Η τουρκική αμυντική “καταιγίδα”: Αναθεώρηση της διεθνούς αμυντικής ιεραρχίας

του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστράτηγου ε.α.

 

Για δεκαετίες, η παγκόσμια αμυντική αρχιτεκτονική στη Δύση, χαρακτηριζόταν από μια σχετικά σταθερή ιεραρχία, στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία και βασικές ευρωπαϊκές δυνάμεις, όπως η Γαλλία , η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο (και ακλουθώντας Ισπανία και Ιταλία) , διατηρούσαν την πρωτοκαθεδρία στον σχεδιασμό και την παραγωγή προηγμένων οπλικών συστημάτων. Τα υπόλοιπα κράτη λειτουργούσαν κυρίως ως εισαγωγείς, εξαρτώμενα από τις τεχνολογικές και πολιτικές επιλογές των προμηθευτών τους.

Ωστόσο, η εν λόγω δομή, παρουσιάζει πλέον σημάδια αποδόμησης. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεταβολής αποτελεί η Τουρκία, η οποία, εντός περίπου δεκαπενταετίας, μετασχηματίστηκε από έναν εξαρτημένο εισαγωγέα αμυντικού υλικού σε έναν δυναμικό παραγωγό συστημάτων, ιδίως στους τομείς των μη επανδρωμένων αεροχημάτων (UAV), των ναυτικών πλατφορμών και των τεχνολογιών ηλεκτρονικού πολέμου.

Απεξάρτηση από τη στρατηγική ευπάθεια

Κατά τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Τουρκία εισήγαγε περίπου το 80% του αμυντικού της εξοπλισμού. Η εξάρτηση αυτή συνιστούσε μια κρίσιμη στρατηγική ευπάθεια, καθώς οι προμηθευτές μπορούσαν να επιβάλλουν περιορισμούς ή εμπάργκο, ιδίως όταν η τουρκική εξωτερική πολιτική απέκλινε των συμφεροντων τους. Ιστορικά παραδείγματα, όπως οι κυρώσεις μετά το 1974 ή οι εντάσεις με ευρωπαϊκές χώρες, κατέδειξαν την έκταση του προβλήματος.

Η τουρκική πολιτικο-στρατιωτική ηγεσία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιχειρησιακή της ικανότητα θα μπορούσε να υπονομευθεί μέσω εξωγενών πολιτικών αποφάσεων. Ως εκ τούτου, υιοθετήθηκε μια μακροπρόθεσμη στρατηγική εγχώριας αμυντικής ανάπτυξης, με στόχο την σταδιακή τεχνολογική και βιομηχανική αυτονόμηση.

Το παράδειγμα του Bayraktar TB2 και η στρατηγική της «έξυπνης ανάπτυξης»

Η πιο εμβληματική εκδήλωση αυτής της στρατηγικής είναι το μη επανδρωμένο αερόχημα Bayraktar TB2, το οποίο δεν αποτελεί απλώς ένα οπλικό σύστημα, αλλά μια πλατφόρμα πολλαπλών επιχειρησιακών χρήσεων. Η αποτελεσματικότητά του έχει αποδειχθεί σε διάφορα θέατρα επιχειρήσεων, όπως στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, τη Λιβύη και την Ουκρανία.[1]

Κόστος και επιχειρησιακή αποδοτικότητα

Σε σύγκριση με το αμερικανικό MQ-9 Reaper, το οποίο κοστίζει περίπου 30 εκατομμύρια δολάρια, το TB2 εκτιμάται περί τα 5 εκατομμύρια δολάρια, προσφέροντας υψηλή σχέση κόστους-απόδοσης σε πραγματικές συνθήκες μάχης.[2]

Συστημική ολοκλήρωση (Μηχανική Συστημάτων – systems engineering)

Αντί της πλήρους αυτάρκειας από το μηδέν, η Τουρκία υιοθέτησε μια προσέγγιση σταδιακής ολοκλήρωσης. Αρχικά αξιοποίησε εισαγόμενα υποσυστήματα (όπως κινητήρες και αισθητήρες), διατηρώντας ωστόσο τον έλεγχο της αρχιτεκτονικής, του λογισμικού και της επιχειρησιακής ενσωμάτωσης. Η προσέγγιση αυτή επέτρεψε τη γρήγορη ανάπτυξη και την σταδιακή υποκατάσταση κρίσιμων τεχνολογιών.

