Εν Αθήναις, 6 Σεπτεμβρίου 2025
Μακαριώτατε,
έλαβα με πολύ σεβασμό την από 3ης Σεπτεμβρίου επιστολή σας και ευσεβάστως σας ενημερώνω ότι αναγνώσαμε αυτήν στην συνεδρίαση της από 4ης Σεπτεμβρίου Ιεράς Συνάξεως και η Ιερά Σύναξη απεφάσισε να μην επιτρέψει την προσέλευσή μου στα Ιεροσόλυμα, όπως εκ των Ιερών Σιγιλλίων έχει το δικαίωμα.
Όσον αφορά το τελευταίο Υμέτερον ανακοινωθέν, οι πράξεις αμφοτέρων μαρτυρούν ποιος διασπά την ενότητα της Ορθοδοξίας και της Ρωμιοσύνης και εις όφελος ποιου το πράττει. Ήταν η Υμετέρα Μακαριότης η οποία προχώρησε στην διοργάνωση της «Αδελφικής Συνάντησης των Ορθοδόξων Εκκλησιών» στο Αμάν της Ιορδανίας το 2020 η οποία ήταν ένα ευθύτατο πλήγμα και βαθύτατη προσβολή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το Σεπτό Κέντρο της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Ως Έλληνες γνωρίζουμε -ή οφείλουμε να γνωρίζουμε- ότι μόνο η Ελλάδα, από όλες τις Ορθόδοξες χώρες, έχει σαφέστατη αναφορά στο Σύνταγμά της για την Ορθοδοξία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Συγκεκριμένα το άρθρο 3 του Συντάγματος της Ελλάδας αναφέρει:
«Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Aνατολικής Oρθόδοξης Εκκλησίας του Xριστού. H Oρθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, που γνωρίζει κεφαλή της τον Kύριο ημών Iησού Xριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Mεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως». Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων είναι το τέταρτο σύμφωνα με την εκκλησιαστική τάξη. Και ο τέταρτος αποφάσισε να αμφισβητήσει το ρόλο του Πρώτου εις όφελος του Πατριαρχείου Μόσχας.
Πέραν τούτου, δεν υφίσταται ανάγκη να προχωρήσω σε κανένα άλλο σχόλιο. Όμως καθώς ο χρόνος περνά και η μνήμη εξασθενεί, επιτρέψτε μου να υπενθυμίσω στην Υμετέρα Μακαριότητα ορισμένα αποσπάσματα από την απαντητική επιστολή του Παναγιωτάτου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης και Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου στην πρόσκλησή σας να συμμετέχει στην προαναφερόμενη συνάντηση:
«Εν πρώτοις εκπλησσόμεθα ουχί ευχαρίστως εκ του γεγονότος ότι διά πρώτην φοράν εις την μακραίωνα ιστορίαν των δύο ημετέρων Πατριαρχείων το ορθώς επιγραφόμενον «Ελληνορθόδοξον Πατριαρχείον Ιεροσολύμων» αλληλογραφεί μετά του Οικουμενικού Πατριάρχου εις γλώσσαν ξένην προς την μητρικήν ημών τοιαύτην, ως εάν έπαυσεν αίφνης να αισθάνηται τούτο όμαιμον και ανήκον μεθ΄ ημών εις το αυτό ιστορικόν και μαρτυρικόν Γένος, εις το οποίον μάλιστα η Θεία Πρόνοια από αιώνων ενεπιστεύθη την φύλαξιν των ιερών Προσκυνημάτων της Αγίας Γης διά της Αγιοταφιτικής Υμών Αδελφότητος. Ξενίζει μεγάλως η τοιαύτη στάσις και ενέργεια Υμών πάντας όσοι γνωρίζουν τους αγώνας των αοιδίμων Προκατόχων της Υμετέρας Μακαριότητος, οίτινες αντέστησαν σθεναρώς κατά των γνωστών εκ της Ιστορίας προσπαθειών διεισδύσεως εις τους Αγίους Τόπους ξένων προς το ημέτερον Γένος δυνάμεων. Τι, άραγε, ωδήγησε την Υμετέραν Μακαριότητα εις την ούτω ουχί τιμητικήν δι’ ημάς αποστολήν εγκυκλίου Γράμματος εις την Αγγλικήν αντί του από αιώνων καθιερωμένου τρόπου αλληλογραφίας μεταξύ των Εκκλησιών ημών;
Δεύτερον, μετά δυσκολίας κατανοούμεν την πρωτοφανή εις την ιστορίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας ανάληψιν υφ’ Υμών πρωτοβουλίας προς σύγκλησιν Πανορθοδόξου Συνάξεως. Περιττόν να υπομνήσωμεν Υμίν την θέσιν, την οποίαν κατέχει το Υμέτερον Πατριαρχείον εις την τάξιν των Διπτύχων της Αγιωτάτης Ορθοδόξου Εκκλησίας, ως και το γεγονός ότι, κατά την κανονικήν τάξιν, ήτις ανέκαθεν και μέχρι προσφάτως εγένετο υφ’ όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών σεβαστή, αι Πανορθόδοξοι Συνάξεις των Προκαθημένων συγκαλούνται πάντοτε υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου, όστις και προεδρεύει αυτών. Ποίου είδους ενότητα θέλει υπηρετήσει η Υμετέρα πρωτοβουλία, εάν απουσιάζη εκ της προτεινομένης υφ’ Υμών Συνάξεως ο Πρώτος τη τάξει των Ορθοδόξων Προκαθημένων; Και ποίον νόημα θα είχε μία Σύναξις Προκαθημένων, κατά την οποίαν δεν θα ήτο δυνατή η τέλεσις από κοινού της Θείας Λειτουργίας, διότι είς εξ αυτών διέκοψε την Ευχαριστιακήν κοινωνίαν μετά τινων εξ αυτών; Η τυχόν πραγματοποίησις της πρωτοβουλίας Υμών ταύτης θέλει καταδείξει τοις πάσι, φίλοις τε και εχθροίς, ότι η Ορθόδοξος ημών Εκκλησία δεν αποτελεί οργανικήν ενότητα, και έχει περιπέσει εις την κατάστασιν ομοσπονδίας, ή και, έτι χείρον, συνομοσπονδίας Εκκλησιών προτεσταντικού τύπου. Η ευθύνη την οποίαν επωμίζεται η Υμετέρα Μακαριότης διά της πρωτοφανούς ταύτης πρωτοβουλίας Αυτής, είναι πελωρία έναντι της Ιστορίας, και ειλικρινώς απορούμεν πως απεφάσισεν Αύτη να αναλάβη αυτήν, και δη κατά τους κρισίμους τούτους καιρούς.
Τρίτον, απορίαν προκαλεί εις ημάς η επίκλησις, ως σκοπού της προτεινομένης υφ’ Υμών Συνάξεως, της
«διαφυλάξεως της Ευχαριστιακής κοινωνίας εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία». Αλλ’ η Ευχαριστιακή κοινωνία εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία ουδέποτε διεκόπη ει μη υπό μιάς και μόνον Ορθοδόξου Εκκλησίας, και τούτο μονομερώς, πασών των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών διατηρουσών την προς αυτήν και μετ’ αλλήλων Ευχαριστιακήν κοινωνίαν. Προς την Εκκλησίαν ταύτην, συνεπώς, δέον να κατευθυνθή οιαδήποτε προσπάθεια επανόδου εις την Ευχαριστιακήν κοινωνίαν, και ουχί προς τας λοιπάς Εκκλησίας.
Προς τούτοις, διερωτάταί τις ποίον θετικόν αποτέλεσμα θα ηδύνατο να έχη μία συνάντησις Προκαθημένων, έστω και άτυπος, άνευ προετοιμασίας τινός. Ουδέποτε, μηδέ παρά τοις κοσμικοίς, επεχειρήθη συνάντησίς τις ηγετών άνευ προετοιμασίας, ίνα μη αχθή αύτη εις αποτυχίαν βλαπτικήν διά τον επιδιωκόμενον σκοπόν. Μία τοιαύτη απροετοίμαστος συνάντησις ουχί μόνον δεν θα ωφέλει, αλλά και θα έβλαπτε μεγάλως την ενότητα της Εκκλησίας ημών. Υπό τας συνθήκας ταύτας η τοιαύτη συνάντησις θα υπέκρυπτεν άλλα κίνητρα και θα εξυπηρέτει άλλους σκοπούς πλην εκείνου της ενότητος της Εκκλησίας, την οποίαν ενότητα και θα έπληττεν, ίσως, ανεπανορθώτως.
Κατόπιν τούτων, το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, αναλογιζόμενον την ευθύνην αυτού, ως Πρωτοθρόνου εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, διά την διαφύλαξιν της κανονικής τάξεως, ως και τας σοβαράς συνεπείας διά την ενότητα της Εκκλησίας, τας οποίας θα είχεν η τυχόν, παρά την κανονικήν ταύτην τάξιν και παράδοσιν, πραγματοποίησις της προτεινομένης υπό της Υμετέρας Μακαριότητος συναντήσεως των Προκαθημένων, καλεί Αυτήν αδελφικώς όπως μη εμμείνη εις την πρωτοβουλίαν Αυτής ταύτην, υπηρετούσα, ανεπιγνώστως ίσως, αλλοτρίους σκοπούς από αιώνων υπονομεύοντας τον πανίερον Οικουμενικόν Θρόνον, και αναλαμβάνουσα ούτως ιστορικού μεγέθους ευθύνας διά τας συνεπείας, τας οποίας θα είχεν η ενέργεια αύτη διά την Εκκλησίαν και το Γένος».
Μακαριώτατε, εθαύμασα τον τρόπο με τον οποίο επιχειρήσατε να μην απαντήσετε στην από 4/9/2025 επιστολή μου. Αποφασίσατε ότι Είστε και ιατρός σωμάτων και αποφανθήκατε ότι εκτός από υπερήλικας είμαι και ανίκανος να μιλήσω και να γράψω. Αλλά οι υπεκφυγές Σας δεν μπορούν να συσκοτίσουν την αλήθεια αυτών που σας έγραψα. Αντίθετα την κάνουν να λάμπει ακόμα περισσότερο. Εύχομαι στην Υμετέρα Μακαριότητα όταν φθάσει στα έτη που βρίσκομαι να μην βρεθεί κανείς να Σας πει ή να Σας γράψει ότι είπατε ή γράψατε Εσείς σε εμένα.
Από την τελευταία παράγραφο της επιστολής Σας προκύπτουν συμπεράσματα για τα οποία ούτε έχω ενημερωθεί ούτε γνωρίζω παρά μόνο εικάζω. Διαβλέπω όμως με βεβαιότητα ότι η οδός στην οποία προτρέπετε την Ιερά Σιναϊτική Αδελφότητα να βαδίσει είναι λίαν αμφιβόλου κανονικότητας και νομιμότητας με προφανή ολέθρια αποτελέσματα τα οποία δεν θα αργήσουν να φανούν. Γι’ αυτά έχετε ακέραιη την ευθύνη όπως και για όσα πράξατε εν κρυπτώ για την διάσπαση της ενότητας της Ιεράς Σιναϊτικής Αδελφότητας με στόχο να καταργήσετε το ιδιαίτερο εκκλησιαστικό καθεστώς της Ιεράς Μονής Σινά.
Ασπάζομαι την Δεξιά Σας και ζητώ τις πολύτιμες πατριαρχικές Σας ευχές!
† Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΙΝΑ ΔΑΜΙΑΝΟΣ


