του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.
Τα χρόνια στη θάλασσα διδάσκουν ένα απλό μάθημα: η κυριαρχία δεν είναι κάτι αφηρημένο. Ασκείται ή διαβρώνεται.
Στο Αιγαίο Πέλαγος, η επανειλημμένη έκδοση προειδοποιητικών αγγελιών NAVTEX από την Τουρκία σε περιοχές ελληνικής θαλάσσιας ευθύνης αντιμετωπίζεται συχνά ως νομική ενόχληση ή διπλωματική ταλαιπωρία. Αυτή η διατύπωση αγνοεί την επιχειρησιακή πραγματικότητα. Αυτές οι ενέργειες δεν είναι γραφειοκρατικά λάθη, ούτε συμβολικές χειρονομίες. Είναι σκόπιμες, μεθοδικές έρευνες που έχουν σχεδιαστεί για να ελέγξουν τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η κυριαρχία στην πράξη.
Οι ειδοποιήσεις NAVTEX μπορεί να φαίνονται διοικητικές, αλλά από επιχειρησιακής άποψης σηματοδοτούν ισχύ. Σύμφωνα με διεθνώς αποδεκτές ναυτιλιακές ρυθμίσεις, η ευθύνη για την έκδοση τέτοιων ειδοποιήσεων ανήκει στο κράτος που έχει αναλάβει την εξασφάλιση της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας σε μια δεδομένη περιοχή. Στο Αιγαίο, η ευθύνη αυτή είναι ελληνική. Όταν η Τουρκία εκδίδει μηνύματα NAVTEX, συχνά ανοιχτού τύπου και με στρατιωτικό περιεχόμενο, σε αυτές τις ζώνες, δεν βελτιώνει την ασφάλεια στη θάλασσα. Διεκδικεί έναν ανταγωνιστικό ρόλο.

Τα νομικά πλεονεκτήματα αυτής της συμπεριφοράς είναι ελάχιστα και η Άγκυρα το γνωρίζει αυτό πλήρως. Ο σκοπός, ωστόσο, δεν είναι η νομική δικαίωση. Είναι η επιχειρησιακή εξαρτημένη μεταχείριση. Η επανάληψη είναι η στρατηγική. Κάθε συμβουλή, λαμβανόμενη μόνη της, φαίνεται διαχειρίσιμη. Συνολικά, δημιουργούν ένα μοτίβο που μεταβάλλει σιγά σιγά τις προσδοκίες.
Αυτή είναι μια προσέγγιση γκρίζας ζώνης που αποτελεί τυπικό παράδειγμα, δηλαδή, βαθμονομημένες ενέργειες κάτω από το όριο της ένοπλης σύγκρουσης, σχεδιασμένες να συσσωρεύουν στρατηγικό αποτέλεσμα χωρίς να προκαλούν αποφασιστική αντίδραση. Από την οπτική γωνία ενός στρατιωτικού σχεδιαστή, οι συμβουλές NAVTEX αντιπροσωπεύουν το χαμηλότερο επίπεδο κλιμάκωσης, καθώς περιλαμβάνουν χαμηλό κόστος, χαμηλό κίνδυνο και υψηλή πληροφόρηση. Αποκαλύπτουν πόσο γρήγορα αντιδρά το αντίπαλο σύστημα, πόσο σταθερά επιβάλλει τη δικαιοδοσία του και πόσο προσεκτικοί παραμένουν οι σύμμαχοι.
Στις ναυτικές επιχειρήσεις, τα αναπάντητα σήματα έχουν σημασία. Όταν οι προκλήσεις αντιμετωπίζονται μόνο με διπλωματικά διαβήματα, το συμπέρασμα που εξάγεται δεν είναι ότι επικρατεί αυτοσυγκράτηση, αλλά ότι υπάρχει ανοχή. Με την πάροδο του χρόνου, η ανοχή καθίσταται δεδομένη.
Στόχος της Τουρκίας δεν είναι η κλιμάκωση. Είναι η ασάφεια. Ο πόλεμος θα σκληρύνει τα όρια και θα κινητοποιήσει εξωτερικούς παράγοντες. Η ασάφεια, αντίθετα, μετατοπίζει το βάρος της δράσης. Επιτρέπει στην Άγκυρα να παρουσιάσει το Αιγαίο όχι ως έναν χώρο που διέπεται από καθιερωμένη ευθύνη, αλλά ως έναν χώρο που χαρακτηρίζεται από «επικαλυπτόμενες αξιώσεις» και «αμφισβητούμενες πρακτικές». Μια γλώσσα που διαβρώνει τη σαφήνεια χωρίς να ρίξει ούτε μια σφαίρα.
Αυτή η δυναμική είναι οικεία σε όποιον έχει μελετήσει τον θαλάσσιο ανταγωνισμό. Ο έλεγχος της θάλασσας σπάνια χάνεται σε δραματικές στιγμές. Αραιώνεται μέσω της εξοικείωσης. Όταν οι επαναλαμβανόμενες προκλήσεις δεν αντιμετωπίζονται επιχειρησιακά, αρχίζουν να διαμορφώνουν τη συμπεριφορά, της εμπορικής ναυτιλίας, των τρίτων κρατών, ακόμη και των σχεδιαστών συμμαχιών που αρχίζουν να λαμβάνουν υπόψη την «αβεβαιότητα» στις αξιολογήσεις τους.
Σε αυτό το σημείο, η συζήτηση αλλάζει διακριτικά. Αντί να ρωτούν γιατί η Τουρκία ενεργεί εκτός της δικαιοδοσίας της, οι παρατηρητές ρωτούν πώς και οι δύο πλευρές θα μπορούσαν να «διαχειριστούν τις εντάσεις». Η μετατόπιση δεν είναι σημασιολογική· είναι στρατηγική.
Η αποτροπή, ιδίως στη θάλασσα, δεν είναι ένα δελτίο τύπου. Είναι η ορατή, συνήθης άσκηση εξουσίας. Αυτό δεν συνεπάγεται συνεχή κλιμάκωση ή στρατιωτικοποίηση κάθε περιστατικού. Υπονοεί, ωστόσο, ότι η δικαιοδοσία πρέπει να αποδεικνύεται, όχι απλώς να διεκδικείται. Σε ναυτικό επίπεδο, η παρουσία και η προβλεψιμότητα έχουν την ίδια σημασία με την ικανότητα.
Οι τακτικές της γκρίζας ζώνης επιτυγχάνουν όταν εκμεταλλεύονται ένα χάσμα μεταξύ της νομικής θέσης και της επιχειρησιακής συμπεριφοράς. Το διεθνές δίκαιο είναι απαραίτητο, αλλά δεν επιβάλλεται από μόνο του. Όταν η επιβολή του γίνεται αντιληπτή ως διστακτική ή ασυνεπής, η νομιμότητα από μόνη της δεν μπορεί να αποτρέψει τη διάβρωση.
Το Αιγαίο καταδεικνύει μια ευρύτερη τάση στον σύγχρονο ανταγωνισμό. Οι αναθεωρητικοί παράγοντες αποφεύγουν όλο και περισσότερο την άμεση αντιπαράθεση, επιλέγοντας αντ’ αυτού σταδιακές ενέργειες που δοκιμάζουν τα όρια και ομαλοποιούν τις εξαιρέσεις. Τα δημοκρατικά κράτη, επιφυλακτικά στην κλιμάκωση και ευαίσθητα στις οπτικές, συχνά αντιδρούν ασύμμετρα. Έντονα στη ρητορική, προσεκτικά στην εκτέλεση. Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η ανισορροπία ευνοεί τον αμφισβητία.
Από στρατηγικής άποψης, η πιο ανησυχητική πτυχή της εκστρατείας NAVTEX της Τουρκίας δεν είναι οι ίδιες οι προειδοποιήσεις, αλλά τα τετελεσμένα που επιδιώκουν να δημιουργήσουν. Μόλις η έκδοση οδηγιών στην περιοχή ευθύνης ενός άλλου κράτους γίνει ρουτίνα, η αντιστροφή αυτής της πρακτικής γίνεται πολύ πιο δύσκολη, πολιτικά, επιχειρησιακά και διπλωματικά.
Η κυριαρχία, άλλωστε, δεν χάνεται όταν κάποιος υπερισχύει. Χάνεται όταν η άσκησή της γίνεται προαιρετική.
Για την Ελλάδα και τους εταίρους της, το καθήκον δεν είναι να δραματοποιούν κάθε περιστατικό, αλλά να επαναπροσδιορίζουν τις προσδοκίες. Οι σαφείς κανόνες πρέπει να συνοδεύονται από συνεπή, ορατή πρακτική. Οι αναλογικές αντιδράσεις, που εφαρμόζονται συστηματικά, είναι πολύ πιο σταθεροποιητικές από την επεισοδιακή σταθερότητα μετά από παρατεταμένη ανοχή.
Το Αιγαίο δεν οδεύει προς επικείμενη σύγκρουση. Οδεύει προς μια διαχειριζόμενη ασάφεια. Η ιστορία δείχνει ότι η ασάφεια, όταν εδραιωθεί, είναι πολύ πιο δύσκολο να διορθωθεί παρά να προληφθεί.
Από την οπτική γωνία κάποιου που έχει παρακολουθήσει τις θαλάσσιες ισορροπίες να μεταβάλλονται εδώ και δεκαετίες, το μάθημα είναι απλό: στη θάλασσα, ό,τι δεν ασκείται τελικά αμφισβητείται. Και ό,τι αμφισβητείται για αρκετό καιρό, αργά ή γρήγορα, χάνεται.
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).


