![]()
2 Μαΐου 2025
Του David S. D’Amato
Στιγμιότυπο από την ταινία «Νοσφεράτου», σε σκηνοθεσία F. W. Murnau.
Το ερώτημα εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν ολιγαρχία έχει επανέλθει δυναμικά στο προσκήνιο, καθώς ο Γερουσιαστής του Βερμόντ Μπέρνι Σάντερς και η Βουλευτής της Νέας Υόρκης Αλεξάντρια Οκάζιο-Κορτές συγκεντρώνουν πλήθη σε όλη τη χώρα με την περιοδεία τους υπό τον τίτλο Fighting Oligarchy Tour. Το μήνυμά τους — η καταπολέμηση της δυσανάλογης επιρροής των πλούσιων και ισχυρών εταιρικών συμφερόντων — βρίσκει απήχηση σε χιλιάδες Αμερικανούς. Κι όμως, ενώ για πολλούς είναι προφανές πως κάτι δεν πάει καλά, η έννοια της ολιγαρχίας μοιάζει συχνά ασαφής και ακαθόριστη. Τι είναι, λοιπόν, η ολιγαρχία με συγκεκριμένους όρους και πώς θα γνωρίζαμε ότι ζούμε υπό ένα τέτοιο καθεστώς; Για να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, απαιτείται κατανόηση της σχέσης μεταξύ κράτους και κεφαλαίου — και μεταξύ αυτών και του κοινωνικού σώματος.
Ο Μάρτιν Μπούμπερ είχε πει: «Το κράτος είναι ένα ομοίωμα ανθρώπου που ρουφά το αίμα των κοινοτήτων από τις φλέβες τους». Αυτή η εικόνα της κυβέρνησης ως μορφής παρασιτικής υποταγής και ελέγχου παραπέμπει σε ορισμένες από τις πιο εμβληματικές περιγραφές της νεότερης εποχής, όχι μόνο για το κράτος, αλλά και για τον ρόλο του κεφαλαίου μέσα στην οικονομική τάξη. Η εικόνα του βρικόλακα — νεκρού μα ζωντανού, που συντηρείται από τη ζωή των ανθρώπων και διαθέτει υπερκόσμια δύναμη — χρησιμοποιείται εδώ και καιρό ως μεταφορά για τον καπιταλιστή. Ίσως το πιο γνωστό παράδειγμα να βρίσκεται στον Καρλ Μαρξ, στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, που δημοσιεύθηκε το 1867. Ο Μαρξ γράφει: «Το κεφάλαιο είναι νεκρή εργασία, που ζει μονάχα ρουφώντας ζωντανή εργασία και ζει περισσότερο όσο περισσότερη εργασία ρουφά». Αργότερα, περιγράφει τη «βρικολακίστικη δίψα του κεφαλαίου για το ζωντανό αίμα της εργασίας». Τόσο στην εικόνα του Μπούμπερ για το κράτος όσο και στην αντίληψη του Μαρξ για το κεφάλαιο, εντοπίζουμε την ιδέα μιας κυρίαρχης τάξης που δεν χρειάζεται να παράγει για να ζήσει, αλλά απολαμβάνει ένα προνομιούχο καθεστώς, ζώντας από τη δουλειά και τον πλούτο των άλλων. Ο Μαρξ χρησιμοποιεί συχνά, και με δραματικό αποτέλεσμα, την εικόνα του βρικόλακα και της αιμοβορίας — για παράδειγμα, όταν γράφει ότι το «κεφαλαιοποιημένο αίμα των παιδιών» είναι αυτό που τροφοδοτεί την εξουσία του αμερικανικού κεφαλαίου. Αλλά ο Μαρξ δεν ήταν ο πρώτος που παρομοίασε την τάξη των ιδιοκτητών και εργοδοτών με τους απέθαντους αιμοβόρους των λαϊκών θρύλων.
Στο Φιλοσοφικό Λεξικό του, που δημοσιεύθηκε το 1764, περισσότερο από έναν αιώνα πριν από το Κεφάλαιο, ο Βολταίρος έγραφε: «Δεν ακούσαμε λέξη για βρικόλακες στο Λονδίνο ούτε καν στο Παρίσι. Ομολογώ πως και στις δύο αυτές πόλεις υπήρχαν χρηματιστές, μεσίτες και άνθρωποι των επιχειρήσεων, που ρουφούσαν το αίμα του λαού στο φως της ημέρας· αλλά δεν ήταν νεκροί, αν και διεφθαρμένοι. Αυτοί οι αληθινοί αιμοβόροι δεν ζούσαν σε νεκροταφεία, αλλά σε πολύ ευχάριστα παλάτια».
Ένας πιο άμεσος πρόδρομος της μεταφοράς του Μαρξ είναι ο φίλος και στενός συνεργάτης του, Φρίντριχ Ένγκελς. Ο βρικόλακας εμφανίζεται στο έργο του Η Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία (1845), όπου ο Ένγκελς αναλύει τον ρόλο της θρησκείας στην υποταγή της εργατικής τάξης: «[Η] ανάγκη θα αναγκάσει τους εργάτες να εγκαταλείψουν τα υπολείμματα μιας πίστης η οποία, όπως όλο και περισσότερο θα αντιλαμβάνονται, υπάρχει μόνο για να τους καθιστά αδύναμους και υποταγμένους στη μοίρα τους, υπάκουους και πιστούς στην ιδιοκτησιακή τάξη των βρικολάκων». Όμως ο ιστορικός της πολιτικής σκέψης William Clare Roberts υποστηρίζει ότι η χρήση της μεταφοράς αυτής από τον Μαρξ «ίσως αποτελεί άλλη μια αποστροφή (détournement) του Προυντόν».
Στο Σύστημα των Οικονομικών Αντιφάσεων, ο Προυντόν περιγράφει τον εργοδότη ως «τον βρικόλακα του παραμυθιού, που εκμεταλλεύεται τον εξευτελισμένο εργάτη… τον άεργο που καταβροχθίζει την ουσία του εργάτη». Ο Προυντόν υποστήριξε πως το πρόβλημα δεν είναι η αφηρημένη αρχή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, αλλά το γεγονός ότι αυτό το νομικό προνόμιο δεν είναι ανοιχτό και διαθέσιμο σε όλους· μετατρέπεται έτσι σε εργαλείο που χρησιμοποιεί μια μικρή άρχουσα τάξη για να αποκλείει και, μέσω αυτού, να υφαρπάζει αξία. Όπως και ο Αμερικανός αναρχικός πρωτοπόρος Τζοσάια Γουόρεν, ο Προυντόν «ήθελε να επεκτείνει σε κάθε άτομο την ελευθερία που ασκούν οι καπιταλιστές». Η πρόκληση απέναντι στην ολιγαρχία σήμερα είναι η ίδια που έθεσαν ο Γουόρεν και ο Προυντόν: αν πιστεύεις στην ιδιωτική ιδιοκτησία και στο ελεύθερο εμπόριο, τότε άσκησε αυτά τα προνόμια καθολικά. Όπως εφαρμόζεται στην πράξη, η ιδιωτική ιδιοκτησία ως κοινωνική σχέση είναι βαθιά περιοριστική για την ελευθερία.
Ένας άλλος διάσημος αναρχικός, ο Μπέντζαμιν Τάκερ, έλεγε πως το κράτος «δίνει στο άεργο κεφάλαιο τη δύναμη να πολλαπλασιάζεται και, μέσω του τόκου, του ενοικίου, του κέρδους και των φόρων, ληστεύει την παραγωγική εργασία από τα προϊόντα της». Μέσα σε αυτό το σύστημα, το κεφάλαιο απολαμβάνει το «δικαίωμα» ή την εξουσία της αύξησης — δηλαδή, την ικανότητα των ιδιοκτητών του να αυξάνουν τον πλούτο τους απλώς χρησιμοποιώντας τον ήδη υπάρχοντα πλούτο τους, πλουτίζοντας ολοένα και περισσότερο χωρίς να εργάζονται. Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ παρατηρεί παρομοίως ότι το κεφάλαιο «έχει αποκτήσει την απόκρυφη ιδιότητα να προσθέτει αξία στον εαυτό του». Πώς επιτυγχάνεται αυτό; Σε αυτήν την φαινομενικά «απόκρυφη» δύναμη — την μυστηριώδη ικανότητα παραγωγής πλούτου από τον πλούτο — ενυπάρχει κάτι πολύ πραγματικό και απτό. Η αλχημεία αυτή επιτυγχάνεται μέσω μιας σχέσης μεταξύ ανθρώπων, στην οποία ο ένας, ο ισχυρότερος, αποσπά από τον άλλο, τον ασθενέστερο. Πρόκειται για μια βαθιά ανελεύθερη σχέση, παρ’ όλα αυτά οι οικονομολόγοι επιμένουν πως είναι ελεύθερη και εκούσια.
