Του Παντελή Σαββίδη
Ο δεκανέας Hazel Wood (δεξιά) χαιρετά στρατιωτικά προτού παραλάβει ξύλινα κιβώτια που περιείχαν τα λείψανα Αμερικανών στρατιωτών, κατά τη διάρκεια τελετής επαναπατρισμού αγνοουμένων (MIA), στις 10 Ιουνίου 1996, στο αεροδρόμιο του Ανόι. Το Ανόι παρέδωσε στις ΗΠΑ, τα υποτιθέμενα λείψανα επτά αγνοουμένων. Τα λείψανα, τοποθετημένα σε φέρετρα καλυμμένα με την αμερικανική σημαία, μεταφέρθηκαν αεροπορικώς στη Χαβάη για να γίνει η ταυτοποίησή τους (φωτ. αρχείου: Hoang Dinh NAM)
Το Council on Foreign Relations (CFR) είναι μια αμερικανική δεξαμενή σκέψης η οποία, λέγεται, πως συνδέεται στενά με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ (State Department). Σε συνεργασία με κορυφαίους ιστορικούς της αμερικανικής διπλωματίας, επιχείρησε να αξιολογήσει τις δέκα καλύτερες και τις δέκα χειρότερες αποφάσεις στην ιστορία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Το αποτέλεσμα* είναι ένας καθρέπτης των αμερικανικών επιλογών που καθόρισαν την πορεία της χώρας αλλά και επηρέασαν τις διεθνείς ισορροπίες.
Αν εξετάσει κανείς τις αποφάσεις που κρίθηκαν ως οι πλέον επιτυχημένες, διαπιστώνει ότι οι μεγάλες επιτυχίες της Ουάσιγκτον δεν ήταν προϊόντα παρορμητισμού, αλλά συνδυασμός ισχύος και θεσμικής σκέψης. Η συμμαχία με τη Γαλλία κατά την Αμερικανική Επανάσταση δεν ήταν απλώς μια διπλωματική κίνηση· ήταν η επιλογή που έγειρε την πλάστιγγα της ιστορίας. Η Αγορά της Λουιζιάνα δεν διπλασίασε μόνο την επικράτεια των ΗΠΑ, αλλά εξασφάλισε στρατηγικό βάθος και οικονομική προοπτική για γενιές.
Στον 20ό αιώνα, η στήριξη των Συμμάχων μέσω προγραμμάτων στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας πριν, ακόμη, μπουν επίσημα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η δημιουργία του συστήματος Bretton Woods, η ίδρυση του ΟΗΕ και του ΝΑΤΟ, καθώς και το Σχέδιο Μάρσαλ, διαμόρφωσαν μια ολόκληρη διεθνή τάξη. Εκεί η αμερικανική ισχύς λειτούργησε ως αρχιτέκτονας θεσμών και όχι ως μονομερής επιβολή. Ακόμη και στη δραματική Κρίση των Πυραύλων της Κούβας, η αποφυγή της πυρηνικής σύγκρουσης επετεύχθη όχι μέσω επίδειξης δύναμης αλλά μέσω ψυχραιμίας, διαπραγμάτευσης και ελεγχόμενης αποτροπής.
Στον αντίποδα, οι χειρότερες αποφάσεις χαρακτηρίζονται από υπερβολική αυτοπεποίθηση, κακή πληροφόρηση ή αγνόηση των μακροπρόθεσμων συνεπειών. Όπως σήμερα με τον Τραμπ.
Η εισβολή στο Ιράκ το 2003, με επίκληση όπλων μαζικής καταστροφής που δεν βρέθηκαν ποτέ, άνοιξε έναν κύκλο αποσταθεροποίησης στη Μέση Ανατολή και τραυμάτισε τη διεθνή αξιοπιστία των ΗΠΑ. Η κλιμάκωση στο Βιετνάμ εγκλώβισε την υπερδύναμη σε έναν πόλεμο φθοράς που διέλυσε την εσωτερική της συνοχή.
