Είναι δημοσιογράφοι που θεωρούνται έγκυροι και «βγαίνουν στον αέρα» συνήθως στα mainstream Μέσα, στη δημόσια ραδιοτηλεόραση και στα μεγάλα ιδιωτικά κανάλια.

Είναι καθηγητές πανεπιστημίου αναγνωρίσιμοι, γιατί συμμετέχουν συνεχώς σε πάνελ, αλλά και πολιτικοί που εκφράζουν δήθεν τη λογική.

Τους άκουσα πάλι τις τελευταίες ώρες να μιλούν για την επίθεση του Ισραήλ στο Ιράν, χωρίς καμία διάθεση κριτικής προσέγγισης, δίχως να καταδικάσουν μια ενέργεια, που μπορεί να οδηγήσει σε μια γενικευμένη περιφερειακή σύγκρουση, ακόμη και σ΄ ένα τρίτο παγκόσμιο πόλεμο.

Αντιθέτως, ορισμένοι επικαλέστηκαν πάλι «το δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα» -αν είναι δυνατόν- και τον κίνδυνο να αποκτήσει πυρηνικά όπλα το Ιράν τη στιγμή που το Ισραήλ διαθέτει ήδη.

Για αυτό το τελευταίο, όμως, για τη γενοκτονική πολιτική της κυβέρνησης Νετανιάχου, για το γεγονός ότι ήταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, κουβέντα δεν είπαν.

Και διερωτήθηκα ακόμη μια φορά πόσοι ακόμη χιλιάδες Παλαιστίνιοι πρέπει να χάσουν τη ζωή τους, πόσα παιδιά πρέπει να εκτελεστούν εν ψυχρώ για να πει κάποιος από αυτούς δημόσια ότι το Ισραήλ έχει υπερβεί το δικαίωμα του στην αυτοάμυνα, ότι διαπράττει ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, ότι η κυβέρνηση Νετανιάχου απειλεί την παγκόσμια ειρήνη.

Όταν δε στα social media σημείωνα νωρίτερα ότι «τα τέρατα φέρνουν πιο κοντά τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο» και τα κατονόμασα (Νετανιάχου, Τραμπ, Πούτιν, Ζελένσκι, Φρουροί της Επανάστασης), κάποιοι πάλι από αυτούς με ρώτησαν, με όρους γηπέδου, και μπόλικο θράσος αν υποστηρίζω τους μουλάδες!

Ναι, όλοι αυτοί οι λαλίστατοι δημοσιογράφοι, καθηγητές, πολιτικοί και διαμορφωτές της κοινής γνώμης, αλλά και απλοί πολίτες εντάσσονται στον χώρο του ακραίου κέντρου.

Ο ακροκεντρώος αποτελεί ίσως την πλέον χαρακτηριστική φιγούρα της μεταπολιτικής εποχής: ένα υβρίδιο που επιπλέει πάνω από ιδεολογίες, υποδυόμενο τον «λογικό», τον «ρεαλιστή», τον «μετριοπαθή», ενώ στην πραγματικότητα εκφράζει την απόλυτη ταύτιση με την ισχύ και την αυτοσυντήρηση του κατεστημένου.

Η αυτοτοποθέτησή του στο «κέντρο» δεν είναι ένδειξη ισορροπίας και πολιτικής μετριοπάθειας, αλλά προπέτασμα καπνού: πίσω από αυτήν την ψευδο-ουδετερότητα κρύβεται μια βαθιά συντηρητική στάση, ένας φόβος για ριζικές αλλαγές και μια σχεδόν θρησκευτική πίστη στην «κανονικότητα», δηλαδή στη διαιώνιση των σχέσεων εξουσίας όπως είναι.

Ο ακροκεντρώος αρέσκεται να κατακεραυνώνει τους «λαϊκισμούς» της δεξιάς και της αριστεράς, την ίδια στιγμή που συνθηκολογεί με κάθε πολιτικό ρεύμα που διασφαλίζει σταθερότητα, ακόμη κι αν αυτή βασίζεται σε ανισότητες, αποκλεισμούς ή σκάνδαλα. Είναι expert στο να δικαιολογεί την απραξία ως «θεσμική σοβαρότητα», την αδιαφορία ως «ορθό λόγο», την ταξική μεροληψία υπέρ των ελίτ ως «ανάγκη για επενδυτική εμπιστοσύνη».

Τον ενοχλούν οι απεργίες, όχι όμως η εργοδοτική αυθαιρεσία.

Tον τρομάζουν οι διαδηλώσεις, όχι όμως η αστυνομική καταστολή.

Tον εξοργίζει η «τοξικότητα» των πολιτικών αντιπαραθέσεων, αλλά παραμένει ατάραχος μπροστά στην κοινωνική αδικία, στην απόδοση δικαιοσύνης, στη συρρίκνωση του Κράτους Δικαίου, στα εγκλήματα πολέμου.

Ο ακροκεντρώος υποδύεται συχνά τον διανοούμενο που «δεν χωράει στα σχήματα της παλιάς πολιτικής», ενώ στην πράξη εφαρμόζει μονότονα τις πιο φθαρμένες συνταγές: λιτότητα, δημοσιονομική «πειθαρχία», ευρωπαϊκή συμμόρφωση χωρίς αντιρρήσεις, «μεταρρυθμίσεις» προς όφελος των λίγων, ακόμη και πολέμους.

Όταν επικαλείται τον «ορθολογισμό», εννοεί την πλήρη παράδοση της πολιτικής στους τεχνοκράτες.

Όταν μιλά για «ευθύνη», εννοεί την υποταγή στις αγορές και στους θεσμούς.

Όταν υπερασπίζεται το «κέντρο», εννοεί ένα σημείο ισορροπίας ανάμεσα στο άδικο και το επώδυνο.

Ο ακροκεντρώος δεν φωνάζει. Δεν υψώνει ποτέ τον τόνο της φωνής του.

Προτιμά τη στημένη ευγένεια του σαλονιού, του πάνελ, του προσεγμένου καθιστικού, εκεί που σερβίρεται espresso lungo με λίγη γεύση από ηθική.

Είναι το προϊόν της δημοκρατίας όταν αυτή αποβάλλει τη ζωντάνια της και βάζει ταγιέρ, power suits και ισορροπημένες λέξεις.

Μιλά πάντα «μετρημένα». Τόσο μετρημένα, που στο τέλος δε μένει τίποτα.

Η κοινωνική του ταυτότητα δεν είναι τυχαία.

Συχνά ανήκει στα μεσαία ή ανώτερα στρώματα, στα νιάτα του ενδεχομένως ανήκε στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, έχει μορφωθεί σε πανεπιστήμια της Δύσης, η οικονομική κρίση δεν τον αγγίζει, κινείται άνετα σε συνέδρια και πάνελ, γνωρίζει πώς να χρησιμοποιεί τις σωστές λέξεις για να μην ενοχλήσει τους ισχυρούς.

Γίνεται, όμως, «πυρ και μανία» και χρησιμοποιεί τη «γλώσσα του λιμανιού» εάν του υπενθυμίσεις την ανάγκη να υπερασπιστούμε πανανθρώπινες αξίες.

Είναι ο ιδανικός συνομιλητής των ΜΜΕ, ο αγαπημένος των δεξιώσεων, ο διαχειριστής της στασιμότητας που παρουσιάζεται σαν πρόοδος.

Ο ακροκεντρώος ψελλίζει περί «δικαιώματος στην αυτοάμυνα», «συμμετρικής ευθύνης» και καταγγέλλει τον «αντισημιτισμό της αριστεράς».

Ξεχνά ότι δεν πεθαίνουν Εβραίοι στα συντρίμμια της Ράφα, αλλά Παλαιστίνιοι.

Δεν θα σταθεί στο πλευρό του Νετανιάχου, αλλά θα σου πει ότι «το Ισραήλ είναι η μόνη δημοκρατία στην περιοχή».