Οι κοινωνικές σχέσεις του καπιταλισμού είναι βρικολακίστικες — βάζουν το σώμα του ενός στην υπηρεσία του άλλου για την ιδιωτική ωφέλεια του ισχυρότερου. Αυτό δεν είναι απλώς ή πρωτίστως οικονομικό φαινόμενο· είναι πολιτικός έλεγχος και περιορισμός του σωματικού, που απαιτεί ένα σύστημα διακυβέρνησης το οποίο, μέσω του νόμου, περιορίζει στην κυριολεξία το εύρος των κινήσεων και της δραστηριότητας των εργαζομένων.
Ο υποτελής εργάτης δεν είναι πια πλήρες ανθρώπινο ον, αλλά προσάρτημα του κεφαλαίου, εργαλείο στην αυτοαναπαραγωγή του. Το κεφάλαιο είναι ζωντανό και πρωτεύον, ενώ ο ανθρώπινος «ξενιστής» απλό μέσο. Η ελευθερία από την κυριαρχία του κεφαλαίου συνεπάγεται την ανάκτηση της σωματικής αυτονομίας· είναι κατ’ εξοχήν ζήτημα ατομικής ελευθερίας, δηλαδή της ικανότητας του ανθρώπου να ελέγχει το ίδιο του το σώμα. Ο πολιτικός θεωρητικός Μπρούνο Λάιπολντ υποστηρίζει ότι «η κεντρική πολιτική αξία του Μαρξ είναι η ελευθερία». Το βιβλίο του Citizen Marx μάς ενθαρρύνει να δούμε τον Μαρξ κυρίως ως «στοχαστή της ελευθερίας» — ελευθερίας από αυθαίρετη εξουσία και κυριαρχία. Ο Citizen Marx επανεξετάζει τη σκέψη του Μαρξ υπό το φως του πρώιμου ρεπουμπλικανισμού του, υποστηρίζοντας ότι ο Μαρξ ενδιαφερόταν για την ελευθερία ως «απουσία κυριαρχικού ελέγχου από άλλους» — μορφή κυριαρχίας που διαποτίζει τον σύγχρονο κόσμο, αλλά συσκοτίζεται από τη φιλελεύθερη αντίληψη της ελευθερίας ως απλής ιθαγένειας, τυπικών δικαιωμάτων και δυνατότητας αγοραπωλησίας εντός του καπιταλιστικού συστήματος.
Το βιβλίο εξετάζει τουλάχιστον τρία είδη κυριαρχίας: την κυριαρχία του ατομικού εργοδότη ή καπιταλιστή, της συνολικής καπιταλιστικής τάξης εντός της οικονομικής ζωής, και των επιταγών του καπιταλιστικού συστήματος αγοράς επί ολόκληρης της κοινωνίας. Οι τυπικότητες της φιλελεύθερης ιθαγένειας και των νομικών δικαιωμάτων λειτουργούν για να εξομαλύνουν και να κανονικοποιήσουν αυτές τις αλληλεπικαλυπτόμενες μορφές κυριαρχίας και ανελευθερίας.
