Προς μια Τουρκία μετά το PKK: Ειρηνευτική διαδικασία ή παιχνίδι εξουσίας;

 

Αφοπλισμός ή παγίδα; Η διάλυση του PKK αναζωπύρωσε τις ελπίδες για ειρήνη στην Τουρκία, αλλά σε μια βαθιά διχασμένη κοινωνία γεννά περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα απαντά.
 του Yavuz Baydar
16 Μαΐου

Μετά την ιστορική απόφαση του PKK να τερματίσει την σχεδόν πεντηκονταετή ένοπλη πάλη του στις 12 Μαΐου, τα ερωτήματα που εγείρονται γύρω από αυτό που η τουρκική πλευρά αποκαλεί «Τουρκία χωρίς τρομοκρατία» — ή «ειρηνευτική διαδικασία», σύμφωνα με την κουρδική πλευρά — όχι μόνο παραμένουν αναπάντητα, αλλά στην πραγματικότητα έχουν εμβαθύνει.

Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι αυτή η αλυσίδα εξελίξεων έχει προκαλέσει σημαντική σύγχυση τόσο στους εγχώριους παράγοντες όσο και στους εξωτερικούς παρατηρητές. Η «διαδικασία» — ή, πιο σωστά ίσως, η «συμφωνία» — είναι, με οποιοδήποτε παγκόσμιο πρότυπο επίλυσης συγκρούσεων, μια εμφανής ανωμαλία. «Η Τουρκία θα δείξει στον κόσμο ένα επιτυχημένο μοντέλο λύσης χωρίς προηγούμενο», έγραψε ο καλά ενημερωμένος φιλοκυβερνητικός αρθρογράφος Αμπντουλκαντίρ Σελβί στην εφημερίδα Hürriyet.

Ξεχάστε λοιπόν τα δημοφιλή εγχειρίδια όπως Getting to Yes, Negotiating the Nonnegotiable, ή The Mediation Process. Αν αγνοήσουμε σχεδόν δύο χρόνια «προετοιμασίας» — μυστικές συνομιλίες μεταξύ Τούρκων αξιωματούχων και του φυλακισμένου ηγέτη του PKK, Αμπντουλάχ Οτζαλάν — χρειάστηκαν μόλις έξι μήνες από την έναρξή τους έως την ανακοίνωση διάλυσης του PKK. Συγκριτικά με παρόμοιες περιπτώσεις επίλυσης συγκρούσεων, η εξέλιξη υπήρξε ταχύτατη.

Η ανακοίνωση, διατυπωμένη σε μακροσκελές, λυρικό και κατά τόπους ασαφές ύφος, δήλωνε ότι «τερματίζεται κάθε δραστηριότητα υπό το όνομα του PKK» και πετούσε ουσιαστικά το μπαλάκι στην Άγκυρα. Δεν περιείχε ωστόσο καμία αναφορά στο πότε, πού ή πώς θα παραδοθούν ή θα εγκαταλειφθούν τα όπλα.

Οι αντάρτες του PKK σε σημείο εκπαίδευσης σε άγνωστη τοποθεσία στο Ιράκ.

Το «πρωτοφανές μοντέλο» βασίζεται σε μια ακολουθία ανωμαλιών. Η διαδικασία χαρακτηρίστηκε από σκληρή ρητορική, στερήθηκε ακόμα και της ελάχιστης διαφάνειας, και διαμορφώθηκε πλήρως από τα πάνω προς τα κάτω.

Η απαρχή έγινε με μια ομιλία του Ντεβλέτ Μπαχτσελί, «βαθέος» πολιτικού συμμάχου του Προέδρου Ερντογάν, στην οποία έκανε αναφορά στο «δικαίωμα στην ελπίδα» — έναν όρο που εισήγαγε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στην απόφασή του στην υπόθεση Vinter κατά Ηνωμένου Βασιλείου το 2013. Η εν λόγω νομολογία άνοιξε τον δρόμο για τη βελτίωση των συνθηκών κράτησης ισοβιτών χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης, μετά από περίπου 25 χρόνια κράτησης. Ο Αμπντουλάχ Οτζαλάν θεωρήθηκε ότι εμπίπτει σε αυτήν την κατηγορία, και έναν χρόνο αργότερα το ΕΔΔΑ εξέδωσε απόφαση και για τη δική του υπόθεση.

