του Λευτέρη Τσουλφίδη*
Το λέβα, το εθνικό νόμισμα της Βουλγαρίας, σημαίνει «λέων» και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα διατηρήσιμης νομισματικής σταθερότητας. Από το 1997, η χώρα υιοθέτησε καθεστώς νομισματικού συμβουλίου (currency board), συνδέοντας αρχικά το λέβα με το γερμανικό μάρκο και, από το 2001, με το ευρώ, σε σταθερή ισοτιμία 1,96 λέβα ανά 1 ευρώ. Με άλλα λόγια, η αγοραστική δύναμη του λέβα αντιστοιχεί περίπου στο 0,51 του ευρώ. Η σχέση αυτή απεικονίζεται και στο σχετικό διάγραμμα, στο οποίο οι διακυμάνσεις της ισοτιμίας εμφανίζονται αμελητέες και παροδικές, περιοριζόμενες εντός ενός εξαιρετικά στενού εύρους μεταβολών· γεγονός που επιβεβαιώνει την επίμονη διατήρηση της νομισματικής σταθερότητας στη Βουλγαρία για περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα.

Δεδομένης αυτής της μακροχρόνιας συναλλαγματικής σταθερότητας, ανακύπτει εύλογα το ερώτημα γιατί η Βουλγαρία δεν έχει ακόμη ενταχθεί στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), παρά το γεγονός ότι πληροί, επί σειρά ετών, τα ποσοτικά κριτήρια του Μάαστριχτ.
Πράγματι, οι βασικοί μακροοικονομικοί δείκτες της χώρας ευθυγραμμίζονται πλήρως με τις απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης: ο πληθωρισμός διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα (συχνά κάτω του 3%), τα επιτόκια κινούνται εντός των ορίων σύγκλισης, ενώ το δημόσιο χρέος κυμαίνεται σε ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά (20%–25% του ΑΕΠ). Παράλληλα, η δημοσιονομική πολιτική είναι διαχρονικά συνετή, με περιορισμένα ελλείμματα· το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παραμένει σχετικά ισορροπημένο· και οι διεθνείς αγορές αντιμετωπίζουν τη Βουλγαρία ως πρότυπο σταθερότητας μεταξύ των ανατολικών κρατών-μελών της Ε.Ε.
Ωστόσο, η ένταξη της χώρας στην Ευρωζώνη έχει επανειλημμένα αναβληθεί, όχι εξαιτίας αδυναμιών στην οικονομική της επίδοση, αλλά λόγω πολιτικών και θεσμικών επιφυλάξεων. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχουν κατά καιρούς εκφράσει ανησυχίες αναφορικά με την ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας της Βουλγαρίας, το επίπεδο διαφάνειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, καθώς και τη διοικητική ικανότητα του κράτους. Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται πλέον πιθανή η ένταξή της στην Ευρωζώνη το 2026.
Η περίπτωση της Βουλγαρίας προσφέρει ένα ιδιαίτερα διαφωτιστικό αντιπαράδειγμα σε σχέση με την ελληνική εμπειρία. Ενώ η Βουλγαρία παραμένει εκτός Ευρωζώνης παρά την πλήρη συμμόρφωσή της με τα κριτήρια σύγκλισης, η Ελλάδα έγινε δεκτή το 2001, παρότι παρουσίαζε σαφείς αποκλίσεις από τις θεμελιώδεις μακροοικονομικές προϋποθέσεις. Όπως κατέδειξε η κρίση χρέους μετά το 2010, η ελληνική ένταξη στην ΟΝΕ δεν εδράστηκε αποκλειστικά σε αντικειμενικούς οικονομικούς όρους, αλλά επηρεάστηκε από πολιτικές σκοπιμότητες στο πλαίσιο της στρατηγικής για την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης μέσω της νομισματικής ένωσης.
Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η σταθερότητα της συναλλαγματικής ισοτιμίας μπορεί να επιτευχθεί ακόμη και εκτός ενός ενιαίου νομίσματος, εφόσον υφίστανται θεσμική συνέπεια και μακροοικονομική πειθαρχία. Η βουλγαρική εμπειρία αμφισβητεί ευθέως απλουστευτικές θέσεις που διατυπώθηκαν στην Ελλάδα –ιδίως κατά τη δεκαετία του 2010– σύμφωνα με τις οποίες η μετάβαση σε εθνικό νόμισμα και η επακόλουθη «γενναία» υποτίμηση αποτελούν επαρκή λύση για την αποκατάσταση των μακροοικονομικών ανισορροπιών. Τέτοιες απόψεις, που υιοθετήθηκαν από πολιτικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους εν μέσω της κρίσης, παραβλέπουν τη θεμελιώδη σημασία των θεσμικών και παραγωγικών υποδομών.
Η υποτίμηση, καθεαυτή, συνιστά εργαλείο οικονομικής πολιτικής, όχι όμως πανάκεια. Αποτελεί, στην καλύτερη περίπτωση, ένα επιφαινόμενο που, χωρίς τη συνοδεία ευρύτερων διαρθρωτικών παρεμβάσεων, αδυνατεί να επιφέρει διατηρήσιμα αποτελέσματα. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Ελλάδας το 1953, όταν η υποτίμηση της δραχμής κατά 100% (από τις 15 δρχ. 1 δολάριο αυξήθηκε στις 30 δρχ. = 1 δολάριο, δηλαδή η δραχμή απώλεσε το 50% της αγοραστικής της δύναμης) συνοδεύτηκε από ένα ευρύ φάσμα θεσμικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων, μεταξύ των οποίων φορολογική αναδιάρθρωση, έλεγχος δημοσίων δαπανών, ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων. Μέσω αυτών των μέτρων, η υποτίμηση εντάχθηκε σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα οικονομικής ανασυγκρότησης και κατέστη το πλέον πετυχημένο εργαλείο οικονομικής πολιτικής της μεταπολεμικής περιόδου.
Κατά την περίοδο 1953–1971, το 1971 είχαμε την κατάργηση των συμφωνιών Μπρέτον Γουντς. Ωστόσο η ισοτιμία 30δρχ=1 δολάριο παρέμεινε σταθερή μέχρι το 1973 ενώ η νομισματική σταθερότητα συνεχίστηκε και μεταγενέστερα με ελάχιστες διακυμάνσεις. Την περίοδο (1953–1973), ο μέσος ετήσιος ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης υπερέβη το 6,5%, καθιστώντας την Ελλάδα τη δεύτερη ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία παγκοσμίως, μετά την Ιαπωνία. Η σύμπτωση αυτών των εξελίξεων δεν υποδηλώνει απλώς συσχέτιση, αλλά αποκαλύπτει την ύπαρξη ενός βαθύτερης αιτιώδους σχέσεως: η νομισματική σταθερότητα αποτέλεσμα ενός συνόλου θεσμικών και παραγωγικών μετασχηματισμών. Συνεπώς, η ικανότητα των νομισματικών μέσων να λειτουργούν αποτελεσματικά προϋποθέτει την προγενέστερη διαμόρφωση ενός αξιόπιστου θεσμικού και μακροοικονομικού περιβάλλοντος και όχι το αντίστροφο.
Λευτέρης Τσουλφίδης,
Αφ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας


