INSS Insight No. 1989, May 4, 2025
Όταν πρόκειται για τις σχέσεις ΗΠΑ–Ισραήλ, πρόκειται άραγε για μια περίπτωση όπου «ό,τι ήταν, θα συνεχίσει να είναι»; Η σημαντική διάβρωση των βασικών πυλώνων αυτής της σχέσης δεν προμηνύει τίποτε θετικό. Η εσωτερική πολιτική πραγματικότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και η περιφερειακή και παγκόσμια κατάσταση, υφίστανται ραγδαίες αλλαγές. Θα παραμείνουν οι σχέσεις Ισραήλ–ΗΠΑ ανεπηρέαστες από αυτές τις ανακατατάξεις και τις πολύπλευρες συνέπειές τους; Θα συνεχιστούν όπως στο παρελθόν, με απλές περιστασιακές προσαρμογές; Θα υπερισχύσει η αξία του Ισραήλ ως στρατηγικού εταίρου έναντι του βάρους που ενδέχεται να συνεπάγεται για τις Ηνωμένες Πολιτείες;
Απαντώντας στα παραπάνω ερωτήματα, η διαπίστωση της σημαντικής φθοράς στους θεμέλιους λίθους της «ειδικής σχέσης» —το κοινό αξιακό υπόβαθρο και τα αμοιβαία συμφέροντα, αλλά και οι ρωγμές στη γέφυρα που συνδέει την αμερικανοεβραϊκή κοινότητα με το Ισραήλ— δεν είναι ενθαρρυντική.
Στο Ισραήλ, η κυρίαρχη αντίληψη είναι ότι οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν όπως στο παρελθόν. Αυτή η νοοτροπία έρχεται σε αντίθεση με τη γνωστή δήλωση του Βρετανού πρωθυπουργού του 19ου αιώνα, Λόρδου Πάλμερστον, ο οποίος έλεγε ότι η Βρετανία δεν έχει αιώνιους εχθρούς ή φίλους, αλλά μόνο αιώνια συμφέροντα — συμφέροντα που αλλάζουν καθώς αλλάζουν και οι συνθήκες. Οι Ισραηλινοί ηγέτες και μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, αντιθέτως, τείνουν να πιστεύουν ότι καμία γεωπολιτική ή εσωτερική πολιτική αναταραχή δεν μπορεί να μεταβάλει τη θεμελιώδη φύση των σχέσεων Ισραήλ–ΗΠΑ. Έτσι, το Ισραήλ θεωρεί πως μπορεί να προκαλεί τις Ηνωμένες Πολιτείες ή ακόμη και να υπονομεύει τα συμφέροντά τους στη Μέση Ανατολή, χωρίς αυτό να οδηγεί την Ουάσινγκτον σε αναθεώρηση της βασικής της υποστήριξης. Για πολλά χρόνια, αυτή η εκτίμηση φαινόταν βάσιμη.
Ωστόσο, θα μπορέσει το Ισραήλ να επιτύχει τους στόχους του στο μέλλον, εάν αυτό συνεπάγεται πιθανή ζημία για τις στρατηγικές προτιμήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης — χωρίς να κλονιστούν τα θεμέλια των διμερών σχέσεων;
Στην προσπάθεια να απαντήσουμε, μπορούμε να θυμηθούμε την περίφημη φράση του Αμερικανού συγγραφέα Έρνεστ Χέμινγουεϊ: «Πώς χρεοκόπησες; Δύο τρόποι: Σταδιακά, μετά ξαφνικά.» Η παρατήρηση αυτή υποδηλώνει πως οι διαδικασίες εκτυλίσσονται σταδιακά — είτε τις παρακολουθεί κανείς, είτε τις αγνοεί — αλλά όταν ωριμάσουν, κορυφώνονται με ένα φαινομενικά αιφνίδιο γεγονός. Τότε αρχίζουν να τίθενται ερωτήματα για τα αίτια και το αν θα μπορούσαν να είχαν προληφθεί. Η επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 ανταποκρίνεται σε αυτή την περιγραφή. Οι σχέσεις Ισραήλ–ΗΠΑ ενδέχεται επίσης να ακολουθήσουν παρόμοια πορεία.