Αλλά εδώ βρίσκεται η ανωμαλία: ενώ η απόφαση του ΕΔΔΑ τόνιζε την υποχρέωση του κράτους να βελτιώσει τις συνθήκες για τους κρατούμενους με ισόβια κάθειρξη, η τουρκική κυβέρνηση φάνηκε να την αξιοποιεί ως πολιτικό διαπραγματευτικό χαρτί για μια «συμφωνία» με τον Οτζαλάν. Το μήνυμα ουσιαστικά ήταν: Αν θέλεις να επωφεληθείς από αυτό, πρέπει να αναλάβεις την ευθύνη για τη διάλυση του PKK. Με άλλα λόγια, αυτό που ήταν νομικό του δικαίωμα μετατράπηκε σε πολιτικό αντάλλαγμα.

Ο Οτζαλάν αποδέχθηκε την πρόταση, πιθανότατα υπό το βάρος της εξάντλησης από την 25ετή απομόνωση στο νησί Ιμραλί. Δεδομένου ότι το ζήτημα επικεντρωνόταν κυρίως στο καθεστώς του και στην συμβολική του εξουσία επί του PKK, οι διαπραγματεύσεις περιορίστηκαν σχεδόν αποκλειστικά γύρω από το πρόσωπό του και τις συνθήκες κράτησής του — όπως επανειλημμένα επεσήμαναν και κορυφαίες φυσιογνωμίες του βουνού. Δεν υπήρξε καμία μεσολάβηση τρίτου μέρους.

Η πρωτοβουλία ανήκε στον Μπαχτσελί, ενώ ο Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επέλεξε να παραμείνει στο παρασκήνιο, παρακολουθώντας τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης. Παρ’ όλα αυτά, η «συμφωνία» όφειλε να περιλαμβάνει ενέργειες ενημέρωσης του Κοινοβουλίου και των άλλων πολιτικών κομμάτων — πολλά εκ των οποίων είχαν επισήμως ζητήσει ενημέρωση.

Υπό κανονικές συνθήκες, θα ήταν το υπερεθνικιστικό MHP του Μπαχτσελί που θα αναλάμβανε την πρωτοβουλία να εμπλέξει το Κοινοβούλιο στη «διαδικασία». Ωστόσο, σε άλλη μια εντυπωσιακή ανωμαλία, ήταν το φιλοκουρδικό κόμμα DEM που ανέλαβε εξ ολοκλήρου το έργο της έναρξης διαλόγου με τα υπόλοιπα κόμματα — πολλά εκ των οποίων κράτησαν επιφυλακτική στάση. Αυτή η διευθέτηση απάλλασσε βολικά και τα δύο κόμματα εξουσίας, το AKP και το MHP, από κάθε άμεση ευθύνη.

Συνάντηση αντιπροσωπείας του φιλοκουρδικού κόμματος DEM με τον Özgür Özel, ηγέτη του κύριου κόμματος της αντιπολίτευσης, CHP.

Η διαδικασία πλαισιώθηκε από επιθετική ρητορική. Κυβερνητικά στελέχη, με επικεφαλής τον Ερντογάν, επαναλάμβαναν διαρκώς προς το PKK να σταματήσει τη χρήση βίας, να διαλυθεί, να παραδώσει τον οπλισμό του και να διακόψει κάθε δεσμό με τις κουρδικές δυνάμεις του SDF στη Συρία — διαφορετικά να ετοιμαστεί για πλήρη εξόντωση με στρατιωτικά μέσα. Πέραν αυτών, δεν υπήρχαν σαφείς δεσμεύσεις για μεταρρυθμίσεις ή για επί της ουσίας αντιμετώπιση του βαθιά ριζωμένου κουρδικού ζητήματος στην Τουρκία.

Ακόμη και η συζήτηση περί μερικής αμνηστίας ήταν ασαφής και αντιφατική. Ο Μπαχτσελί αναφέρθηκε πρόσφατα στην ανάγκη «να διαχωριστούν όσοι διέπραξαν εγκλήματα από τους υπόλοιπους», εντείνοντας τον σκεπτικισμό. Η στάση της κυβέρνησης συνοψίζεται ως εξής: Κάντε ό,τι σας λέμε και βλέπουμε μετά τι (ίσως) προσφέρουμε.

Η αποκαλούμενη αυτή «συμφωνία» εξελίσσεται εν μέσω κλιμακούμενης πολιτικής και οικονομικής κρίσης στην Τουρκία. Καθώς ο δημόσιος λόγος γίνεται όλο και πιο θεατρινίστικος και υπερβολικός, ο Ερντογάν έχει εντείνει τις επιθέσεις του εναντίον δύο εκ των βασικών πολιτικών του αντιπάλων.

Πρώτος συνελήφθη ο Ümit Özdağ, του οποίου η αντιμεταναστευτική και ακροδεξιά ρητορική τον είχε καταστήσει ιδιαίτερα δημοφιλή.

Η δεύτερη σύλληψη ήρθε στις 19 Μαρτίου και στόχευσε τον ήδη εξαιρετικά δημοφιλή δήμαρχο Κωνσταντινούπολης, Εκρέμ Ιμάμογλου — μια ενέργεια που η αντιπολίτευση χαρακτήρισε ως «πραξικόπημα». Και οι δύο παραμένουν υπό κράτηση, μαζί με τον Σελαχαττίν Ντεμιρτάς, πρώην συμπρόεδρο του φιλοκουρδικού κόμματος, ο οποίος βρίσκεται στη φυλακή εδώ και πάνω από οκτώ χρόνια. Παράλληλα, συνεχίζονται οι δικαστικές έρευνες εις βάρος του κόμματος του Ιμάμογλου, του CHP, για υποτιθέμενα σκάνδαλα διαφθοράς και παρατυπίες — ένα εκκρεμές που κρέμεται πάνω από την κύρια αντιπολίτευση σαν δαμόκλειος σπάθη.

Η «σιγή των όπλων» και ο τερματισμός της βίας είναι, φυσικά, καλοδεχούμενοι εκ προοιμίου από ένα ευρύ φάσμα ψύχραιμων και λογικών σχολιαστών στην Τουρκία. Η σύγκρουση έχει κοστίσει τη ζωή σε σχεδόν 50.000 ανθρώπους — περίπου το 80% των οποίων ήταν Κούρδοι, σύμφωνα με στρατιωτικές πηγές. Επιπλέον, υπήρξε οικονομικά εξουθενωτική, υπονομεύοντας επί δεκαετίες την τουρκική οικονομία.

Ωστόσο, στην ουσία, η λεγόμενη «συμφωνία» αφορά κυρίως το μέλλον δύο ισχυρών πολιτικών προσώπων: του Ερντογάν και του Οτζαλάν. Ο τελευταίος φαίνεται να έχει για ακόμη μία φορά δεχτεί μια προσφορά ελπίδας — για μελλοντική αμνηστία, τόσο για τον ίδιο όσο και για πολλούς συντρόφους του. Αν αυτό υλοποιηθεί, μένει να φανεί· διότι ο έτερος πόλος της συμφωνίας, ο Ερντογάν —γνωστός για την ικανότητά του στις πολιτικές δοσοληψίες— έχει τις δικές του προσδοκίες.

Σε τακτικό επίπεδο, ο Ερντογάν μοιάζει αποφασισμένος να διαχειριστεί προσωπικά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων, ώστε να επαναβεβαιώσει τη δημοφιλία του ως «ο ηγέτης που επέβαλε την ειρήνη».

