![]()
9 Απριλίου 2025
Οι διαδηλώσεις που σαρώνουν την Τουρκία τις τελευταίες εβδομάδες πυροδοτήθηκαν από τη φυλάκιση του εκλεγμένου δημάρχου της Κωνσταντινούπολης και αρκετών μελών της δημοτικής του ομάδας – μια ενέργεια που ευρέως θεωρείται ως πολιτικά υποκινούμενη επίθεση κατά της δημοκρατικής αντιπολίτευσης.
Στις 26 Μαρτίου 2025, ο Εκρέμ Ιμάμογλου, πολιτικός που ταυτίστηκε με τις δημοτικές επιτυχίες της αντιπολίτευσης από τις εκλογικές του νίκες-ορόσημο το 2019, συνελήφθη με κατηγορίες που πολλοί –ανάμεσά τους και εγώ– θεωρούν προσχηματικές, με στόχο την εξουδετέρωση ενός βασικού πολιτικού αντιπάλου ενόψει των εθνικών εκλογών. Η σύλληψη του Ιμάμογλου και των συνεργατών του δεν εξόργισε μόνο εκατομμύρια πολίτες που τους ψήφισαν, αλλά άναψε ξανά τη σπίθα ευρύτερης αγανάκτησης για τον αυταρχισμό, την καταστρατήγηση της δικαιοσύνης και τη συστηματική υπονόμευση της δημοκρατίας. Αυτό που ξεκίνησε ως αυθόρμητες διαδηλώσεις στα μεγάλα αστικά κέντρα εξελίχθηκε γρήγορα σε πανεθνικό κύμα διαμαρτυρίας, ενώνοντας διαφορετικά κοινωνικά στρώματα στην υπεράσπιση της δημοκρατικής εκπροσώπησης και του κράτους δικαίου.

Ωστόσο, αντί να αποτυπώσει την πολυπλοκότητα και τον πολιτικό χαρακτήρα αυτού του κινήματος, το The Guardian Weekly, στο τεύχος της 4ης Απριλίου 2025, δημοσίευσε εξώφυλλο με τον τίτλο: «Είναι αυτό το τέλος της Τουρκικής Δημοκρατίας;». Την επικεφαλίδα συνόδευε μια εντυπωσιακή εικόνα διαδηλωτή με αντιασφυξιογόνο μάσκα, με τα χέρια ανοιχτά σε μια στάση που παραπέμπει σε περιστρεφόμενο δερβίση, μέσα σε ένα σύννεφο κόκκινου καπνού. Το εξώφυλλο φαίνεται να επιδιώκει να δραματοποιήσει την κρίση στην Τουρκία. Όμως τελικά καταλήγει να κάνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Μέσα από την επίκληση οριενταλιστικών κωδίκων – πνευματικός μυστικισμός, εξωτικοποιημένο τελετουργικό, θεαματική οργή – αισθητικοποιεί την αναταραχή, απλοποιεί μια σύνθετη πολιτική συγκυρία σε καταναλώσιμο θέαμα και αναπαράγει ουσιοκρατικά στερεότυπα που προκαλούν μεγαλύτερη ζημιά απ’ ό,τι ωφέλεια.
Το Βάρος της Αναπαράστασης
Ας ξεκινήσουμε με την επιλογή της εικόνας. Η αντιασφυξιογόνος μάσκα, ο καπνός, τα χέρια σε μεσσιανική στάση – πρόκειται για μια εικόνα που φιλοδοξεί να είναι «συμβολική». Όμως αυτή ακριβώς η φιλοδοξία προς τον συμβολισμό είναι το πρόβλημα. Ο κόκκινος καπνός, παρότι οπτικά εντυπωσιακός, παραπέμπει και στα σύννεφα δακρυγόνων που χρησιμοποιεί συστηματικά η αστυνομία για να διαλύσει τις διαδηλώσεις – μια καθημερινή εμπειρία κρατικής βίας που μετατρέπεται σε οπτική αφαίρεση. Η μορφή αυτή δεν αντιπροσωπεύει ούτε την πολυμορφία, ούτε το πνεύμα πολιτικής συμμετοχής, ούτε την πολυπλοκότητα του σημερινού κινήματος στην Τουρκία. Αντίθετα, εγγράφεται σε ένα φθαρμένο οπτικό ρεπερτόριο που φετιχοποιεί τη βία, απο-συμφραζοποιεί την ανυπακοή και μετατρέπει τη συλλογική δράση σε μια εξωτική εικόνα χάους και εξέγερσης.
