

Την επομένη της συνάντησης των Νίκου Δένδια και Ίσραελ Κατζ στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας, τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης βοούσαν περί «αντιτουρκικής συμπόρευσης».

Το απαύγασμα μιας σειράς δημοσιευμάτων («Sabah», «Hürriyet», «Milliyet», Haber 7, Aydınlık, A Haber, CNN Türk) ήταν ότι Αθήνα και Ιερουσαλήμ «περικυκλώνοντας» την Άγκυρα –γνωστό ως «σύνδρομο των Σεβρών» στη γειτονική χώρα– προετοιμάζονται για στρατιωτική σύγκρουση μαζί της, που –όπως εκτιμούσαν– θα αναταράξει την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Πέραν των δημοσιευμάτων του τουρκικού Τύπου, η ανεξαρτησία του οποίου αμφισβητείται, ενδιαφέρον είχε η τοποθέτηση του Μεχμέτ Ογκιουτσού (Haber 10, 20-01-2026). Στην ανάλυσή του, ο Τούρκος πρώην διπλωμάτης και νυν πρόεδρος του London Energy Club υπογράμμισε ότι τα εδάφη και οι σφαίρες επιρροής σπάνια αλλάζουν χέρια με μια μόνο μεγάλη κίνηση αλλά «με υπομονή στον χρόνο και στη συσσώρευση μικρών βημάτων»· κάτι που εκτιμά ότι συμβαίνει σε Αιγαίο, Κύπρο και Ανατολική Μεσόγειο.

Κατά τον κ. Ογκιουτσού, η Ελλάδα, χρησιμοποιώντας «τακτική σαλαμοποίησης», προχώρησε σε μια σειρά δράσεων (π.χ. θαλάσσια πάρκα), αμυντικών και εξοπλιστικών συνεργασιών, όπως με το Ισραήλ και τη Γαλλία, αλλά και σε ενεργειακές πρωτοβουλίες (Κάθετος Διάδρομος, έρευνες νοτίως της Κρήτης κ.λπ.) που αποτελούν μέρος της ίδιας στρατηγικής εικόνας και στοχεύουν στη μείωση του στρατηγικού βάθους της Τουρκίας εμπράκτως.

Είναι γεγονός ότι μετά την κρίση του Έβρου και κυρίως του «Oruc Reis» το καλοκαίρι του 2020 –κατά την οποία Ελλάδα και Τουρκία έφτασαν μια ανάσα από τη σύρραξη κατόπιν υπαιτιότητας της δεύτερης– η Αθήνα αποφάσισε να ενισχύσει ουσιωδώς τη διπλωματική της μόχλευση αλλά και τις αμυντικές-αποτρεπτικές ικανότητές της.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα συνομολόγησε στρατηγικές συμφωνίες με Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Γαλλία (2020 και 2021 αντίστοιχα) με αμφότερες να περιλαμβάνουν ρήτρες αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής. Ταυτόχρονα, η Αθήνα αγόρασε από το Παρίσι 24 μαχητικά αεροσκάφη (4,5 γενιάς) Rafale και τέσσερις υπερσύγχρονες φρεγάτες τύπου FDI.

Η πρώτη, ο «Κίμων», αγκυροβόλησε προ ημερών στον Ναύσταθμο της Σαλαμίνας, ενώ εντός του έτους αναμένονται και άλλες δύο: o «Νέαρχος» και ο «Φορμίων». Ενώ, αξιοποιώντας την απόταξη της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35, η Ελλάδα παρήγγειλε 20 μαχητικά αεροσκάφη πέμπτης γενιάς από τις ΗΠΑ, οι παραδόσεις των οποίων αναμένεται να ξεκινήσουν το 2028.