Πράγματι, οι ενδείξεις δείχνουν ότι, εάν η συμφωνία στεφθεί με επιτυχία, τα ποσοστά αποδοχής του ενδέχεται να αυξηθούν κατά 7–8 ποσοστιαίες μονάδες. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις, όπως των Metropoll και ASAL, το κόμμα του, το AKP, έχει ήδη ανακτήσει περίπου 5 μονάδες από εκείνες που είχε χάσει στις τοπικές εκλογές του περασμένου έτους.

Η πολιτική στρατηγική του Ερντογάν βασίζεται στο εξής δίπολο: αφενός, στη δημιουργία ρήγματος μεταξύ του CHP και του DEM (μιας δυνητικής συμμαχίας που θα μπορούσε να απειλήσει σοβαρά την εξουσία του), και αφετέρου, στη συνεχή δαιμονοποίηση του πρώτου. Παράλληλα, αποκαλύπτεται και η ευρύτερη τακτική του: μέσω μιας άτυπης συμμαχίας με βουλευτές του DEM για την τροποποίηση του Συντάγματος, επιχειρεί να ανοίξει νέο διαπραγματευτικό πεδίο — συγκεκριμένα, «να άρει το όριο θητειών για την προεδρία, με αντάλλαγμα μεταρρυθμίσεις υπέρ των κουρδικών αιτημάτων».

Με άλλα λόγια: περαιτέρω εδραίωση της εξουσίας του.

Υπό αυτές τις συνθήκες τόσο η Άγκυρα όσο και το PKK εκφράζουν ελπίδες για μια συμφωνία. Ωστόσο, εύλογα πλέον προκύπτουν περισσότερα ερωτήματα από όσα υπήρχαν πριν. Πότε και πώς θα αφοπλιστεί το PKK; Τι θα συμβεί με τους μαχητές που θα κατέβουν από τα βουνά ή θα εγκαταλείψουν τα αγροτικά τους κρησφύγετα; Και πώς θα αφοπλιστούν οι «Φρουροί των Χωριών», δηλαδή οι ένοπλοι παραστρατιωτικοί που για δεκαετίες χρηματοδοτούνταν από το κράτος για να πολεμούν το PKK;

Θα υπάρξει γενική αμνηστία; Θα συγκροτηθούν επιτροπές αλήθειας και συμφιλίωσης για τη διερεύνηση εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκαν στο παρελθόν; Και τι θα συμβεί με τον πυρήνα των αρχικών αιτημάτων του PKK: την αναγνώριση της κουρδικής ως επίσημης γλώσσας, τη χρήση της στην εκπαίδευση, και άλλα συλλογικά δικαιώματα;

Οι επανειλημμένες εκκλήσεις από την κουρδική πλευρά για επίσημη απάντηση από την Άγκυρα υπογραμμίζουν τα κρίσιμα κενά που πρέπει να καλυφθούν προκειμένου να υπάρξει ουσιαστικό κλείσιμο του κύκλου — την ώρα που η κοινή γνώμη παραμένει στο σκοτάδι.

Η κάθετα οργανωμένη και μη διαφανής φύση της λεγόμενης «διαδικασίας» έχει αφήσει εκτός πλαισίου την κοινωνία των πολιτών. Πολλές δημοσκοπήσεις — όχι και τόσο απροσδόκητα — καταγράφουν εντεινόμενη πόλωση. Σύμφωνα με ευρήματα της Metropoll για τον Μάρτιο, το 67,7% των ερωτηθέντων απάντησαν «όχι» στην ερώτηση: «Στηρίζετε τη νέα διαδικασία που διεξάγεται με τον Αμπντουλάχ Οτζαλάν;» 

«Υποστηρίζετε τη νέα διαδικασία που διεξάγεται με τον Αμπντουλάχ Οτζαλάν;» Η κόκκινη γραμμή υποδεικνύει τη σαφή υπεροχή των αρνητικών απαντήσεων.