Το εξώφυλλο αποτυγχάνει να αναγνωρίσει ότι οι διαδηλώσεις στην Τουρκία δεν μπορούν να περιοριστούν σε εικόνες αποκάλυψης. Δεν αφορούν μόνο συγκρούσεις με την αστυνομία ή σκηνές δυστοπίας στους δρόμους.
Πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο κοινωνικό φαινόμενο: λαϊκές συνελεύσεις, νομικά δίκτυα, πορείες γυναικών, συγκεντρώσεις ΛΟΑΤΚΙ+, καταναλωτικά μποϊκοτάζ και νεολαιίστικες συλλογικότητες που οργανώνονται με εξαιρετική φροντίδα, αξιοπρέπεια και δημιουργικότητα.
Το να εκπροσωπείς όλα αυτά μέσα από τη μοναχική φιγούρα ενός «ντερβίση» με μάσκα και κόκκινο καπνό είναι όχι μόνο αστοχία – είναι παραπλανητικό.
Ο Οριενταλισμός στην Εποχή των Φιλελεύθερων ΜΜΕ
Η εικόνα αυτή και ο τίτλος που τη συνοδεύει φέρουν έντονα τα στοιχεία αυτού που ο Έντουαρντ Σαΐντ όρισε ως Οριενταλισμό: την τάση της Δύσης να φαντάζεται την Ανατολή ως εγγενώς ασταθή, βίαιη, δεσποτική και εξωτική. Ο διαδηλωτής δεν εμφανίζεται ως σύγχρονος πολίτης που αντιστέκεται πολιτικά, αλλά ως θεαματική φιγούρα: ένας απειλητικός «Άλλος», του οποίου η απόγνωση και η καταπιεσμένη οργή προσφέρονται στο δυτικό κοινό ως υλικό για τέρψη. Ο κόκκινος καπνός, η στάση που φανερώνει περισσότερο ευαλωτότητα παρά πρόκληση, η αντιασφυξιογόνος μάσκα – όλα λειτουργούν ως σύμβολα κινδύνου, μυστηρίου και ακρότητας. Δεν πρόκειται για εμπλοκή. Πρόκειται για ηδονοβλεψία.
Η Οπτική Αναφορά στον Σουφισμό: Ένα Πρόβλημα Αναπαράστασης

Η οπτική αναφορά στον Σουφισμό είναι ιδιαίτερα προβληματική. Μία από τις πιο πολυκυκλοφορημένες εικόνες των διαδηλώσεων απεικόνιζε έναν διαδηλωτή σε στάση περιστρεφόμενου δερβίση – μια εκφραστική χειρονομία, ίσως ενδεικτική θλίψης ή πνευματικής αντίστασης. Ομολογώ ότι μου είναι δύσκολο να κατανοήσω πλήρως την επιλογή του διαδηλωτή· το στιγμιότυπο, αν και οπτικά εντυπωσιακό, μετατράπηκε ταχύτατα σε φωτογραφικό στιγμιότυπο, με τη «συνενοχή» δεκάδων αστυνομικών των ΜΑΤ που πλημμύρισαν την περιοχή με δακρυγόνα και θυμό στα μάτια τους. Ωστόσο, στην εικόνα που επιλέχθηκε για το εξώφυλλο του The Guardian Weekly, η παρουσία της αστυνομίας απουσιάζει πλήρως. Αυτή η απουσία είναι από μόνη της πρόβλημα: οι φορείς της κρατικής βίας εξαφανίζονται, ενώ ο διαδηλωτής παραμένει αιωρούμενος μέσα στη μυστικιστική ατμόσφαιρα και την ασάφεια.
Πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι ότι με την επιλογή αυτής της εικόνας για το εξώφυλλό του, το Guardian Weekly ανυψώνει μια μεμονωμένη και συμβολικά φορτισμένη στιγμή σε καθοριστική εικόνα ολόκληρου του κινήματος.
Ο Σουφισμός, στις παραδοσιακές του μορφές, έχει τις ρίζες του στον ενδοσκοπικό στοχασμό, την πνευματική πειθαρχία και την αποστασιοποίηση από τις εγκόσμιες συγκρούσεις – όχι στη δημόσια αντίσταση ή την πολιτική ανυπακοή.
Η αποτύπωση των διαδηλώσεων μέσω αυτής της μοναχικής, μυστικιστικής φιγούρας διαστρεβλώνει τόσο τον πολιτικό χαρακτήρα του κινήματος όσο και το ίδιο το νόημα της σουφικής πρακτικής. Μετατρέπει έναν σύνθετο, σύγχρονο αγώνα σε ένα θέαμα διανθισμένο με εξωτισμό, ενισχύοντας τελικά τις οριενταλιστικές φαντασιώσεις αντί να εμπλέκεται με την πολιτική ουσία όσων συμβαίνουν στην Τουρκία.

Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί πως τέτοια εξώφυλλα αποσκοπούν στο να «ευαισθητοποιήσουν» ή να «αναδείξουν την κρίση». Όμως αυτή η υπεράσπιση είναι κενή περιεχομένου όταν η εικόνα δεν επιτρέπει καμία πολυπλοκότητα. Ούτε στο εξώφυλλο, ούτε στο ερώτημα που το πλαισιώνει –«Είναι αυτό το τέλος της Τουρκικής Δημοκρατίας;»– υπάρχει χώρος για τις απλές αλλά ισχυρές μορφές αντίστασης που χαρακτηρίζουν τη ζωή στη σημερινή Τουρκία: οι δικηγόροι που υπερασπίζονται δωρεάν φυλακισμένους ακτιβιστές· οι πανεπιστημιακοί που συμμετέχουν σε ακαδημαϊκά μποϊκοτάζ διαμαρτυρόμενοι για τις φυλακίσεις φοιτητών· οι εργαζόμενοι σε οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που προσφέρουν ψυχολογική υποστήριξη στα θύματα αστυνομικής βίας·
οι φοιτητές που μετέτρεψαν τα πανεπιστήμια σε κέντρα αντίστασης· οι γιατροί που περιθάλπουν τραυματίες σε πρόχειρες κλινικές, διακινδυνεύοντας οι ίδιοι για να καταγράψουν κρατικές αυθαιρεσίες. Αυτοί οι άνθρωποι δεν «πουλάνε» ως εξώφυλλο περιοδικού, αλλά είναι η ζωντανή καρδιά της αντίστασης. Το εξώφυλλο του Guardian τους εξαφανίζει.
Ο Ουσιοκρατισμός και το «Τουρκικό Ερώτημα»
Αξίζει ιδιαίτερη προσοχή και η διατύπωση της επικεφαλίδας: «Είναι αυτό το τέλος της Τουρκικής Δημοκρατίας;» Το ερώτημα τοποθετεί την Τουρκία ως αιώνιο πρόβλημα, διαρκώς στο χείλος του γκρεμού, πάντα «εξαιρετική». Η χρήση του οριστικού άρθρου – το τέλος – προϋποθέτει ένα δυαδικό σχήμα: ή υπάρχει δημοκρατία ή δεν υπάρχει. Έτσι όμως παραλείπεται η ιστορική και πολιτική πολυπλοκότητα: η Τουρκική δημοκρατία υπήρξε ανέκαθεν πεδίο συγκρούσεων, συμβιβασμών και αντιφάσεων – όχι σε αντίθεση με άλλες, υποτίθεται «καθιερωμένες» δημοκρατίες.
