Της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ
Στην τελευταία ταινία του Στάνλεϋ Κιούμπρικ, τα “Μάτια ερμητικά κλειστά” (1999), ένας παρείσακτος βρίσκεται, οδηγημένος από ακατανίκητη περιέργεια, μπροστά σε μια μυστηριώδη τελετή, που εξελίσσεται σε όργιο ανάμεσα σε μασκοφορεμένους ισχυρούς άνδρες και εκδιδόμενες νέες γυναίκες, από τις οποίες η μία καταλήγει νεκρή την επόμενη μέρα. Είναι ό,τι πιο κοντινό έχει αποδώσει ο κινηματογράφος στις επτασφράγιστες αρχαίες τελετές ή μυστήρια. Να ανατριχιάζεις! Με όλα όσα βγαίνουν στη φόρα από έγκυρα ξένα μέσα ενημέρωσης, οι σπαρμένες ανά τον κόσμο πολυτελείς κατοικίες του Έπστάιν θα πρέπει να ήταν κάτι καλύτερο, πιο μεγαλειώδες και ασύλληπτα πιο επικίνδυνο. Πρώτα για τον τελετάρχη, που αν και αγαπούσε τη ζωή, οικειοθελώς και τελείως αβίαστα, έδωσε τέλος στη δική του και ύστερα για τις νέες γυναίκες, που τις μεταχειρίστηκαν, βιαιοπράγησαν πάνω τους και τις άφησαν στις περιποιήσεις του συστήματος απονομής δικαιοσύνης.

Θα ήταν καλά για τους μύστες, να έμεναν τα μάτια ερμητικά κλειστά. Άλλος κόσμος, με άλλους νόμους κι άλλους θεούς. Αλλά ο κόσμος αυτός τρέφεται από την εκδοχή του κόσμου που γνωρίζουν οι κοινοί θνητοί. Από κει αντλεί τη δύναμη κι εκεί διοχετεύει επιλεκτικά τη δική του σαν τις βροντές και τ’ αστροπελέκια του Δία. Ο ταλαντούχος κύριος Επστάιν δεν δημιούργησε τον κόσμο αυτό. Αναγνώρισε τις πύλες του και κατέβηκε τα σκαλιά του. Ακολούθησε την παράδοση. Δεν ήταν αρκετά ευφυής για να τη φτιάξει. Στις μεγάλες πόλεις του κόσμου, όπου συγκεντρώνεται η δύναμη και ο πλούτος, λειτουργούν οι χώροι, όπου η ανεξέλεγκτη δύναμη απολύεται ελεύθερη και ζωώδης. Στη Νέα Υόρκη, στις σουίτες των απλησίαστων ξενοδοχείων, με τους τοίχους και τις πόρτες με ισχυρή ηχομόνωση μπορούσαν οι μεγιστάνες να βιάσουν, να βασανίσουν ή να σκοτώσουν, χωρίς κανείς να μάθει ποτέ, πώς βρέθηκαν εκεί και πώς αποχώρησαν τα θύματα. Ο πλούτος δεν γνωρίζει όρια και δεν χορταίνει, πάρα πρόσκαιρα μόνο. Έχει ανάγκη κάθε τόσο να κάνει ό,τι θέλει, να φέρεται όπως του έρχεται, να παραβιάζει όλους τους κανόνες, να διατάζει. Για τεχνικούς λόγους, η ζωτική αυτή ανάγκη δεν μπορεί να ικανοποιείται σε κοινή θέα. Εκτός, ας πούμε, από χυδαίες βρισιές στους υφισταμένους δημοσίως, κάτι που θεωρείται σχεδόν φυσικό και αποδεκτό χούι, σχεδόν μέσα στην περιγραφή των καθηκόντων του υφισταμένου. Άμα δεν προσβάλλεις τους παρακάτω από σένα, πώς θα καταλάβεις ότι είσαι από πάνω και πώς θα δώσεις και στους άλλους να καταλάβουν ότι είσαι τέλος πάντων, προσωπικότητα.
Ο Έπστάιν, ως κοινός θνητός, χωρίς την οργανική σχέση με τον πλούτο, μέθυσε. Έβαλε το μαθηματικό του μυαλό και συνδύασε τις επιτακτικές ανάγκες του ανεξέλεγκτου πλούτου, τις διαδρομές του διεθνούς χρήματος, τη γελοιότητα των ανθρώπων της κληρονομικής εξουσίας και την αδυναμία των κοινών ανθρώπων κι έφτιαξε ένα αποτελεσματικό δίχτυ. Αλλά, καθ’ ό,τι παρείσακτος, γνώριζε μόνο την όψη του πράγματος. Το δίχτυ το μεγάλο, το αιώνιο, γνωρίζει πώς να μην θέτει την ύπαρξή του σε κίνδυνο. Οι κοινοί θνητοί που παρηγοριούνται με την ελπίδα, κατευνάζονται για λίγο με την έκθεση ολίγων, τραγικά ανόητων. Χαίρονται, που η αστυνομία θα τσιμπήσει με τις ευλογίες του Άγγλου μονάρχη τον, με ονοματεπώνυμο πλέον, αδελφό του και με τα πλάνα της κάμερας από το κελί της αχόρταγης προαγωγού, που ζει πλέον χειρότερα από άνεργο και άφραγκο σε δωματιάκι έξι τετραγωνικών. Η ιστορία εξελίσσεται με μικρά επεισόδια, που δεν θα αποτελούν πια έκπληξη και καμένες γούνες αλαζόνων που δεν θα τους λυπάται κανείς. Στο σκορποχώρι μας, ούτε να αναλύσουμε το θέαμα δεν μπορούμε. Πως γνωρίζανε για την καταστροφή μας στου Επστάιν, πριν να το μάθουμε οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, θα αποτελούσε σε σοβαρή χώρα, τραγική ειρωνεία. Στη δική μας, συζητάμε αν έχει δίκιο που δεν γυρίζει πίσω τα κατσίκια ο κατσικοκλέφτης.
Φωτογραφία:
H Ghislaine Maxwell στη διάρκεια της κατάθεσης στην αμερικανική δικαιοσύνη, ακολουθεί τη γραμμή πλεύσης ΟΠΕΚΕΠΕ: “Επικαλούμαι το δικαίωμά μου από την πέμπτη τροπολογία του αμερικανικού συντάγματος στη σιωπή”.