Σε πιο πρόσφατη έρευνα της Istanbul Research, που πραγματοποιήθηκε την πρώτη εβδομάδα του Μαΐου, το 65% των ερωτηθέντων δήλωσε: «Όχι, δεν έχω ακούσει για το συνέδριο του PKK.» Είναι πολύ πιθανό οι κουρδικές κοινότητες να είναι περισσότερο ενημερωμένες από την τουρκική πλειοψηφία. Τα ευρήματα αυτά είναι ανησυχητικά.

Όλα τα παραπάνω αναδεικνύουν ένα μείζον τυφλό σημείο της αποκαλούμενης ειρηνευτικής διαδικασίας: η κοινή γνώμη κρατείται στο σκοτάδι.

Μια ακόμη δημοσκόπηση, της DI-EN, στα τέλη Μαρτίου, δείχνει αύξηση του τουρκικού εθνικισμού στους νέους. Το εύρημα αυτό συνάδει με τα υπόλοιπα δεδομένα που δείχνουν πως η τουρκική κοινωνία, συνολικά, έχει μετατοπιστεί προς μια πιο σκληρή εθνικιστική στάση τα τελευταία δύο χρόνια.

Σε ευρύτερο επίπεδο, και οι δύο πλευρές έχουν μπροστά τους ένα τιτάνιο έργο. Οι Κούρδοι ηγέτες θα πρέπει να εξηγήσουν στη βάση τους — κουβαλώντας τα τραύματα δεκαετιών σύγκρουσης — τι έχει αποδώσει ο αφοπλισμός και η διάλυση του PKK για τον αγώνα τους. Από την άλλη, η τουρκική πολιτική ηγεσία φέρει την ευθύνη να μεταμορφώσει τη βαθιά ριζωμένη αντικουρδική νοοτροπία μιας κοινής γνώμης που έχει διαπαιδαγωγηθεί επί δεκαετίες μέσα από έναν έντονα εθνικιστικό κρατικό και μιντιακό λόγο — συχνά τοξικό και μισαλλόδοξο.

Παρά όλες αυτές τις προκλήσεις, πολλοί Κούρδοι παραμένουν αισιόδοξοι, βλέποντας την παρούσα κατάσταση ως θετική έκβαση ενός μακροχρόνιου αγώνα.

«Τι κέρδισε το PKK σε πάνω από 40 χρόνια πολέμου;» ρωτά η Aliza Marcus, συγγραφέας του βιβλίου Blood and Belief και διακεκριμένη ειδικός στο κουρδικό ζήτημα στην Τουρκία. «Κατάφεραν να αναπτύξουν έναν νέο, οργανωμένο, πολιτικό κουρδικό εθνικισμό εντός της Τουρκίας, να επιβάλουν χώρο για την κουρδική πολιτική (παρότι προσπάθησαν να την ελέγξουν)· στη Συρία, ηγήθηκαν του πολέμου ενάντια στο ISIS και συνέβαλαν στην οικοδόμηση της Ροζάβα» [μια αυτόνομη κουρδική οντότητα στη Συρία, σημείωση του συντάκτη].

«Η απόφαση του PKK να αφοπλιστεί και να διαλυθεί είναι αναμφίβολα ιστορική — αλλά οι διακηρύξεις από μόνες τους δεν φέρνουν την ειρήνη», έγραψε η Samira Ghaderi, διακεκριμένη δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων με έδρα την Ουάσινγκτον, στον λογαριασμό της στο X. «Ως άνθρωπος που πάντα θα επιλέγει την ειρήνη αντί της αιματοχυσίας, θέλω να πιστέψω ότι αυτό είναι ένα πραγματικό σημείο καμπής για τον κουρδικό λαό. Αλλά η πίστη πρέπει να συνοδεύεται από λογοδοσία».