Η ανατροπή του Μοσαντέκ στο Ιράν το 1953, δημιούργησε ένα βαθύ ρήγμα στις σχέσεις με την ιρανική κοινωνία, το οποίο επανήλθε εκρηκτικά το 1979. Η βίαιη μετακίνηση των Ιθαγενών Αμερικανών τον 19ο αιώνα κατέδειξε πως η εξωτερική πολιτική – ακόμη και όταν ασκείται στο εσωτερικό της ηπείρου – μπορεί να αφήσει ανεξίτηλο ηθικό αποτύπωμα. Η απόρριψη της Συνθήκης των Βερσαλλιών και η επιστροφή στον απομονωτισμό αποδυνάμωσαν τη διεθνή τάξη που οι ίδιες οι ΗΠΑ είχαν συμβάλει να οικοδομηθεί. Όπως και σήμερα με τον Τραμπ.
Η συνολική εικόνα είναι αποκαλυπτική: όταν η Αμερική λειτούργησε ως δύναμη θεσμικής σταθερότητας, πέτυχε. Όταν λειτούργησε ως δύναμη μονομερούς επιβολής ή υπό το βάρος ιδεολογικών φοβιών, απέτυχε – συχνά με βαρύτατο κόστος.
Αυτό το ιστορικό πλαίσιο καθιστά αναπόφευκτο το ερώτημα που αιωρείται σήμερα: εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες προχωρήσουν σε μια ευρείας κλίμακας στρατιωτική επίθεση κατά του Ιράν, πού θα κατέληγε αυτή η απόφαση στην ιστορική κατάταξη;
Το Ιράν δεν είναι μια περιφερειακή δύναμη χωρίς αποτρεπτικά μέσα. Διαθέτει πυραυλικές και ασύμμετρες δυνατότητες, δίκτυο συμμάχων και επιρροή σε κρίσιμα σημεία της Μέσης Ανατολής. Μια σύγκρουση θα μπορούσε να επεκταθεί ταχύτατα, να πλήξει ενεργειακές ροές, να προκαλέσει διεθνή οικονομική αναταραχή και να εμπλέξει τις ΗΠΑ σε έναν ακόμη πόλεμο φθοράς. Η εμπειρία του Ιράκ υπενθυμίζει ότι η ανατροπή καθεστώτος δεν ισοδυναμεί με σταθερότητα. Η εμπειρία του Βιετνάμ δείχνει ότι η στρατιωτική ισχύς δεν εξουδετερώνει την πολιτική πολυπλοκότητα. Και το προηγούμενο του 1953 αποδεικνύει ότι οι παρεμβάσεις στο Ιράν έχουν μακρά ιστορική μνήμη.
Αν μια επίθεση δεν βασίζεται σε σαφή και αδιαμφισβήτητη αμυντική αναγκαιότητα, με ευρεία διεθνή νομιμοποίηση, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι οι μελλοντικοί ιστορικοί δεν θα την κατέτασσαν δίπλα στις πλέον αμφιλεγόμενες και επιζήμιες επιλογές της Ουάσιγκτον. Γι αυτό οι ΗΠΑ πρέπει να αλλάξουν ρότα.
Με έναν πρόεδρο που έχει αποδείξει ότι λειτουργεί συχνά με ρητορική υπερβολή και προσωπική βεβαιότητα, τίποτε δεν μπορεί να αποκλειστεί. Η ιστορία, όμως, είναι αμείλικτη: οι στιγμές μεγαλείου της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ήταν στιγμές αυτοσυγκράτησης και θεσμικής σκέψης. Οι στιγμές πτώσης ήταν εκείνες που γεννήθηκαν από την πεποίθηση ότι η ισχύς αρκεί. Όπως σήμερα με τις επικίνδυνες φαντασιώσεις του Τραμπ.
Το ερώτημα για την Ουάσιγκτον δεν είναι αν μπορεί να πλήξει το Ιράν. Είναι αν θα επιλέξει να διδαχθεί από τις δικές της κορυφαίες επιτυχίες –ή από τα πιο οδυνηρά της λάθη.



Σωστό το σκεπτικό σας, κ. Σαββίδη, και ξεχάσατε την ντροπή τού Αφγανιστάν, το οποίο αναγάστηκαν να εγκαταλείψουν μετά από 20 χρόνια.
Επίσης, η περίπτωση τής Λουϊζιάνα(ς) θα μπορούσε να συνδιασθεί με αυτήν τής Αλάσκα(ς), από την οποίαν οι ΗΠΑ βγήκαν σαφώς κερδισμένες. Αν τώρα προσπθούν να επαναλάβουν τα λάθη τού παρελθόντος με την Γροιλανδία, θα πει ότι δεν διδάσκονται από την Ιστορία των.