Με την παρουσίαση της Τουρκίας ως τόπου όπου η δημοκρατία είναι διαρκώς σε κρίση, o Guardian συμμετέχει –έστω και άθελά του– σε μια μακρά δυτική συνήθεια: την τάση να αντιμετωπίζει τη χώρα ως «εξαίρεση». Όχι πλήρως ευρωπαϊκή, αλλά και «πιο» μεσανατολική. Όχι ακριβώς δημοκρατική, αλλά και όχι απολυταρχική. Αυτό το ενδιάμεσο πλαίσιο –ενδεχομένως ελκυστικό γεωπολιτικά– είναι βαθιά ουσιοκρατικό.
Αντιμετωπίζει την πολιτική κατάσταση στην Τουρκία ως κάτι μοναδικό, εγγενώς ασταθές, και όχι ως το αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών αποφάσεων, διεθνών συνενοχών, νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων και εγχώριου αυταρχισμού με παγκόσμια στηρίγματα και αναλογίες.
Αυτού του είδους η απεικόνιση είναι ακόμη πιο άδεια σε μια στιγμή όπου φιλοπαλαιστινιακές διαδηλώσεις σε «φιλελεύθερες» δυτικές δημοκρατίες καταστέλλονται, παρακολουθούνται και ποινικοποιούνται. Μας υπενθυμίζουν ότι η δημοκρατική οπισθοδρόμηση και η καταστολή δεν είναι αποκλειστικό γνώρισμα των «περιφερειών». Το «τουρκικό ερώτημα» σε αυτό το πλαίσιο δεν λειτουργεί ως πραγματική απορία, αλλά ως ένας τρόπος αποστασιοποίησης – ένας τρόπος να διαχειριστεί η Δύση τη δική της δυσφορία για την αποσύνθεση της δημοκρατίας, προβάλλοντας την κρίση αλλού.

Το Είδωλο ως Εμπόδιο
Αξίζει να σταθούμε και στην υποτιθέμενη πρόθεση να καταστεί ο διαδηλωτής «εικονικός». Η αισθητικοποίηση της διαμαρτυρίας –ιδιαίτερα σε μη δυτικά συμφραζόμενα– συχνά λειτουργεί περισσότερο ως εμπόδιο στην πολιτική κατανόηση, παρά ως εργαλείο ερμηνείας. Ο «εικονικός» διαδηλωτής μετατρέπεται σε έναν αιωρούμενο σημαινόμενο, αποσυνδεδεμένο από υπαρκτούς ανθρώπους, συγκεκριμένα τοπία, πραγματικούς αγώνες και διακυβεύματα. Ανακαλεί τη ρομαντικοποιημένη φιγούρα του διαδηλωτή της Αραβικής Άνοιξης, του Ιρανού διαμαρτυρόμενου, του Χιλιανού αντιφρονούντα – μορφές που κυκλοφορούν διαρκώς στα μέσα ενημέρωσης αλλά σπάνια αποκτούν φωνή ή πολυπλοκότητα.
Στο πλαίσιο της Τουρκίας, αυτό είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνο. Δεδομένης της ρητορικής της τουρκικής κυβέρνησης, η οποία χαρακτηρίζει συστηματικά τους διαδηλωτές ως τρομοκράτες, ξένους πράκτορες ή εξαπατημένα πιόνια, τα δυτικά μέσα ενημέρωσης οφείλουν να είναι διπλά προσεκτικά ώστε να μην ενισχύουν τέτοιες αφηγήσεις μέσα από εντυπωσιοθηρικές εικόνες.
Η αισθητικοποίηση της αντίστασης ενισχύει την ιδέα ότι οι διαδηλωτές δεν είναι σύγχρονοι πολίτες με βάσιμα αιτήματα, αλλά αρχετυπικοί επαναστάτες σε μια μακρινή, ταραγμένη χώρα. Μετατρέπει τη διαμαρτυρία σε παράσταση.
Ποιανού είναι η κρίση; Ποιανού η δημοκρατία;
Πρέπει επίσης να αναρωτηθούμε για ποιο κοινό σχεδιάστηκε αυτό το εξώφυλλο. Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: για ένα φιλελεύθερο δυτικό ακροατήριο, διψασμένο για ενδείξεις παγκόσμιας αστάθειας, ανήσυχο για τη δημοκρατική παρακμή και πρόθυμο να καταναλώσει την κρίση ως αφήγημα. Η Τουρκία γίνεται πεδίο προβολής, καθρέφτης των δυτικών αγωνιών για τη διάβρωση των φιλελεύθερων θεσμών.
Όμως αυτή η προβολή συχνά συγκαλύπτει παρά αποκαλύπτει. Μετατρέπει τον αγώνα για δημοκρατία στην Τουρκία σε ηθικό παραμύθι, σε δράμα κατάρρευσης, αντί για έναν πραγματικό, συνεχιζόμενο αγώνα από ανθρώπους που υπερασπίζονται την αξιοπρέπεια, τα πολιτικά δικαιώματα και τον πλουραλισμό.
Ταυτόχρονα, αγνοείται βολικά το γεγονός ότι η δημοκρατική κρίση στην Τουρκία είναι στενά συνδεδεμένη με δυτική ανοχή και συνενοχή – μέσω στρατιωτικών συμφωνιών, στρατηγικών συμμαχιών, συμφωνιών για το μεταναστευτικό και μιας μακράς ιστορίας «κλεισίματος του ματιού» σε κατασταλτικές πρακτικές, με αντάλλαγμα την περιφερειακή σταθερότητα ή τη γεωπολιτική επιρροή. Με την εξωτερίκευση του προβλήματος, η Δύση μεταθέτει την ευθύνη, καταναλώνοντας την κατάρρευση ως επιβεβαίωση της ηθικής της ανωτερότητας.
Επιπλέον, το εξώφυλλο υπονοεί ότι η τουρκική δημοκρατία είναι κάτι που μπορεί να αξιολογηθεί, να μετρηθεί και να «θρηνηθεί» από εξωτερικούς παρατηρητές. Δεν αφήνει χώρο για τις φωνές εκείνων που ζουν μέσα σε αυτή τη διαφιλονικούμενη δημοκρατία και εξακολουθούν να αγωνίζονται όχι για τον επικήδειό της, αλλά για την επέκτασή της. Μειώνει τον σύγχρονο πολίτη σε εικόνα του Άλλου, το κίνημα σε τίτλο, και την πολιτική πράξη σε αισθητική.

Προς μια Υπεύθυνη Οπτική Πολιτική
Η απεικόνιση των διαδηλώσεων στην Τουρκία από το Guardian Weekly φανερώνει ένα ευρύτερο πρόβλημα στη σύγχρονη δημοσιογραφία: την ένταση ανάμεσα στην ανάγκη να τραβήξεις την προσοχή και στην υποχρέωση να αποδώσεις την αλήθεια. Αν και η παρόρμηση να δραματοποιούνται πολιτικές κρίσεις είναι κατανοητή στην εποχή των σύντομων κύκλων ειδήσεων και των φευγαλέων τίτλων, η προσκόλληση σε οριενταλιστικές εικόνες και απλουστευτικά αφηγήματα θέτει σε κίνδυνο τους ίδιους τους αγώνες που επιχειρεί να φωτίσει.
Οι διαδηλώσεις στην Τουρκία δεν είναι μονολιθικά ξεσπάσματα χάους, ούτε καρτ-ποστάλ εξωτικής εξέγερσης. Είναι δυναμικές, πολυεπίπεδες εκφράσεις πολιτικής βούλησης ενάντια στην αυταρχική παρεκτροπή.