«Έχουμε ξαναβρεθεί εδώ. Η ειρηνευτική διαδικασία του 2013–2015 έδωσε ελπίδα σε εκατομμύρια ανθρώπους — μέχρι που αυτή κατέρρευσε μέσα από αθετημένες υποσχέσεις, μαζικές συλλήψεις, πολιτική καταστολή και αναζωπύρωση της βίας. Η εμπιστοσύνη κατέρρευσε επειδή η Τουρκία δεν στάθηκε στο ύψος της περίστασης με θάρρος και ειλικρίνεια».

«Αν αυτή η διαδικασία πρόκειται να οδηγήσει σε πραγματική, βιώσιμη ειρήνη, η Τουρκία πρέπει να αποδομήσει τα συστήματα που για δεκαετίες στερούσαν από τους Κούρδους βασικά δικαιώματα. Αυτό σημαίνει απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων, τερματισμό της ποινικοποίησης της κουρδικής ταυτότητας, προστασία της δημοκρατικής συμμετοχής και διασφάλιση ασφάλειας για όλους όσοι καταθέτουν τα όπλα. Χωρίς αυτά τα απτά βήματα, η παρούσα στιγμή κινδυνεύει να εξελιχθεί σε άλλη μια ψεύτικη υπόσχεση — στην καλύτερη περίπτωση συμβολική, στη χειρότερη μια στρατηγική παγίδα».

Συνολικά, οι προοπτικές για μια «μετα-PKK» εποχή παραμένουν αβέβαιες.

Οι αισιόδοξοι υποστηρίζουν ότι αυτό που αποκαλούν «ειρήνη» θα επαναφέρει την Τουρκία σε πορεία εκδημοκρατισμού, ενώ οι αντίπαλοι πιστεύουν ότι θα επιταχύνει τη συγκέντρωση απόλυτης εξουσίας στα χέρια του Ερντογάν. Για τους σκεπτικιστές, η βαθιά ασυμμετρία που ενσωματώνεται στη συμφωνία συνιστά σοβαρό εμπόδιο σε κάθε ειλικρινή προοπτική βελτίωσης.

Μόνο ο χρόνος θα δείξει ποιος έχει δίκιο.

________________________________________________________________

Towards a Post-PKK Turkey: Peace Process or Power Play?

A farewell to arms or a trap? The PKK’s dissolution has revived hopes for peace in Turkey, but in a deeply divided society, it raises more questions than it answers.

Yavuz Baydar

May 16

Following the historic decision by the PKK to end its nearly half-century-long armed struggle on May 12, questions surrounding what the Turkish side calls “Terrorless Turkey” — or the “process for peace,” according to the Kurdish side — remain not only unanswered but have, in fact, deepened.

It’s no surprise that this chain of developments has caused significant confusion among domestic actors as well as external observers. The “process” — or perhaps more accurately, the “deal” — is, by any global standard of conflict resolution, a clear anomaly. “Turkey will show the world a succesful solution model which is unprecedented,” wrote well-informed, pro-government columnist Abdulkadir Selvi in Daily Hürriyet.

So, forget popular guidebooks like Getting to YesNegotiating the Nonnegotiable, or The Mediation Process. Disregarding nearly two years of “foreplay” — secret talks between Turkish officials and Abdullah Öcalan, the jailed leader of the PKK — it took only six months from those talks to the PKK’s announcement that it would disband. Compared to similar examples of conflict resolution, this one was rather speedy.

The declaration, written in a lengthy, flowery, and at times murky style, stated that it would “end all activity under the name of the PKK” and placed the ball firmly in Ankara’s court. It made no mention, however, of when, where or how the group would lay down or deliver its arms.

The PKK rebels at a training spot on unknown location in Iraq.

This “unprecedented model” consists of a series of anomalies. The process was marked by harsh language, lacked even minimal transparency, and was shaped from the top down.

It began with a speech by Devlet Bahçeli, a “deep” political ally of President Erdoğan, referencing the “right to hope” — a term coined by the European Court of Human Rights (ECtHR) in its 2013 ruling on Vinter v. the UK, which as a jurisprudence paved the way for improving conditions of prisoners serving life sentences without parole after about 25 years. Öcalan was seen as falling under this category, and a year later the ECtHR ruled on his case, too.