Ανατροπή της ενδοσυμμαχικής ιεραρχίας του ΝΑΤΟ

Η τεχνολογική δομή του NATO βασιζόταν σε μια σαφή ιεραρχία: οι τεχνολογικά προηγμένες χώρες παρήγαν συστήματα, ενώ οι υπόλοιπες τα προμηθεύονταν, ενισχύοντας έτσι την πολιτική συνοχή της συμμαχίας.

Η τουρκική στρατηγική διαφοροποίησε αυτό το μοντέλο. Η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής μείωσε την εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές,[3] επιτρέποντας στην Άγκυρα μεγαλύτερη αυτονομία στην χάραξη και υλοποίηση της εξωτερικής και στρατιωτικής της πολιτικής. Κατ’ επέκτασιν, η δυνατότητα διεξαγωγής επιχειρήσεων, χωρίς τον φόβο διακοπής προμηθειών,  ενισχύει την επιχειρησιακή της ευελιξία.

Η Τουρκία ως αναδυόμενος πόλος αμυντικής τεχνολογίας

Πέραν των καθιερωμένων πόλων ισχύος (Δύση, Ρωσία, Κίνα), η Τουρκία αναδύεται ως ένας εναλλακτικός προμηθευτής αμυντικών συστημάτων. Προσφέρει ανταγωνιστικά προϊόντα σε χώρες που επιδιώκουν να αποφύγουν τους πολιτικούς όρους και περιορισμούς, που συνοδεύουν συχνά τις δυτικές εξαγωγές όπλων.

Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την γεωπολιτική επιρροή της Άγκυρας, καθώς η εξαγωγή αμυντικού εξοπλισμού, λειτουργεί ως εργαλείο διπλωματίας και δημιουργίας εξαρτήσεων.[4]

Περιφερειακές επιπτώσεις και ελληνική στρατηγική πρόκληση

Η μεταβολή της ισορροπίας ισχύος είναι ήδη ορατή σε περιφερειακό επίπεδο. Στο Αιγαίο, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα πραγματικότητα, όπου η Τουρκία αναπτύσσει εγχώρια συστήματα, όπως το ελικοπτεροφόρο TCG Anadolu και το άρμα μάχης Altay, ενώ παράλληλα επενδύει σε προγράμματα επόμενης γενιάς, όπως το μαχητικό TF-X.[5]

Η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μόνο στην ποσοτική ενίσχυση των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, αλλά κυρίως στη δημιουργία ενός βιώσιμου βιομηχανικού οικοσυστήματος, που παράγει, εξελίσσει και εξάγει τεχνολογία.[6]

Συμπεράσματα

Η τουρκική περίπτωση καταδεικνύει μια ευρύτερη μετατόπιση στο διεθνές σύστημα: η στρατιωτική ισχύς δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από την προμήθεια προηγμένων οπλικών συστημάτων, αλλά από την ικανότητα εγχώριας παραγωγής και τεχνολογικής εξέλιξης.

Για την Ελλάδα, το συμπέρασμα είναι κρίσιμο. Ο υψηλός ρυθμός εξοπλιστικών προγραμμάτων, αν και απαραίτητος σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, δεν επαρκεί ως στρατηγική απάντηση. Αντιθέτως, η μακροπρόθεσμη ισορροπία ισχύος θα κριθεί από την ανάπτυξη εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, την επένδυση στην καινοτομία και τη δημιουργία τεχνολογικής αυτονομίας.

Εν κατακλείδι, η Τουρκία δεν λειτουργεί πλέον ως απλός αποδέκτης ισχύος εντός της συμμαχικής δομής, αλλά ως αυτόνομος δρων που επανακαθορίζει τους όρους του ανταγωνισμού. Η ελληνική στρατηγική οφείλει να προσαρμοστεί αναλόγως, μεταβαίνοντας από την κατανάλωση ασφάλειας στην παραγωγή της.

[1] Bayraktar TB2AnkaAkinci και το υπό ανάπτυξη Kizilelma (μη επανδρωμένο μαχητικό) αλλάζουν τα δεδομένα στο πεδίο της μάχης (Λιβύη, Ναγκόρνο-Καραμπάχ, Ουκρανία).

[2] Το 2025, η Τουρκία συνέχισε να ενισχύει την ηγετική της θέση, με τα UAV να αποτελούν σημαντικό ποσοστό της αμυντικής της βιομηχανίας.

[3] Εταιρείες όπως η Aselsan (ηλεκτρονικά/ηλεκτρονικός πόλεμος) και η Roketsan (πύραυλοι) σημειώνουν έσοδα δισεκατομμυρίων, παρέχοντας συστήματα που ανταγωνίζονται δυτικά πρότυπα. Η Τουρκία πλέον εξάγει προηγμένα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, όπως δείχνει η συμφωνία με την Πολωνία το 2025.

[4] Η Τουρκία κατασκευάζει αυτόνομα πλοία, με ναυαρχίδα το TCG Anadolu (το πρώτο drone-carrier παγκοσμίως), το οποίο ενισχύει τις αμφίβιες ικανότητες. Επενδύει σε εγχώρια ναυπήγηση φρεγατών (πρόγραμμα MILGEM, Barbaros class upgrades) και υποβρυχίων (Milden), στοχεύοντας στην πλήρη αυτονομία στον τομέα αυτό.

[5] Το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» συνοδεύεται πλέον από την ικανότητα παραγωγής των μέσων που απαιτούνται για την επιβολή του, αναδιαμορφώνοντας την αμυντική ιεραρχία στην Ανατολική Μεσόγειο και πέραν αυτής.

[6] Οι αμυντικές εξαγωγές της Τουρκίας παρουσιάζουν εκρηκτική άνοδο, ξεπερνώντας τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025, σημειώνοντας άνοδο σχεδόν 48% σε σχέση με το 2024.

*Ο Υποστρατηγος ΕΑ Ατματζιδης Θεόδωρος υπηρέτησε για 5 χρόνια  στο ΝΑΤΟ ως Εκτελεστικός Διευθυντής (Executive Officer) στο Γραφείο Δημοσίων Σχέσεων του SACEUR (SHAPE NATO), καθώς και ως Διευθυντής Επιτελείου (ACOS) για θέματα Στρατιωτικής Συνεργασίας στο Ανώτατο Στρατηγείο Συμμαχικών Δυνάμεων Ευρώπης (SHAPE) στη Μονς του Βελγίου, έχοντας την ευθύνη του στρατιωτικού συντονισμού και των στρατηγικών σχέσεων/εκτιμήσεων σε θέματα συνεργασίας των  χώρων μελών με  χώρες εκτός του ΝΑΤΟ (πχ Ουκρανία) , καθώς και τις σχέσεις  με την ΕΕ και τον ΟΗΕ. Στην Ελλάδα, διετέλεσε Εκπαιδευτής και Καθηγητής στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου (ΑΔΙΣΠΟ), με ειδίκευση σε θέματα Ασφάλειας και Στρατηγικής. Επίσης υπηρέτησε σε σημαντικες θέσεις ευθύνης σε ΓΕΣ και ΓΕΕΘΑ ως τμηματαταρχης στην Διεύθυνση εξοπλιστικών προγραμμάτων του ΓΕΣ και ως Δντης στην  Διεύθυνση Πληροφοριών και  ως Δντης της Διεύθυνσης Αντιπληροφοριων του ΓΕΕΘΑ.

 

 

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
48,400ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα