της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ
Η ενορία μου έχει μια εκκλησία τσιμεντένια με ηλεκτρικές καμπάνες και εκκωφαντικά μεγάφωνα. Όσο καλά και να ψάλλουν οι ψαλτάδες, η ένταση των μεγαφώνων ισοπεδώνει τον ήχο. Χριστός Ανέστη δεν φχαριστιέσαι. Ο κόσμος συγκεντρώνεται στην πλατειά αυλή της εκκλησίας, περιμένοντας κυρίως το πολεμικό κήρυγμα, εναντίον άλλου εχθρού κάθε χρονιά, που ακολουθεί τον μακρύ χαιρετισμό σε όλους ανεξαιρέτως τους πολιτικούς άνδρες και γυναίκες, όσο ασήμαντη κι αν είναι η θέση τους, ιδίως αν η χρονιά είναι χρονιά εκλογών, που κάνουν την τιμή στο εκκλησίασμα να παρίστανται. Φέτος είπα να χάσουμε αυτή την τιμή και να πάμε στον Άη Δημήτρη, όπου με τράβαγε και μένα η μάνα μου με κάθε ευκαιρία, όταν βρισκόμασταν στο κέντρο, σαν επίσκεψη σε βαρετή θεία. Πόσα περιθώρια έχω κι εγώ να καταπιέσω το μπουμπουκάκι μου;
Για ό,τι και να κατεβαίναμε στην αγορά, ανηφορίζαμε και στον Άη Δημήτρη για κεράκι. Μη και νομίσει ότι τον ξεχάσαμε. Όταν ήμουν στο Δημοτικό νόμιζα ότι μπορούσε πράγματι να μας κρατήσει μούτρα, ότι τάχα πήγαμε ως εκεί και βαρεθήκαμε να ανεβούμε για να χαιρετίσουμε. Οι θείες και οι Άγιοι κρατάνε μούτρα για κάτι τέτοια. Όταν μεγάλωσα μου έκανε εντύπωση πως στεκόταν ανάμεσα σε προύχοντες στα ψηφιδωτά. Εσύ είσαι που αγαπάς όλο τον λαό; Για καλοπιάνεις την πλουτοκρατία; Kι ενός πλουσίου δέχθηκε και το μνήμα του να κοτσάρει ψηλά σε κεντρικότατο σημείο, πιο μπροστά κι από το δικό του το κιβούρι. Αλλά αυτά είναι παλιά. Ας αγκαλιάζει όποιον θέλει κι είναι σχεδόν σίγουρο ότι δεν μου κρατάει μούτρα.
Καθώς στάθηκα για λίγα λεπτά μετά την Ανάσταση στο εσωτερικό για να ακούσω τα λόγια -το μπουμπούκι κάθισε σ΄ ένα πεζουλάκι στην πλατειά αυλή με τις λαμπάδες γιατί βαριόταν να ξαναμπεί μέσα- κατάλαβα πρώτη φορά ό,τι έλειπε από το κτίριο και τα ψηφιδωτά και τις σβησμένες τοιχογραφίες, που για ένα διάστημα τα είχα μάθει απ’ έξω. Ήταν ο λαός της πόλης, ο άνω της Εγνατίας, ούτε επιδεικτικά ντυμένος, ούτε πρόχειρα, με καρότσια μωρών, με ηλικιωμένους σε αμαξίδια, οικογένειες, ζευγάρια, γείτονες. Ο κόσμος έψαλλε, το κτίριο έθαλπε από μια συλλογική ψυχή. Ο Άγιος αγκάλιαζε στον αριστερό πεσσό τα δυό καλοντυμένα αδελφάκια, το αγοράκι στρουμπουλός μπόμπιρας, το κοριτσάκι λιγνό σαν να μην τρώει το φαΐ του. Θα το φάει και θα μεγαλώσει.
Αντίθετα με τις άλλες εκκλησίες, που εικονίζονται Άγιοι και πάλι Άγιοι και όσιοι και ασκητές και μας κοιτάνε εκείνοι από εκεί πάνω, εμάς εδώ κάτω, ο Άγιος Δημήτριος σχεδίασε τα πράγματα αλλιώς. Τράβηξε τους εκλεκτούς του και τους κάθισε πλάι του ή στάθηκε ανάμεσά τους. Ο Άγιος και οι άνθρωποί του, κανονικοί, πολίτες. Θα μου πεις, δεν ήταν τυχαίοι αυτοί. Θα ήταν ας πούμε εφοπλιστάδες, μεγαλέμποροι, στρατηγοί και διοικητές. Και τα παιδάκια αυτών. Ο μόνος που ξέφυγε, ένας απλός διάκονος που τράβηξε όλους τους κόπους για την ανακαίνιση της εκκλησίας κάποτε παλιά που κάηκε. Όμως, πολίτες. Απάνω στους τοίχους της εκκλησίας και κάτω, στο εκκλησίασμα, ο Άγιος μπήκε ανάμεσά τους. Ακούει, δέχεται αιτήματα, ακόμη και αισθηματικής φύσεως (γιατί σβήσανε εκείνα τα Κ+Μ=love από την παλιά τοιχογραφία του τάφου απορώ), παρηγορεί, εμψυχώνει. Άγιος και ήρωας και μέγας πολιτικός.
Έξω έπεφταν πυροτεχνήματα. Τους δρόμους διέσχιζαν οι τελευταίοι με τις λαμπάδες. Η ψυχή της πόλης άρχισε να νυστάζει. Να βρισκότανε λέει ένας αρχηγός, να τον πιστέψει ο κόσμος! Με πόση ελπίδα θα ξημέρωνε η άλλη μέρα! Το μπουμπουκάκι παραδέχθηκε ότι ήταν ωραία που πήγαμε. Το “ωραία” νομίζω το καταλαβαίναμε και οι δύο με τον ίδιο τρόπο.


