Κείμενο: Όμηρος Ταχμαζίδης
Η ταχύτητα με την οποία “απαρχαιώνονται” οι απόψεις επί των διεθνοπολιτικών πραγμάτων είναι δηλωτική της καταστάσεως επιταχυνόμενης ρευστότητας υπό την οποία τελεί ο σύγχρονος κόσμος.
Σε παλαιότερο τεύχος του εβδομαδιαίου δημοσιογραφικού περιοδικού DER SPIEGEL (αρ. 28 – 8 Ιουλίου 2013) φιλοξενούνταν ένα δισέλιδο δοκίμιο (Essay) του κοινωνιολόγου Heinz Bude, τότε 59 ετών και απασχολούμενου επαγγελματικώς στο “Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας του Αμβούργου”. Ο τίτλος του κειμένου ήταν “Ανακάλυψη της γενναιοδωρίας”. Ενώ ο υπότιτλος του ήταν άκρως επεξηγηματικός για το περιεχόμενο του δημοσιεύματος: “Γιατί πρέπει επιτέλους η χώρα αυτή να αναλάβει τον ρόλο της ως ένα από τα πιο ισχυρά έθνη του κόσμου και πως θα μπορούσε να το κάνει αυτό”. Το δοκίμιο αναφέρεται στην Γερμανία του 2013.
Το συγκεκριμένο δημοσίευμα στο περιοδικό DER SPIEGEL εικονογραφήθηκε με δύο φωτογραφίες σχετικές και αυτές προς το περιεχόμενό του. Η μία απεικόνιζε ένα εξώφυλλο του βρετανικού περιοδικού The Economist στο οποίο υπήρχε μια σκιτσογραφική αναπαράσταση της καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ που ατένιζε στον ομιχλώδη ορίζοντα ανεβασμένη σε μια κορυφή όρους ενώ μπροστά της στις άλλες κορυφές ατένιζαν σημαίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το σκίτσο ήταν μια ελεύθερη, αλλά συμβολική παραλλαγή του πίνακα του γερμανού ρομαντικού ζωγράφου Kaspar David Friedrich (“Περιπατητής μπροστά σε θάλασσα ομίχλης”). Ο τίτλος του απεικονιζόμενου αγγλικού περιοδικού ήταν: “Europe’s reluctant hegemon”.
Στην άλλη φωτογραφία απεικονίζονται σε υπαίθριο χώρο και “ελαφρά” ενδεδυμένοι οι ηγέτες των ΗΠΑ και της Κίνας Μπαράκ Ομπάμα και Ξι Γινγιανγκ.
Ο Heinz Bude στο μικρό δοκίμιό του υπενθυμίζει στους αναγνώστες/αναγνώστριες του μια αναφορά του αμερικανού προέδρου κατά την επίσκεψή του στην Γερμανία, ότι δηλαδή οι ΗΠΑ είναι η πρώτη δύναμη του πλανήτη, η Κίνα η δεύτερη και η Γερμανία η Τρίτη.
Το κεντρικό επιχείρημα του γερμανού κοινωνιολόγου στο βραχύ δοκίμιό του εστιάζει στην λογική ότι η Γερμανία θα πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της στην διεθνοπολιτική σφαίρα, οι οποίες προκύπτουν από την ισχύ της και να μην κρύβεται στα μετόπισθεν.
Ο Heinz Bude θεωρούσε την δεδομένη στιγμή την Γερμανία ως τον μεγάλο κερδισμένο από την οικονομική κρίση του 2008 και τούτο όφειλε να μεταφραστεί και σε μια νέα παρεμβατική πολιτική της στο παγκόσμιο στερέωμα. Αφού εξήγησε αρχικώς τους λόγους της γερμανικής επιτυχίας υπογράμμισε στην συνέχεια την αδυναμία των Γερμανών να αντιληφθούν την νέα θέση τους στον κόσμο και την ανασφάλεια που τους διακατέχει. Κάτι που έθιξε ο Μπαράκ Ομπάμα από την Πύλη του Βρανδεμβούργου.
Ο Heinz Bude συνοψίζει την ευνοϊκή κατάσταση στην Γερμανία στην σύγκριση με άλλες χώρες στην ακόλουθη φράση: “Συγκριτικά με άλλες χώρες στην Ευρώπη είναι στην Γερμανία όλα τόσο καλά και ωραία, που δεν μπορεί κανείς να το πιστέψει”. Και συμπεραίνει εμφατικώς: “Η μοίρα της ηπείρου θα καθοριστεί στην Γερμανία”.
Δεν θα επεκταθώ στα υπόλοιπα του δοκιμίου, όπως η ασκούμενη κριτική στον γερμανικό ευρωσκεπτικισμό της περιόδου, αλλά θα περιοριστώ στην αναφορά του στο βρετανικό περιοδικό και το κύριο θέμα του με τίτλο “The reluctant hegemon – Der widerstrebende Hegemon – Ο διστακτικός/απρόθυμος ηγεμόνας” και θα επικεντρώσω εδώ στην φράση κλειδί του κειμένου: “Έχει έλθει η στιγμή που οι άλλοι θέλουν να ακούσουν, πώς σκέπτεται κανείς από εδώ το μέλλον της Ευρώπης”.
Για τον Heinz Bude και ένα μεγάλο μέρος των φιλοευρωπαϊκών γερμανικών ελίτ “δεν αρκούσε πλέον να αναγορεύεται κανείς σε μέτρο σύγκρισης για τους άλλους”, αλλά έπρεπε να αναλάβει πρωτοβουλίες πολιτικής διαμόρφωσης της Ευρώπης και του κόσμου.
Και ήταν φανερό ότι δεν μπορούσαν όλοι να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Γερμανίας, π.χ. η Ελλάδα, όπου “αποκλείεται εντελώς η δυνατότητα να ευδοκιμήσει ο κλάδος της ιατρικής τεχνικής ή της αυτοκινητοβιομηχανίας”. (Έχει πάντοτε ενδιαφέρον πως σε βλέπουν οι άλλοι!)
Κατά περίεργο τρόπο μετά την χρεοκοπία της χώρας και τα “μνημόνια” το ελληνικό δεξιό “επιτελικό κράτος” τροφοδότησε την ελληνική και την ελληνογερμανική δημοσιότητα με ανεδαφικά “σχέδια” προσέλκυσης επενδύσεων από τον χώρο της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας στον ελλαδικό χώρο. Είναι και αυτό μια ακόμη απόδειξη ότι σημαντικές υποθέσεις της χώρας βρίσκονται διαχρονικώς σε ακατάλληλα χέρια και από την ελληνική πολιτική τάξη απουσιάζει το καταλλήλως καταρτισμένο προσωπικό με την σχετική πολιτική γνώση για να χειριστεί παρόμοια ζητήματα.
Όταν η κυβέρνηση και το επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα – άλλο ένα συνονθύλευμα αδαών και ακατέργαστων ερασιτεχνών χωρίς τεχνοκρατική και πολιτική επάρκεια και καταλληλότητα – ήλθαν αντιμέτωποι με το γερμανικό πλαίσιο διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής πολιτικής αντιμετώπισε τον ηγεμόνα της Ευρώπης στην φάση της μεγαλύτερης αυτοπεποίθησής του και της θέλησής του να σφραγιστεί από τις δικές του πρωτοβουλίες το μέλλον της ευρωπαϊκής ηπείρου. Επόμενο ήταν οι ανίδεοι ερασιτέχνες από την Ελλάδα με την νοοτροπία και τις έξεις του πανεπιστημιακού γκρουπούσκουλου να σπάσουν τα μούτρα τους. Ευτυχώς οι Ευρωπαίοι από τον φόβο τους μήπως οι πολιτικώς άσχετοι ιδεοληπτικοί τινάξουν με τον ερασιτεχνισμό τους τα πάντα στον αέρα έκαναν μια γενναιόδωρη παραχώρηση προς την ελληνική πλευρά. Τώρα προσπαθούν οι ανερμάτιστοι να παρουσιάσουν το γεγονός ως επιτυχία της διαπραγμάτευσής τους.
Κατά σύμπτωση είχε προτείνει δύο χρόνια νωρίτερα και ο Heinz Bude την γενναιοδωρία ως μέσο για την συνεργασία στην Ευρώπη. Αλλά οι καιροί έχουν γυρίσματα. Και η επιθυμία για μια ενεργή γερμανική πολιτική στην βάση μιας πρακτικής συνεργασίας στηριζόμενης στην γενναιοδωρία εξέπνευσε πολύ γρήγορα. Μετά την συγγραφή του δοκιμίου και πριν το δημοψήφισμα, την αναίρεσή του και την επακόλουθη άτακτη υποχώρηση της κυβερνώσας αριστεράς στα ξένα κελεύσματα, είχε μεσολαβήσει το πρώτο πολιτικό γεγονός, στο οποίο άλλοι διαμόρφωναν την πολιτική στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Η προσάρτηση της Κριμαίας στην Ρωσία. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν γεγονότα τα οποία ανέδειξαν τις δομικές αδυναμίες του γερμανικού κολοσσού. Και η ολοκληρωτική απογύμνωση ήλθε με την εισβολή και τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία. Η πολιτική αποκτούσε προτεραιότητα έναντι της οικονομίας. Και ο ρόλος της Γερμανίας περνούσε αναγκαστικά σε δεύτερο ρόλο. Άλλοι καθόριζαν πλέον την μοίρα της γηραιάς ηπείρου. Μπορεί να ερμηνεύσει κανείς όπως θέλει την δήλωση του νέου αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και την ιεράρχησή του για την ισχύ στον σύγχρονο κόσμο: πρώτα οι ΗΠΑ και μετά η Ρωσία. Γεγονός είναι ότι δείχνει μια αλλαγή σε σχέση με την παλαιότερη δήλωση του Μπαράκ Ομπάμα.
Στην χώρα μας ελλείψει επαρκούς γραφειοκρατικού μηχανισμού στα αρμόδια υπουργεία και ισχνών δυνατοτήτων διπλωματικού σώματος, καθώς και λόγω της ανύπαρκτης παραγωγής γνώσης και λόγου από τις σχετικές πανεπιστημιακές σχολές των πολιτικών επιστημών, της ιστορίας και των διεθνών σχέσεων κ.λπ., αδυνατούμε να παρακολουθήσουμε τους βαθύτερους κραδασμούς στις τεκτονικές πλάκες του σύγχρονου παγκόσμιου γίγνεσθαι και των ταχύτατων μεταλλαγών τους και θεωρούμε ως εθνικά ασφαλές το de facto καθεστώς της ως προτεκτοράτο των ΗΠΑ ή ως τουριστικής αποικίας των εταίρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ποιος θα καθορίσει την μοίρα της Ευρώπης;
Και πάλι ως υπενθύμιση: οι καιροί έχουν γυρίσματα…