Η απόδοσή τους μέσω μιας μοναδικής, υπερδραματοποιημένης εικόνας –εμποτισμένης με μυστικιστικούς υπαινιγμούς και αποκαλυπτική ρητορική– προτάσσει την δυτική κατανάλωση έναντι της ουσιαστικής εμπλοκής, το θέαμα έναντι της ουσίας.
Η Ευθύνη της Προοδευτικής Δημοσιογραφίας
Μέσα ενημέρωσης όπως ο The Guardian, που αυτοτοποθετούνται ως προοδευτικά και με παγκόσμια συνείδηση, φέρουν ιδιαίτερη ευθύνη να αποφεύγουν την παγίδα των οριενταλιστικών στερεοτύπων και των ουσιοκρατικών πλαισίων. Αυτή η αυτοεικόνα έχει ήδη καταρρεύσει υπό το βάρος της δυτικής εξωτερικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή –ιδίως υπό το φως της αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης στην Παλαιστίνη– αλλά ακόμη κι αν δεχτούμε προσωρινά αυτές τις αυτοαναφορικές αξίες, η ευθύνη παραμένει.
Μια πιο υπεύθυνη οπτική πολιτική απαιτεί μια θεμελιώδη αλλαγή προσέγγισης. Προϋποθέτει από τα μέσα ενημέρωσης να αντισταθούν στη γοητεία των απλουστευτικών στερεοτύπων και να ενισχύσουν αντ’ αυτών τη φωνή, την πολυπλοκότητα και τη βάθος των κινημάτων βάσης, που κρατούν την αντίσταση ζωντανή με τρόπους λιγότερο θεαματικούς αλλά ζωτικούς. Σημαίνει επίσης την αναγνώριση των φορέων κρατικής βίας –κι όχι τη διαγραφή τους– και την ένταξη αγώνων όπως αυτού της Τουρκίας στο παγκόσμιο πλαίσιο της δημοκρατικής διαπάλης, αντί να τους παρουσιάζουν ως εξωτικά και ακατανόητα φαινόμενα.
Πάνω απ’ όλα, απαιτεί έναν ειλικρινή απολογισμό για τη δυτική συνενοχή στις συνθήκες που τροφοδοτούν τέτοιες κρίσεις, αντί για την προβολή αυτών των κρίσεων ως απομακρυσμένες τραγωδίες που απλώς παρατηρούμε από απόσταση.

Ο Ρόλος της Οπτικής Αφήγησης
Αυτό δεν σημαίνει πως η οπτική αφήγηση πρέπει να εγκαταλείψει τη δημιουργικότητα ή τον αντίκτυπο. Οι ισχυρές εικόνες μπορούν πράγματι να εμπνεύσουν αλληλεγγύη και επίγνωση – αλλά μόνο όταν σέβονται την ανθρώπινη υπόσταση και την πολυπλοκότητα των υποκειμένων τους.
Ο στόχος δεν πρέπει να είναι η φετιχοποίηση του πόνου ή η ρομαντικοποίηση της διαμαρτυρίας, αλλά η καλλιέργεια κατανόησης.
Αν ξεπεράσουμε τη φιγούρα του «εξωτικού επαναστάτη» και το κατασκευασμένο «τουρκικό ερώτημα», τα μέσα ενημέρωσης μπορούν να συμβάλουν στην άρση του χάσματος ανάμεσα στις «ανατολικές» πραγματικότητες και τις δυτικές προσλήψεις, προσφέροντας μια πιο αληθινή αντανάκλαση αγώνων που –στη βαθύτερη ουσία τους– ξεπερνούν τα σύνορα και μιλούν για καθολικές επιδιώξεις: δικαιοσύνη, ισότητα και αξιοπρέπεια.
Και μέσα από αυτή τη διαδικασία, ίσως τα μέσα ενημέρωσης να καταφέρουν όχι μόνο να ενημερώνουν, αλλά και να ενδυναμώνουν εκείνους που βλέπουν τέτοιες ιστορίες όχι ως ηδονοβλεψίες, αλλά ως συμμετέχοντες σε ένα κοινό προοδευτικό όραμα.