Αυτές οι τυπικότητες συγκαλύπτουν τον πραγματικό χαρακτήρα του οικονομικού συστήματος, τα καταναγκαστικά όρια της κίνησης και της δραστηριότητας. Η κρατικά επιβεβλημένη ακινησία της εργασίας διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για άνιση ανταλλαγή. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν απαιτείται καμία θεωρία της αξίας — είτε της εργασίας είτε του κόστους — για να επιτευχθεί αυτή η σχέση ανισότητας· δεν στηρίζεται σε αφηρημένες θεωρητικές ιδέες για τις πηγές της οικονομικής αξίας, αλλά στα πραγματικά εργαλεία φυσικού ελέγχου. Το κράτος μεταβιβάζει γη, δίνει επιδοτήσεις, παρέχει πιστώσεις, εγγυάται δάνεια, εκδίδει άδειες και ειδικά μονοπώλια, και συγκρατεί τους μισθούς μέσω της χειραγώγησης της αγοράς εργασίας. Παρότι διατηρεί «σχετική αυτονομία», το κράτος δεν είναι ουδέτερο στις ταξικές σχέσεις· σε κάθε δεδομένη στιγμή, εκπροσωπεί τη σχέση μεταξύ της άρχουσας τάξης και της υπόλοιπης κοινωνίας και συγχρόνως διαμεσολαβεί ανάμεσα στα ανώτερα και κατώτερα στρώματα αυτής.
Μέσα σε αυτό το σύστημα, η αληθινή ελευθερία δεν μπορεί να περιγραφεί απλώς αναφερόμενη στα τυπικά δικαιώματα. Απαιτεί την ικανότητα και την ευκαιρία να δρας μέσα στο ίδιο σου το σώμα, στην υλική σου ζωή. Αυτή η αντίληψη περί ελευθερίας προέρχεται άμεσα από την ιδέα του Τόμας Χότζσκιν περί φύσης έναντι τεχνητότητας — της ελευθερίας όπως τη διανοούνται και τη ρυθμίζουν οι νόμοι, έναντι της ελευθερίας όπως βιώνεται και ασκείται στην πράξη. Μπαίνουμε στον χώρο της αληθινής ελευθερίας μόνον αφού έχουμε εγκαταλείψει το πεδίο της απλής αναγκαιότητας. Στη σκέψη του Χότζσκιν, «το κέρδος και η πρόσοδος θεωρούνταν νομική ληστεία». Το κράτος (μαζί με τους νομοθέτες και τους νόμους του) είναι υπεύθυνο για τη διατήρηση του περιβάλλοντος κυριαρχίας και ανελευθερίας. Οι ανταλλαγές εργασίας έναντι αμοιβής εντός ενός τέτοιου περιβάλλοντος δεν είναι εθελοντικές συναλλαγές ισοδύναμων αξιών. Η εργασία πωλείται με έκπτωση, επειδή οι εναλλακτικές έχουν αποκλειστεί δια της νομικής βίας. Η ανισότητα στην ανταλλαγή εργασίας για μισθό είναι το καθοριστικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού και της μισθωτής σχέσης: ο εργαζόμενος πρέπει να αναδιαμορφωθεί, να προσαρμοστεί σε μια πραγματικότητα όπου έχει τη συμβατική υποχρέωση να παράγει περισσότερη αξία απ’ όση κοστίζει στον καπιταλιστή· να μετατραπεί σε κάτι άλλο — σε ξενιστή του κεφαλαίου. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται διαρκώς: η αξία που παράγει ο εργάτης μετατρέπεται στο κεφάλαιο που αποστραγγίζει τη ζωή του εργάτη.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι καπιταλιστές, οι άεργοι πλούσιοι, μπορούν να επωφελούνται από την εργασία των παραγωγικών μόνο επειδή προστατεύονται από αθέμιτα πλεονεκτήματα, κατοχυρωμένα στον νόμο, που τους επιτρέπουν να αποφεύγουν τις φυσικές συνέπειες και πιέσεις ενός αυθεντικού, πλήρους ανταγωνισμού. Το πλέγμα μονοπωλιακών δικαιωμάτων και προνομίων αφενός εμποδίζει την εργασία να αξιοποιήσει το ελάχιστο κεφάλαιο που ενδεχομένως διαθέτει και αφετέρου επιτρέπει σε μια προνομιούχα τάξη αεργίας να αποκομίζει κέρδη χωρίς εργασία και χωρίς κανένα κόστος. Σήμερα, οι πλούσιες άρχουσες τάξεις είναι, θα μπορούσε να πει κανείς, πιο άεργες και κοινωνικά άχρηστες από ποτέ άλλοτε στην ανθρώπινη ιστορία. Η απομάκρυνσή τους από την πολιτική εξουσία και η ραγδαία διεύρυνση των ανισοτήτων στο εισόδημα και τον πλούτο έχουν οδηγήσει, πιθανώς, στην πιο ιεραρχική κοινωνία που έχει γνωρίσει ο πλανήτης.
Αν και πολιτικοί επιστήμονες και δημοσιογράφοι δείχνουν αυξανόμενο ενδιαφέρον για το κατά πόσο οι ΗΠΑ είναι μια ολιγαρχία, απαιτείται περισσότερη επιστημονική προσπάθεια για να οριστεί και να περιγραφεί με αυστηρούς, ποσοτικούς όρους η κατάληψη και ο έλεγχος των θεσμών από τις ελίτ. Ένας Δείκτης Ιεραρχίας Τάξεων θα μπορούσε να αποπειραθεί να μετρήσει τον βαθμό στον οποίο συγκεντρώνονται η εξουσία, ο πλούτος και η διακριτική ευχέρεια στη λήψη αποφάσεων σε μια κυρίαρχη τάξη. Ένας τέτοιος δείκτης θα πρέπει να ενσωματώνει και να συνοψίζει επιμέρους μετρήσεις, όπως:
- τα επίπεδα συγκέντρωσης και ανισοκατανομής ατομικού πλούτου·
- τη συγχώνευση επιχειρήσεων και τη διαπλοκή συμφερόντων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων·
- την ευνοϊκή χρηματοδότηση και πίστωση προς συγκεκριμένες επιχειρήσεις και κλάδους·
- τη σχέση ή ταύτιση κυβερνητικών αξιωματούχων με προνομιούχους οικονομικούς φορείς (δείκτης «περιστρεφόμενης πόρτας»)·
- τις πηγές πολιτικής χρηματοδότησης·
- την «πολιτική ανταποκρισιμότητα», δηλαδή τη σχέση ανάμεσα στις επιθυμίες της άρχουσας τάξης για τη δημόσια πολιτική και τις νομοθετικές πράξεις·
- τη διείσδυση και τον έλεγχο των πολιτιστικών και εκπαιδευτικών ελίτ·
- τη συγκέντρωση της γης στα χέρια κρατών και μεγάλων εταιρειών.
Αυτή η λίστα είναι προκαταρκτική και μη εξαντλητική, με αρκετούς επιμέρους δείκτες να αλληλεπικαλύπτονται — όπως και με τον Δείκτη Πολιτιστικής Ομοιομορφίας, που εξετάζεται στη συνέχεια.
Συναφώς, ο κόσμος του 21ου αιώνα παρουσιάζει επίπεδα παγκόσμιας πολιτισμικής σύγκλισης και ομοιομορφίας χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Η επιστημονική προσπάθεια να ποσοτικοποιηθεί η εξουσία των ελίτ εντός της κοινωνίας, στις ΗΠΑ αλλά και παγκοσμίως, θα χρειαστεί έναν Δείκτη Πολιτιστικής Ομοιομορφίας, που να αποτυπώνει τον βαθμό στον οποίο τα μέλη μιας κοινωνίας μοιράζονται την ίδια γλώσσα, νόρμες, πεποιθήσεις και πολιτισμικές πρακτικές. Η πολιτισμική ομοιομορφία είναι ενίοτε δυσκολότερο να διερευνηθεί, καθώς προϋποθέτει την εξέταση των υποκειμενικών αξιών των ατόμων. Ωστόσο, υπάρχουν και πιο αντικειμενικοί τρόποι μέτρησής της, όπως:
- η παγκόσμια κυριαρχία της αγγλικής ως γλώσσας εμπορίου, πολιτισμού και ανώτατης εκπαίδευσης·
- η συγκέντρωση της ιδιοκτησίας των μεγάλων ΜΜΕ·
- η ομοιογένεια και τυποποίηση του αφηγήματος σε ειδήσεις και ψυχαγωγία·
- οι ομοιότητες στα καταναλωτικά πρότυπα και η παγκόσμια παρουσία πολυεθνικών λιανικών αλυσίδων σε τρόφιμα, ένδυση και οικιακά είδη·
- η εξάπλωση των μεγάλων πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης·
- η τυποποίηση πρακτικών, προγραμμάτων σπουδών και στόχων στην εκπαίδευση (συμπεριλαμβανομένης της κυριαρχίας της ελίτ επιστημονικής παραγωγής σε ορισμένα δυτικά πανεπιστήμια και περιοδικά)·
- η υιοθέτηση διεθνών προτύπων νομικού πλαισίου (π.χ. από τον ΠΟΕ)·
- η εξάπλωση παγκόσμιων «βέλτιστων πρακτικών» στην εταιρική διακυβέρνηση·
- η διάχυση οικουμενικών αξιών που μοιράζονται μεταξύ περιοχών και κρατών.
Πρόκειται και πάλι για έναν ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο. Βελτιωμένες εμπειρικές μελέτες θα βοηθήσουν στον προσδιορισμό κατάλληλων τομέων προς διερεύνηση και ένταξη στους δείκτες αυτούς.
Βελτιωμένες εμπειρικές κατηγοριοποιήσεις και στέρεη εννοιολογική βάση μπορούν να βοηθήσουν τους σύγχρονους επικριτές της ολιγαρχίας να εξηγήσουν τον ανελεύθερο χαρακτήρα του πολιτικού και οικονομικού μας συστήματος: το κεφάλαιο συσσωρεύεται μέσω της αποστέρησης, απορροφώντας την ενέργεια και τους πόρους των άλλων σε έναν κύκλο θετικής ανατροφοδότησης. Η τρέχουσα συζήτηση για το αν η Αμερική είναι ολιγαρχία μάς θυμίζει κάτι κρίσιμο: ακόμη κι αν οι απόκρυφες δυνάμεις του είναι φαντασιακές, ο βρικόλακας εξακολουθεί να κατέχει πραγματική και υπεράνθρωπη εξουσία. Όπως επισημαίνει ο θεωρητικός της κριτικής θεωρίας και πολιτικής οικονομίας Μαρκ Νεόκλεους, όταν ο Μαρξ μιλά για την εξαναγκαστική εργασία που επιβάλλουν οι βογιάροι της Βλαχίας, αναφέρεται σε κανέναν άλλο παρά στον ίδιο τον Βλαντ τον Παλουκωτή — τον Βλαντ Ντράκουλα.
Οι στοχαστές που εξετάστηκαν εδώ κατανοούσαν πως η κρατική εξουσία και η οικονομική ισχύς είναι αλληλένδετες. Αντιλαμβάνονταν πως, παρά τη σχετική της αυτονομία, η κρατική δομή αντανακλά και ενισχύει τη δυναμική των ταξικών σχέσεων εντός της κοινωνίας. Όταν δούμε αυτή τη σύνδεση με καθαρότητα και εμπειρική τεκμηρίωση, τότε θα κατανοήσουμε τον μηχανισμό της κυριαρχίας — και τότε θα μπορέσουμε επιτέλους να σταματήσουμε τα γρανάζια του.
Ο David S. D’Amato είναι δικηγόρος, επιχειρηματίας και ανεξάρτητος ερευνητής. Είναι σύμβουλος πολιτικής στο Future of Freedom Foundation και τακτικός αρθρογράφος γνώμης στο The Hill. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στα Forbes, Newsweek, Investor’s Business Daily, RealClearPolitics, The Washington Examiner και σε πολλές άλλες δημοφιλείς και επιστημονικές εκδόσεις. Το έργο του έχει αναφερθεί από την ACLU και τη Human Rights Watch, μεταξύ άλλων.