Η «ειδική σχέση» μεταξύ Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών στηρίζεται σε τρεις πυλώνες, όλοι τους έχουν υποστεί ρωγμές με την πάροδο των ετών — ρωγμές που πλέον διευρύνονται. Κάποιες από αυτές προέρχονται από τις ίδιες τις ενέργειες του Ισραήλ· άλλες πηγάζουν από εσωτερικές διεργασίες στις ΗΠΑ ή παγκόσμιες μεταβολές που αντανακλώνται στη διμερή σχέση. Είναι άραγε αυτές οι ρωγμές επιδιορθώσιμες ή βρισκόμαστε στο τέλος μιας εποχής και στην απαρχή ενός νέου, λιγότερο στενού και «ειδικού» κεφαλαίου;
Πρώτος Πυλώνας: Κοινό Αξιακό Υπόβαθρο. Ο πρώτος πυλώνας είναι το κοινό αξιακό σύστημα και η αντίληψη των ΗΠΑ για τον εαυτό τους ως έθνους με παγκόσμια, ευεργετική αποστολή. Αυτό φάνηκε, για παράδειγμα, στην είσοδο των ΗΠΑ στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ο πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον δήλωνε πως στόχος ήταν «να γίνει ο κόσμος ασφαλής για τη δημοκρατία». Από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου —και ιδίως μετά τον Ψυχρό Πόλεμο— οι Ηνωμένες Πολιτείες αυτοπροσδιορίζονταν ως ηγέτιδα δύναμη του δυτικού κόσμου και του φιλελεύθερου/καπιταλιστικού συστήματος, καθοδηγούμενη από τις αρχές της δημοκρατικής διακυβέρνησης, του κράτους δικαίου και των ατομικών δικαιωμάτων. Το Ισραήλ παρουσιαζόταν ως φορέας αντίστοιχου αξιακού προσανατολισμού, σε ευθυγράμμιση με τη δημοκρατική αμερικανική κοινωνία και ως μέρος του δυτικού κόσμου — στοιχείο που ενίσχυε τη διάθεση των ΗΠΑ να συνεργαστούν μαζί του και να το υποστηρίξουν.
Ωστόσο, η δεύτερη θητεία του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ αντικατόπτρισε μια μετατόπιση που είχε ήδη αρχίσει να διαφαίνεται κατά την πρώτη: μια οπτική ριζικά διαφορετική από εκείνη των περισσότερων προηγούμενων κυβερνήσεων των ΗΠΑ. Η νέα αυτή προσέγγιση περιλάμβανε την εγκατάλειψη της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης, την αμφισβήτηση της σημασίας των συμμαχιών στην παγκόσμια σκηνή και την υιοθέτηση του δόγματος «Πρώτα η Αμερική» (και, ταυτόχρονα, «Πρώτα ο Τραμπ»). Παράλληλα, ο Τραμπ δρομολόγησε σημαντικές εσωτερικές μεταρρυθμίσεις που κατηύθυναν το αμερικανικό πολιτικό σύστημα προς ένα αυταρχικό-λαϊκιστικό πρότυπο, υπονομεύοντας τη δημοκρατική τάξη. Παρόμοιες εσωτερικές εξελίξεις συντελούνται και στο Ισραήλ, απειλώντας τα θεμέλια του δημοκρατικού του πολιτεύματος — με τρόπο ανάλογο προς όσα συμβαίνουν στις ΗΠΑ. Με άλλα λόγια, παρατηρείται διάβρωση της φιλελεύθερης αξιακής βάσης, που αποτελούσε άλλοτε κεντρικό πυλώνα της σχέσης.
Σ’ αυτό προστίθεται και η σταθερή μείωση της υποστήριξης προς το Ισραήλ εντός του Δημοκρατικού Κόμματος, με αποτέλεσμα η αμερικανική στήριξη στο Ισραήλ να παύει πλέον να αποτελεί διακομματική σταθερά και να καθίσταται αμφιλεγόμενο ζήτημα — σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της σύγκλισης της ισραηλινής πολιτικής με τις θέσεις των Ρεπουμπλικανών.
Δεύτερος Πυλώνας: Κοινά Συμφέροντα. Ο δεύτερος πυλώνας είναι τα κοινά συμφέροντα, τα οποία διαμορφώθηκαν την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και του διπολικού ανταγωνισμού. Κατά την εποχή εκείνη, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ συνέκλιναν απέναντι σε έναν κοινό εχθρό — τη Σοβιετική Ένωση και τους συμμάχους της στη Μέση Ανατολή, οι οποίοι επεδίωκαν την εξόντωση του Ισραήλ. Οι ΗΠΑ θεωρούσαν τότε το Ισραήλ ως σύμμαχο στην παγκόσμια και περιφερειακή προσπάθεια ανάσχεσης της σοβιετικής επιρροής.
Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την εξάλειψη της σοβιετικής απειλής, προέκυψε μια νέα κοινή ανησυχία: η καταπολέμηση της τρομοκρατίας, τόσο σε περιφερειακό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Το Ισραήλ, το οποίο παραμένει αφοσιωμένο στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, εξακολούθησε να θεωρείται σημαντικός παράγοντας για τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Ωστόσο, η υποστήριξη του Ιράν σε οργανώσεις όπως η Χαμάς, η Χεζμπολάχ, οι Χούθι και άλλες φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές, γίνεται πλέον αντιληπτή κυρίως ως απειλή για το Ισραήλ και λιγότερο για τα συμφέροντα των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.
Σε ό,τι αφορά το Ιράν, μπορεί επιφανειακά να φαίνεται ότι υπάρχει κοινή απειλή, αλλά αυτή έχει διαφορετική βαρύτητα για κάθε πλευρά. Πολλοί στο Ισραήλ αντιλαμβάνονται την ιρανική απειλή ως υπαρξιακή, κάτι που δεν ισχύει για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ΗΠΑ βλέπουν το Ιράν ως απειλή για τους περιφερειακούς τους συμμάχους, και κατά συνέπεια ως παράγοντα αποσταθεροποίησης των αμερικανικών συμφερόντων. Από τις τρεις μορφές απειλής που προβάλλει το Ιράν έναντι του Ισραήλ —πυρηνικά, βαλλιστικοί πύραυλοι και υπονόμευση— η Ουάσινγκτον εστιάζει κυρίως στο πυρηνικό σκέλος, τόσο από την άποψη της γενικής αποτροπής της πυρηνικής διάδοσης, όσο και λόγω των ενδεχόμενων περιφερειακών συνεπειών από μια πυρηνική ιρανική δύναμη. Η σημερινή αβεβαιότητα και η ασάφεια γύρω από τη θέση των ΗΠΑ σχετικά με τον εμπλουτισμό ουρανίου, σε συνδυασμό με την επιμονή Τραμπ να προωθήσει οικονομικές, τεχνολογικές και στρατιωτικές συμφωνίες (κυρίως με τα κράτη του Κόλπου) χωρίς τη χρήση βίας, δημιουργεί πεδίο τριβών με το Ισραήλ, το οποίο επιδιώκει να αναχαιτίσει δραστικά (έστω κι αν δεν μπορεί να εξαλείψει πλήρως) το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Ένα ακόμη σημείο διαφωνίας είναι το Παλαιστινιακό, το οποίο έχει αποκτήσει εκ νέου επείγουσα σημασία λόγω του πολέμου στη Γάζα και των ριζικών σχεδίων του Τραμπ για αναμόρφωση της Μέσης Ανατολής, εστιάζοντας στη βελτίωση των σχέσεων με τα κράτη του Κόλπου (σε ευθυγράμμιση και με τα ιδιωτικά οικονομικά συμφέροντα της οικογένειάς του, όπως φάνηκε και από την επίσκεψή του στον Κόλπο τον Μάιο του 2025). Ο πόλεμος στη Γάζα —ιδίως το ζήτημα των Ισραηλινών ομήρων της Χαμάς— αποτελεί εμπόδιο στις προσπάθειες του Αμερικανού προέδρου να διαμορφώσει μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα στην περιοχή, με στόχο τη δημιουργία φιλοαμερικανικού μετώπου απέναντι στο Ιράν και τους συμμάχους του, συμπεριλαμβανομένων της Ρωσίας και της Κίνας. Ένας ενδιάμεσος στόχος αυτής της στρατηγικής είναι η ομαλοποίηση των σχέσεων Σαουδικής Αραβίας–Ισραήλ, όμως η άρνηση του Ισραήλ να κάνει βήματα προς την κατεύθυνση λύσης δύο κρατών παραμένει βασικό εμπόδιο. Προς το παρόν, το Ισραήλ δυσχεραίνει τις προσπάθειες επέκτασης των Συμφωνιών του Αβραάμ, και οι δηλώσεις Τραμπ κατά την επίσκεψή του στη Σαουδική Αραβία δείχνουν ότι έχει προσωρινά εγκαταλείψει τον στόχο αυτό. Επιπλέον, η αυξημένη σημασία της Σαουδικής Αραβίας στη μεσανατολική στρατηγική του Τραμπ ενδέχεται να περιορίσει τον ρόλο του Ισραήλ ως βασικού συμμάχου των ΗΠΑ στην περιοχή. Εάν το Ισραήλ σταθεί εμπόδιο στις προσπάθειες του Τραμπ να «τερματίσει πολέμους» προκειμένου να προωθήσει συμφωνίες, δεν αποκλείεται να το αφήσει να αντιμετωπίσει μόνο του τις συνέπειες. Ένα πρώτο κρίσιμο τεστ για τη στρατηγική αξία του Ισραήλ στα μάτια της Ουάσινγκτον θα είναι η επικείμενη απόφαση για την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ για τα επόμενα χρόνια.
Τρίτος Πυλώνας: Η Αμερικανοεβραϊκή Κοινότητα. Ο τρίτος πυλώνας είναι η εβραϊκή κοινότητα των ΗΠΑ, η οποία λειτουργούσε ως γέφυρα μεταξύ των δύο κοινωνιών και κρατών. Ωστόσο, και αυτός ο πυλώνας παρουσιάζει ρωγμές τα τελευταία χρόνια. Η μετατροπή του Ισραήλ σε αντικείμενο κομματικής αντιπαράθεσης έχει οξύνει τους εσωτερικούς διχασμούς στην εβραϊκή κοινότητα, η πλειονότητα της οποίας εξακολουθεί να στηρίζει τους Δημοκρατικούς — παρότι αυτοί εκφράζουν αυστηρή κριτική στην ισραηλινή πολιτική για το Παλαιστινιακό. Ολόκληρη η κοινότητα βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με την πρόκληση της αυξανόμενης αντισημιτικής έξαρσης μετά τις 7 Οκτωβρίου και την έναρξη του πολέμου στη Γάζα. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η τάση των νεότερων γενεών να απομακρύνονται από το Ισραήλ.
Η εσωτερική πολιτική κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως και η περιφερειακή και παγκόσμια πραγματικότητα, βρίσκονται σήμερα σε τροχιά ραγδαίων μεταβολών. Θα παραμείνουν οι σχέσεις Ισραήλ–ΗΠΑ ανεπηρέαστες από αυτές τις αναταράξεις και τις ποικίλες επιπτώσεις τους; Θα συνεχίσουν να υφίστανται όπως μέχρι τώρα, έστω με προσαρμογές ανάλογα με τις συγκυρίες; Θα μπορέσει η αξία του Ισραήλ ως στρατηγικού εταίρου να υπερισχύσει του πιθανού βάρους που μπορεί να συνεπάγεται για τις Ηνωμένες Πολιτείες;
Απαντώντας σε αυτά τα ερωτήματα, η διαρκής και σημαντική διάβρωση των πυλώνων της «ειδικής σχέσης» —του κοινού αξιακού υπόβαθρου και των αμοιβαίων συμφερόντων, καθώς και των ρωγμών στη γέφυρα που συνέδεε την αμερικανοεβραϊκή κοινότητα με το Ισραήλ— δεν αφήνει αισιόδοξες προοπτικές.
Οι απόψεις που διατυπώνονται στις δημοσιεύσεις του INSS εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους.
Σιμόν Στάιν
Ο Σιμόν Στάιν είναι ανώτερος ερευνητής (επί τιμή) στο Ινστιτούτο Εθνικών Στρατηγικών Μελετών του Ισραήλ (INSS). Εντάχθηκε στο ερευνητικό προσωπικό του Ινστιτούτου έπειτα από μακρά σταδιοδρομία στη διπλωματική υπηρεσία. Υπήρξε πρέσβης του Ισραήλ στη Γερμανία (2001–2007). Προηγουμένως διετέλεσε επικεφαλής του Τμήματος για τη Διάδοση Όπλων, τον Έλεγχο Εξοπλισμών, τον Αφοπλισμό και την Περιφερειακή Ασφάλεια, ενώ υπηρέτησε και ως αναπληρωτής γενικός διευθυντής για τις χώρες της ΚΑΚ, καθώς και της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης στο Υπουργείο Εξωτερικών. Ο Πρέσβης Στάιν υπηρέτησε επίσης σε διπλωματικές αποστολές στην Ουάσιγκτον, τη Γερμανία και το Ισραήλ, και συμμετείχε στην ισραηλινή αντιπροσωπεία για τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις περί ελέγχου εξοπλισμών.


