Της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ
Ο στίχος αυτός σε ψευδο-ομηρικό ύφος, αναφέρεται στην Ελλάδα του 16ου αι. και γράφτηκε για να επαινέσει έναν ταξιδευτή της, τον Πέτρο Βελλώνιο κατά το στιχούργημα, ή Pierre Belon, όπως τον γνώριζαν στην πατρίδα του. Δεν χρειάζονται τα ζοφερά στοιχεία για να αντιληφθεί κανείς την ερημιά που βασιλεύει στην ύπαιθρο της χώρας. Αρκεί να ακούσει τις συζητήσεις των γονιών στο δρόμο. Ολονών τα παιδιά περνούν καλά σε κάποια ξένη πόλη, ακόμη και σε άλλη ήπειρο. Καλά δηλαδή, των πολλών βγάζουν ένα μεροκάματο και ζούνε, και των πιο καυχησιάρηδων γονιών, βγάζουν δεκαπλάσια από αυτά που θα έβγαζαν στην Ελλάδα. Κάθε φορά που σκάει μια καινούρια απάτη με χρήματα που προορίζονταν για το κοινό καλό και καταλήγουν σε ατομικές επενδύσεις χυδαίων τύπων, τους δίνεις ένα δίκιο που παίρνουν τα μάτια τους και φεύγουν. Μα πάλι, οι τύποι ζουν και βασιλεύουν γιατί τους αδειάζουν τη γωνιά τα παιδιά που αναζητούν το μεροκάματο και τους τριπλάσιους μισθούς από την Ελλάδα, που θα γίνουν πολλαπλάσιοι στα χείλη των αδύναμων γονιών, που το αδίστακτο γηροκομείο έχει αρχίσει και τους γνέφει.
Θα σας αφηγηθώ δυό περιστατικά που φαινομενικά δεν συνδέονται μεταξύ τους. Βρέθηκα σ’ ένα χωριό ακμαίο, που το μισό έχει πήξει στα τσιμεντένια τουριστικά καταλύματα ψευτο-πολυτελείας και το άλλο μισό ζει πάνω από τον κεντρικό δρόμο με μαγαζιά και ξένους τεχνίτες που εξυπηρετούν τη διαβίωση του νεοφυούς τουριστικού. Η αφορμή ήταν μια κηδεία. Στο κάτω χωριό λέγαν ότι πέθανε ο τάδε, αλλά δεν ξεκουνήθηκαν από την καφετέρια να πάνε να τον αποχαιρετήσουν. Από το πάνω χωριό εμφανίστηκαν λιγοστοί και άνω των εβδομήντα. Οι πολλοί ήρθαν από την πόλη. Στην κηδεία αυτή, του αξιόλογου ανθρώπου, που τόσα είχε προσφέρει στον γενέθλιο τόπο, δεν υπήρχαν ψάλτες να ψάλλουν. Οι ψάλτες φυσικά, τα προηγούμενα χρόνια ήταν κάτοικοι του χωριού, αγρότες, που είχαν διδαχτεί βυζαντινή μουσική, κι έβγαζαν τις λειτουργίες και τα μυστήρια. Τώρα υπήρχε ένας ερασιτέχνης ακατάλληλος κι ένας εκ του προχείρου που διάβαζε αντί να ψάλλει, υψώνοντας την τελευταία συλλαβή. Όσο και να τιμούσες τον αποθανόντα, όσο και να ήθελες να συγκεντρωθείς στο κατανυκτικό και βαθύ κείμενο, το κύμα γέλωτα ανέβαινε και σ’ έπνιγε. Ούτε μια κηδεία δεν μπορεί να γίνει στο πλούσιο χωριό, που δεν λείπουν αριθμητικά οι άνθρωποι, μα λείπουν.
Στο άλλο χωριό, μικρό, με καμιά πενηνταριά μόνιμους κατοίκους, που η πλειοψηφία, λόγω χαμηλής σύνταξης δεν τους γνέφει το γηροκομείο, αλλά τα κυπαρίσσια απευθείας, μια καλόγνωμη ογδοντάχρονη αρρώστησε και την πήγαν άρον άρον στην πόλη. Δύο μήνες κράτησε η νοσηλεία της. Σ’ αυτούς τους δύο μήνες, καμία γειτόνισσα από τα διπλανά σπίτια δεν αντιλήφθηκε ότι η γυναίκα έλειπε, ούτε φυσικά αναρωτήθηκε μήπως και της συνέβη κάτι. Γεφυρώθηκε επιτέλους το χάσμα ανάμεσα στη ζωή της πόλης με τα μαγαζιά και τα φώτα και το χωριό με το καφενείο και τον μπακάλη. Η αδιαφορία, κοινή. Κάτι πιτσιρικάδες που ζούνε εκεί και αρχίζουν τα τσίπουρα από τις έντεκα το πρωί, έχουνε κανονίσει και πώς θα φύγουν. Άμα λέει γίνει καμιά στραβή και τους καλέσουν να πολεμήσουν, θα πάρουν το ταξί από το παρακάτω κεφαλοχώρι και γραμμή για τα σύνορα για να το σκάσουν. Όχι, θα κάτσουν αυτοί να ταλαιπωρηθούν, για να τρώνε άλλοι. Δεν είναι ακριτικό το χωριό. Αλλά είναι ένας ερημότοπος, που δεν συναντάς άνθρωπο στο δρόμο και τα κεράσια δεν υπάρχει χέρι που να θέλει να τα κόψει.
Ξεμείναμε, Πέτρο Βελλώνιε! Το βάζουν στα πόδια από τη γλυκειά Ελλάδα, από τη μνήμη του πόσο γλυκειά υπήρξε η Ελλάδα, την εποχή των ανθρώπων.
[1] “’Ηλίθιος τελέθει ’εράσμιον ‛Ελλάδ’ ‛ο φεύγων…” Pierre Belon, Les observations de plusieurs singularitez et choses memorables trouvées en Grèce, Asie, Judée, Egypte, Arabie et autres pays estranges, Paris 1588.