Θα υπενθυμίσει το έγκλημα της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου του 2023, αλλά δεν θα αναφερθεί στους δεκάδες χιλιάδες νεκρούς Παλαιστίνιους, ούτε θα μιλήσει για τη γενοκτονία χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις στη Γάζα.

Στην καλύτερη των περιπτώσεων να καταδικάσει «κάθε μορφή βίας» με τόση επιμέλεια, που στο τέλος μόνο οι καταπιεσμένοι μένουν στο κάδρο.

Ξεχνά διεθνείς συνθήκες και ανθρώπινα δικαιώματα και τα επικαλείται μόνον όταν βολεύει το αφήγημά του, που πάντα ταυτίζεται με την προπαγάνδα των ισχυρών.

Ξεχνά, ή προσποιείται πως ξεχνά, την ηθική, όταν αυτή συγκρούεται με τη realpolitik.

Τι λέει για την καταστροφή στα Τέμπη; Ότι «δεν είναι ώρα για εύκολες κατηγορίες», πως «οι ευθύνες είναι διαχρονικές», ότι «το κράτος οφείλει να βελτιωθεί».

Κανένα όνομα. Καμία σαφής απόδοση πολιτικής ευθύνης.

Δεν θα δικαιολογήσει ευθέως τον Μητσοτάκη, αλλά θα πει όμως ότι «δεν είναι ώρα να διχαστούμε», ενώ την ίδια στιγμή κατακεραυνώνει εκείνους που ζητούν παραιτήσεις ως «λαϊκιστές».

Όλα σε μια σούπα που σερβίρεται με τη μοιρολατρία του γραφειοκράτη: ένα μικρό λαθάκι του ελληνικού κράτους που… συνέτριψε κορμιά εφήβων σε έναν σιδηροδρομικό τάφο.

Ο ακροκεντρώος δεν είναι βλάκας, είναι χειρότερος. Είναι πονηρός. Ξέρει να φτιάχνει αφηγήσεις που ξεπλένουν την ευθύνη.

Είναι ο άνθρωπος που ψηφίζει «προγράμματα», όχι οράματα.

Θέλει κυβέρνηση με «σοβαρότητα», όχι κοινωνική δικαιοσύνη.

Θέλει πρόοδο χωρίς ρήξεις, μεταρρυθμίσεις χωρίς αντιδράσεις, αλλαγή που δεν αλλάζει τίποτα. Και πάντα με «ευρωπαϊκό πρόσημο», γιατί η Ευρώπη, στα μάτια του, δεν είναι κοινότητα πολιτών, αλλά τρόπος ζωής: ένα lobby στις Βρυξέλλες με χαμογελαστούς τεχνοκράτες.

Η υποκρισία είναι η τέχνη του. Η δειλία, το εργαλείο του. Ο φόβος μην χαρακτηριστεί «ριζοσπαστικός», η απόλυτη πυξίδα του.

Δεν έχει χιούμορ. Δεν αυτοσαρκάζεται. Δεν νιώθει ποτέ ότι γελοιοποιείται.

Ο ακροκεντρώος, τελικά, δεν είναι η λύση, αλλά το σύμπτωμα: η αντανάκλαση μιας κοινωνίας που έχει χάσει το θάρρος της να οραματίζεται και να διεκδικεί.

Κρύβεται πίσω από το προσωπείο της νηφαλιότητας για να απορρίψει κάθε ελπίδα ρήξης με το παρόν, κάθε προσπάθεια υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του Κράτους Δικαίου, της δημοκρατίας, της ειρήνης.

Είναι ο απολογητής του τίποτα, ο πολιτικά άχρωμος και ηθικά βολικός υπηρέτης της καθεστηκυίας τάξης, ακόμη και του Τραμπ και του Νετανιάχου.

*Ο Παύλος Νεράντζης είναι δημοσιογράφος και παραγωγός ντοκιμαντέρ, διδάκτωρ του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ, συγγραφέας του βιβλίου «Η αλήθεια βομβαρδίζεται. Τα ΜΜΕ και ο πόλεμος με το βλέμμα ενός πολεμικού ανταποκριτή», εκδ. Παπαζήση.

tvxs.gr