But here lay the anomaly: while the ECtHR ruling emphasized the state’s obligation to improve conditions for life-sentenced prisoners, the Turkish government appeared to use it as political leverage for a “deal” with Öcalan. The message was essentially: If you want to benefit from this, you must take responsibility for dissolving the PKK. In other words, what was his legal right was turned into a political bargaining chip.

Öcalan accepted the offer, likely driven by the fatigue of spending a quarter-century in isolation on İmralı Island. Since the matter centered mainly around his status and his symbolic power over the PKK, talks remained focused on him, and his conditions as a priority (as expressed repeatedly by top figures on the mountains as well) — with no third-party mediation.

The initiative came from Bahçeli, while President Recep Tayyip Erdoğan chose to remain in the background, gauging public reaction. Still, the “deal” should have involved attempts to inform Parliament and other political parties — many of whom had requested updates.

Under normal circumstances, it would have been Bahçeli’s ultranationalist MHP that took the lead to communicate with Parliament, to engage it in the “process”. Yet, in another striking anomaly, it was the pro-Kurdish DEM Party that entşrely shouldered the task of initiating dialogue with other parties — many of whom remained cautious. This arrangement conveniently absolved both ruling parties, the AKP and MHP, from direct responsibility.

Pro-Kurdish DEM Party delegation meeting Özgür Özel, leader of the main opposition party, the CHP.

The process was framed in aggressive language. Government figures, led by Erdoğan, repeatedly told the PKK to cease armed activity, disband, disarm, and cut ties with the Kurdish-led Syrian SDF — or prepare to be annihilated by military force. Beyond that, there were no clear promises regarding reforms or addressing Turkey’s deep-rooted Kurdish issue.

Even talk of partial amnesty has been vague and contradictory. Bahçeli recently spoke of “separating those who committed crimes from the others,” further fueling skepticism. The government’s stance could be summed up as: Do as you’re told, then we’ll see what we might offer. 

This so-called “deal” is unfolding amid deepening political and economic crises in Turkey. As the public discourse grows increasingly florid and theatrical, Erdoğan has escalated efforts against two of his main political rivals.

First to be jailed was Ümit Özdağ, whose anti-refugee and far-right rhetoric had boosted his popularity.

The second arrest came on March 19, targeting Istanbul’s already popular mayor, Ekrem İmamoğlu — a move the opposition has branded a “coup.” Both men remain behind bars, alongside Selahattin Demirtaş, former co-leader of the pro-Kurdish party, who has been imprisoned for over eight years. Meanwhile, ongoing judicial investigations into İmamoğlu’s party, the CHP, for alleged corruption and irregularities continue to hang over the main opposition like a Sword of Damocles.

The “silencing of arms” and end of violence are naturally welcomed, a priori, by a range of commentators with common sense in Turkey. The conflict has led to the deaths of nearly 50,000 people — around 80 percent of them Kurds, according to military sources. It has been extremely costly, crippling the Turkish economy.

But, ultimately, the “deal” is primarily about the future of two powerful political figures: Erdoğan and Öcalan. The latter has once again been offered hope — of eventual amnesty for himself and many of his comrades. Whether this materializes remains to be seen, because the other party to the “deal,” Erdoğan — a reputed political horse-trader — has his own expectations.

Tactically, Erdoğan seems determined to oversee the remainder of the negotiations to reassert his popularity as “the strongman who brought peace by imposition.”

Indeed, signs suggest that, if the deal succeeds, his approval rating could rise by 7–8 percentage points. According to latest surveys, such as by Metropoll and ASAL, his party, the AKP, has regained about 5 percentage points that it had lost in local elections last year.

Thanks for reading Palomar! Feel free to share it.