Ο ρόλος του Ισραήλ στο εγχείρημα αυτό είναι κομβικός. Πέραν της δίχως φειδώ αγοράς, από ελληνικής πλευράς, ισραηλινών εξοπλιστικών συστημάτων όπως εκείνων που θα θεμελιώσουν την «Ασπίδα του Αχιλλέα» (αντιαεροπορική, αντιβαλλιστική, anti-drone, αντιπλοϊκή και ανθυποβρυχιακή προστασία του εθνικού χώρου) αλλά και του συστήματος πολλαπλών εκτοξευτών πυραύλων PULS που θα τοποθετηθεί στα νησιά, οι δύο χώρες, όπως ανακοίνωσε προχθές ο κ. Δένδιαςθα ανταλλάσσουν τεχνογνωσία σε ζητήματα αντιμετώπισης μη επανδρωμένων πλατφορμών και, ειδικότερα, σμηνών μη επανδρωμένων αεροχημάτων και ομάδων μη επανδρωμένων υποβρυχίων σκαφών.

Επιπλέον, Αθήνα και Ιερουσαλήμ εμβάθυναν σημαντικά τη στρατηγική τους συνεργασία σε στρατιωτικό (συνεχείς κοινές ασκήσεις, δράσεις, συνεκπαιδεύσεις) και πολιτικό επίπεδο –παρά την αμηχανία της πρώτης κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γάζα– με αποτέλεσμα να της προσδώσουν χαρακτηριστικά συμμαχίας.

Καθοριστική σημασία σε αυτό είχε το γεγονός ότι η Τουρκία άρχισε να εκλαμβάνεται ως απειλή ασφαλείας και από το Ισραήλ, εξέλιξη που συνδέεται άμεσα τόσο με τη στάση της πρώτης στη Συρία όσο και με τις προσπάθειές της να επανενταχθεί στο πρόγραμμα των F-35. «Για να έχεις συμμαχία ή πραγματική στρατηγική σχέση με ένα κράτος πρέπει να συντρέχουν προφανείς αντικειμενικοί λόγοι. Για Ελλάδα και Ισραήλ υπάρχουν πλέον», σημείωνε ανώτερος διπλωματικός αξιωματούχος του υπουργείου Εξωτερικών.

Ενισχυτικά στον ελληνοϊσραηλινό άξονα λειτούργησαν η αδελφική για την Αθήνα και στρατηγική για την Ιερουσαλήμ σχέση με τη Λευκωσία, η συναντίληψη για τον Λίβανο, η κοινή κατανόηση για τη Συρία αλλά και οι στρατηγικές σχέσεις αμφοτέρων με Άμπου Ντάμπι και Νέο Δελχί. Ιδιαίτερα, η Ινδία έχει μεγάλη σημασία δεδομένου του σχεδιαζόμενου διαδρόμου ΙMEC (Ελλάδα-Ισραήλ θα είναι μέρος του) αλλά και λόγω αντισυσπειρώσεων. Η μεγαλύτερη δημοκρατία στον κόσμο, με πυρηνική αποτρεπτική ικανότητα, η Ινδία, διατηρεί εχθρικές σχέσεις με το επίσης πυρηνικό Πακιστάν, στενό σύμμαχο της Τουρκίας.

Ελλάδα, Ισραήλ (και Κύπρος) πιθανώς να επιθυμούσαν μια ενεργότερη αμερικανική συμμετοχή στο σχήμα «3+1», κάτι που λόγω του απρόβλεπτου Ντόναλντ Τραμπ αλλά και της πιέσεως που ασκεί η Ουάσιγκτον σε Ιερουσαλήμ-Άγκυρα για να αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους, δεν είναι βέβαιο πώς θα επιδρούσε. Οπωσδήποτε, μια ενεργή εμπλοκή της Ινδίας ή των Εμιράτων σε ένα πιο διευρυμένο σχήμα θα ήταν καλοδεχούμενη.

Κάπως έτσι, η Ελλάδα μαζί με το Ισραήλ επιχειρούν να ισχυροποιήσουν ένα πλέγμα περιφερειακών και διαπεριφερειακών συνεργασιών, με στόχο την ενίσχυση της γεωπολιτικής τους θέσης αλλά και την ανάδειξη μιας νέας και σταθερής περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας, στην οποία ο αναθεωρητισμός δεν θα έχει καμία θέση.

tomanifesto.gr