Erdoğan’s political tactic hinges on driving a wedge between the CHP and DEM (which together, at an presumed front-building, could threaten his hold on power), and he continues to demonize the former. His broader strategy is also evident: by forging a de facto alliance with DEM Party deputies for constitutional amendments, he hopes to open new ground for negotiation — namely, “pave the way for lifting presidential term limits in return for reforms on Kurdish demands.”

In other words, further consolidation of power.

These are the circumstances under which both Ankara and the PKK express hope for a deal. Unsurprisingly, more questions now arise than before. When and how will the PKK disarm? What will happen to militants descending from the mountains and rural hideouts? Or, how will “Village Guards”, notably the armed paramilitary members on the state’s payroll, to combat against the PKK over decades, be disarmed?

Will there be a general amnesty? Truth and reconciliation commissions investigating past crimes against humanity? And what about the core of the PKK’s original demands: recognition of Kurdish as an official language, its use in education, and other collective rights?

Repeated calls from the Kurdish side for a response from Ankara highlight key missing elements needed for closure — leaving the public in the dark.

The vertical and non-transparent nature of the so-called “process” has excluded civil society. Various surveys, perhaps unsurprisingly, indicate sharper polarization. According to Metropoll’s findings as of March, 67.7% of respondents answered “no” to the question: “Do you support the new process being carried out with Abdullah Öcalan?”

“Do you support the new process being carried out with Abdullah Öcalan?”. Red line indicates the dominant negative responses.

In a more recent survey by Istanbul Research, conducted in the first week of May, 65 percent of respondents said, “No, I haven’t heard about the PKK congress.” It may well be that Kurdish communities are more informed than the Turkish majority. These findings are alarming.

This all points to a major blind spot in the so-called peace process: the public is being kept out of the loop.

Another poll, conducted by DI-EN, in late March, indicates a rise in Turkish nationalism among the youth. It overlaps with the other findings that Turkish society in general is shifting more towards stiff nationalism in the past two years.

In the bigger picture, both sides face a daunting task. Kurdish leaders will have to explain to their grassroots — carrying the scars of decades of conflict — what the disbandment has achieved for their struggle. Meanwhile, Ankara’s political leadership bears the responsibility of transforming the deeply ingrained, anti-Kurdish mindset of a Turkish public that has, for decades, been shaped by a fiercely nationalist indoctrination and often toxic media discourse.

Despite all these challenges, many Kurds remain optimistic, viewing the current situation as a positive outcome of their long struggle.

“What did the PKK win in over 40 years of war?” asked Aliza Marcus, author of the book Blood and Belief and a prominent expert on the Kurdish issue in Turkey. “They developed a new, organized, political Kurdish nationalism inside Turkey, forced space for Kurdish politics (even as they sought to control it); in Syria, they led the fight against ISIS and helped build up Rojava [an autonomous entity in Syria, yb].”

“The PKK’s decision to disarm and dissolve is undeniably historic — but declarations alone do not make peace,” wrote Samira Ghaderi, a prominent human rights lawyer based in Washington, D.C., on her X account. “As someone who will always choose peace over bloodshed, I want to believe this is a real turning point for the Kurdish people. But belief must be met with accountability.”

“We’ve been here before. The 2013–2015 peace process gave millions reason to hope — until that hope was shattered by broken promises, mass arrests, political repression, and renewed violence. Trust collapsed because Turkey failed to meet the moment with courage and sincerity.”

“If this is to lead to real, lasting peace, Turkey must dismantle the systems that have long denied Kurds their basic rights. That means releasing political prisoners, ending the criminalization of Kurdish identity, protecting democratic participation, and ensuring safety for all who lay down arms. Without these concrete steps, this moment risks becoming yet another false promise — symbolic at best, a strategic trap at worst.

All in all, the prospects for a “post-PKK” era are still far from convincing.

Optimists argue that what they call “peace” will steer Turkey back toward democratization, while opponents believe it will accelerate the consolidation of Erdoğan’s absolute power. For skeptics, the deep asymmetry embedded in the deal remains a serious concern for any genuine improvement.

Only time will tell who is right.

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
48,300ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα