Δ. Κόντης: η Σοβιετοτουρκική Συνεννόηση στην Κυπριακή Κρίση του 1974 – Η Άλλη Υπερδύναμη

 

October 24, 2025

Λεονίντ Μπρέζνιεφ (αριστερά) και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον

του Δημητρίου-Μερκουρίου Κόντη*

Εισαγωγή: Η ΕΣΣΔ στο παζλ της κυπριακής κρίσης

Η κυπριακή κρίση του 1974 δεν υπήρξε απλώς ένα ελληνοτουρκικό ζήτημα· αποτέλεσε ένα από τα πλέον σημαντικά επεισόδια του Ψυχρού Πολέμου στην Ανατολική Μεσόγειο. Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου εναντίον του Προέδρου Μακαρίου και η τουρκική εισβολή που ακολούθησε στις 20 Ιουλίου ανέτρεψαν τις ισορροπίες στο νησί και πυροδότησαν μια αλυσίδα διεθνών παρεμβάσεων. Στο πολυεπίπεδο αυτό παιχνίδι ισχύος, οι μεγάλες δυνάμεις —Ηνωμένες Πολιτείες, Μεγάλη Βρετανία και Σοβιετική Ένωση— αντιμετώπισαν την κρίση όχι μόνο ως περιφερειακό πρόβλημα, αλλά ως ζήτημα που άγγιζε τον πυρήνα της ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης.

Η σύγχρονη ιστοριογραφία παραμένει διχασμένη ως προς τα κίνητρα και τη λογική της σοβιετικής στάσης το καλοκαίρι του 1974. Δύο κύριες σχολές σκέψης έχουν διαμορφωθεί:

Ωστόσο, η ιστορική συζήτηση γύρω από τις ευθύνες και τα κίνητρα των εξωτερικών δρώντων υπήρξε έντονα ανισομερής. Στο πεδίο της δημόσιας ιστορίας, κυριάρχησε επί δεκαετίες ένα αφήγημα που εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στην αμερικανική εμπλοκή, προσωποποιώντας την στην πολιτική του τότε υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Χένρυ Κίσινγκερ. Αντίθετα, η στάση της Σοβιετικής Ένωσης κατά τη διάρκεια των κρίσιμων εβδομάδων του Ιουλίου–Αυγούστου 1974 παρέμεινε περιφερειακή στο ερευνητικό ενδιαφέρον, παρά το γεγονός ότι η ΕΣΣΔ αποτελούσε τη δεύτερη υπερδύναμη του διπολικού συστήματος και διατηρούσε ενεργό ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η κατανόηση της κυπριακής κρίσης παραμένει, επομένως, ελλιπής χωρίς μια συστηματική αποτίμηση της σοβιετικής πολιτικής της περιόδου. Μια τέτοια ανάλυση οφείλει να διερευνήσει τις στρατηγικές προτεραιότητες της Μόσχας, με κεντρικό και διαχρονικό άξονα την αποτροπή της «νατοποίησης» της Κύπρου, την οποία θα μπορούσε να επιφέρει είτε η διχοτόμηση είτε η διπλή ένωση. Το ζητούμενο δεν είναι η αναπαραγωγή ιδεολογικών αφηγημάτων αλλά η έμπρακτη βούληση αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας. Αυτό προϋποθέτει μια «νέα ιστοριογραφία» της μετεμφυλιακής περιόδου, θεμελιωμένη σε εξαντλητική έρευνα πηγών, όπως υπογραμμίζεται από τον ιστορικό Ευάνθη Χατζηβασιλείου στην εισαγωγή του βιβλίου «Στρεβλή πορεία 1960–1974» (Σωτηρόπουλος και Χατζηβασιλείου 2024). Διαφορετικά, θα συνεχίσουμε να συγκατοικούμε με παράλληλες, συχνά διαμετρικά αντίθετες, αφηγήσεις — και το Κυπριακό αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα.

Στο επίσημο Πόρισμα της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τον Φάκελο της Κύπρου περιλαμβάνεται αυτοτελές υποκεφάλαιο με τίτλο «Ο ρόλος των διαφόρων δυνάμεων – Η στάση των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας και του ΟΗΕ», όπου εξετάζεται συγκριτικά η στάση των κυριότερων εξωτερικών δρώντων κατά την κρίση του 1974 (Βουλή των Αντιπροσώπων 2011, 127–κ.εξ.). Η δημοσίευση του πορίσματος το 2011 πυροδότησε εντός Κύπρου κριτικές ως προς την αντικειμενικότητα και την επιστημονική του αξιοπιστία, με επισημάνσεις για επιλεκτική χρήση πηγών και μεθοδολογικές αδυναμίες.

Από την πρώτη στιγμή, η δημοσιογράφος-ερευνήτρια Φανούλα Αργυρού και ο συγγραφέας-ερευνητής Λεωνίδας Λεωνίδου εξέφρασαν έντονη διαφωνία με το Πόρισμα της (Κυπριακής) Βουλής για τον Φάκελο της Κύπρου, κατηγορώντας τον πρόεδρο της αρμόδιας επιτροπής ότι στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, σε πλαστά ή ατεκμηρίωτα έγγραφα. Το 2025 υπέβαλαν επίσημο αίτημα προς την Πρόεδρο της Βουλής για την απόσυρση του πορίσματος από τον Φάκελο της Κύπρου. Υποστηρίζουν ότι το κείμενο παρουσιάζει σοβαρές παραλείψεις, ιδίως ως προς τη διεθνή διάσταση της κρίσης, αγνοώντας τον ρόλο της Σοβιετικής Ένωσης και «τη συγκατάθεση της Μόσχας στην τουρκική εισβολή».

Η συζήτηση αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ευρύτερο ερώτημα για τις διεθνείς ισορροπίες του 1974. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διπλωματικές επαφές Άγκυρας–Μόσχας στην κρίσιμη περίοδο 15 Ιουλίου–17 Αυγούστου, καθώς είναι πλέον εμφανές από τις διαθέσιμες πηγές ότι Τουρκία και ΕΣΣΔ διατηρούσαν σταθερούς διαύλους επικοινωνίας μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου. Πρώτος που τις ανέδειξε συνολικά στο δημόσιο λόγο υπήρξε ο δημοσιογράφος/ερευνητής Μακάριος Δρουσιώτης, ο οποίος επανήλθε προσφάτως (με αφορμή τις δηλώσεις Ζαχάροβα) με κείμενο όπου αναδεικνύει τη ρωσική στάση στο Κυπριακό μέσα από δέκα ενδεικτικά παραδείγματα. Στο βιβλίο του «Κύπρος 1974–1977: Η εισβολή και οι μεγάλες δυνάμεις», ο Δρουσιώτης επιχειρεί ρητά να ανασκευάσει την επικρατούσα αντίληψη περί αποκλειστικής ευθύνης ΗΠΑ/ΝΑΤΟ, προτείνοντας μια ερμηνεία που εντάσσει τη στάση της ΕΣΣΔ σε ένα ψυχροπολεμικό παίγνιο ισχύος και επιρροών, αντί να την αποδίδει σε μια δήθεν μονομερή «φιλοκυπριακή» στάση  (Δρουσιώτης 2014 και 2025).

Τα κενά των ρωσικών αρχείων και οι νέες εξελίξεις στα αμερικανικά αρχεία

Ιδιαίτερης βαρύτητας είναι η παρατήρηση ότι, σύμφωνα με τον ιστορικό Αργύριο Τασούλα, το αποχαρακτηρισμένο ρωσικό υλικό σιωπά συστηματικά ως προς το αν, και ενδεχομένως ποιες, διπλωματικές επαφές έλαβαν χώρα μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας στο κρίσιμο διάστημα Ιουλίου–Αυγούστου 1974 (Τασούλας 2024, 331). Ως εκ τούτου, η εικόνα των σοβιετοτουρκικών επαφών προκύπτει κυρίως εμμέσως, μέσω ενημερώσεων Τούρκων αξιωματούχων προς την αμερικανική πλευρά, οι οποίες καταγράφονται στα ηλεκτρονικά τηλεγραφήματα των αμερικανικών αρχείων που άρχισαν να αποχαρακτηρίζονται μετά το 2004. Μια πληρέστερη ανασύσταση της ιστορικής πραγματικότητας προϋποθέτει τον περαιτέρω αποχαρακτηρισμό των ρωσικών και τουρκικών διπλωματικών αρχείων για τις επαφές της περιόδου, ώστε να αποτυπωθούν με ακρίβεια το εύρος και το περιεχόμενο της διμερούς συνεννόησης. Η απουσία ρωσικών τεκμηρίων καθιστά ακόμη πιο σημαντική τη μελέτη των αμερικανικών αρχείων, τα οποία αποκαλύπτουν έμμεσες αλλά ουσιαστικές αποδείξεις επαφών Μόσχας–Άγκυρας.

Σημαντική εξέλιξη στην ιστορική έρευνα της περιόδου αποτελεί η ψηφιοποίηση από την Προεδρική Βιβλιοθήκη Ford των Kissinger–Scowcroft West Wing Office Files (Cyprus Crisis), μιας ενότητας που συνδυάζει διπλωματικά έγγραφα του State Department και αναφορές της CIA. Η συλλογή περιλαμβάνει 86 φακέλους, οργανωμένους χρονολογικά, και καλύπτει την περίοδο 15 Ιουλίου 1974 – 2 Οκτωβρίου 1974. Τον Οκτώβριο του 2025 ήταν διαθέσιμοι ηλεκτρονικά μόνο οι φάκελοι για τις περιόδους 15/7/1974–25/7/1974 και 9/8/1974–17/8/1974, δηλαδή 27 από τους 86, γεγονός που επηρεάζει τη δυνατότητα εξαγωγής οριστικών συμπερασμάτων. Παρότι αρκετά έγγραφα έχουν δοθεί σε λογοκριμένη μορφή, με σημαντικές περικοπές, είναι βέβαιο ότι η συγκεκριμένη συλλογή θα αξιοποιηθεί στο μέλλον και θα αναδείξει νέα στοιχεία για την κυπριακή κρίση.

Τι γνωρίζουμε σήμερα

Τα ήδη διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η Άγκυρα δεν διατηρούσε επαφές μόνο με την Ουάσιγκτον και το Λονδίνο, αλλά και με τη Μόσχα. Πλήθος ενδείξεων συνηγορεί ότι οι Σοβιετικοί είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων τόσο για την πρώτη τουρκική εισβολή της 20ής Ιουλίου όσο και για τη δεύτερη επιχείρηση του Αυγούστου, έχοντας μάλιστα λάβει διαβεβαιώσεις από την Άγκυρα πως ο επίσημος τουρκικός στόχος περιοριζόταν στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της συνταγματικής τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, και όχι στη διχοτόμηση ή στη «διπλή ένωση».  Υπό αυτό το πρίσμα, εύλογα τίθεται το ερώτημα γιατί η κατηγορία περί «σιωπηρής συναίνεσης» να αφορά αποκλειστικά στις ΗΠΑ και να μην εξετάζεται με αντίστοιχο αναλυτικό ζήλο και ως προς την ΕΣΣΔ. Άλλωστε, το 1974 δεν υφίσταται αμερικανική παντοκρατορία· το διεθνές σύστημα παραμένει διπολικό και οι δύο υπερδυνάμεις δρουν με ψυχροπολεμικούς υπολογισμούς ισχύος.

Συμπέρασμα: τι μένει να ερευνηθεί

Η κυπριακή κρίση του 1974 συχνά ερμηνεύεται μέσα από ένα απλουστευτικό δίπολο που εστιάζει αποκλειστικά στον ελληνοτουρκικό παράγοντα και στην επιδίωξη των Ηνωμένων Πολιτειών να αποτρέψουν έναν πόλεμο μεταξύ δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ. Η προσέγγιση αυτή δεν είναι εσφαλμένη· ωστόσο παραβλέπει μια εξίσου —αν όχι περισσότερο— κρίσιμη διάσταση: την πιθανή αντίδραση της Σοβιετικής Ένωσης και τον τρόπο με τον οποίο αυτή επηρέαζε τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον και την πολιτική του Κίσινγκερ. Η κατανόηση της κυπριακής κρίσης απαιτεί να ιδωθεί όχι μόνο ως ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, αλλά ως επεισόδιο του Ψυχρού Πολέμου, όπου οι κινήσεις των περιφερειακών δρώντων καθορίζονταν από τη στρατηγική ισορροπία μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Μια ολοκληρωμένη ανάλυση θα έπρεπε, συνεπώς, να συγκρίνει το γεωπολιτικό περιβάλλον του 1964 με εκείνο του 1974, προκειμένου να εξηγηθεί γιατί, δέκα χρόνια αργότερα, η Τουρκία μπόρεσε να εισβάλει στην Κύπρο χωρίς να υφίσταται ο φόβος σοβιετικής αντίδρασης.

Η πρώτη προσέγγιση υποστηρίζει ότι η Μόσχα ανέχθηκε ή τουλάχιστον δεν παρεμπόδισε την τουρκική εισβολή, επιλέγοντας να διαφυλάξει τη σταθερότητα των σχέσεών της με την Ουάσιγκτον και την ευρύτερη πορεία της ύφεσης (détente ) ΗΠΑ-ΕΣΣΔ. Σύμφωνα με αυτήν την ερμηνεία, η σοβιετική ηγεσία έκρινε πως η Κύπρος δεν δικαιολογούσε τον κίνδυνο μιας άμεσης αντιπαράθεσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδίως μετά την καθιέρωση του πλαισίου στρατηγικής συνεννόησης που εγκαινιάστηκε με τη συνάντηση Νίξον–Μπρέζνιεφ και τη συμφωνία SALT I (1972).

Η δεύτερη προσέγγιση δίνει έμφαση στη σοβιετοτουρκική προσέγγιση που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και εδραιώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Σε αντίθεση με το κλίμα καχυποψίας που είχε επικρατήσει την εποχή της «επιστολής Johnson» (1964), η Μόσχα επιδίωκε πλέον να βελτιώσει τις σχέσεις της με την Άγκυρα, αξιοποιώντας την ψυχρότητα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις για να την προσεταιριστεί ή έστω να περιορίσει την εξάρτησή της από το ΝΑΤΟ. Επιπλέον, το αποτέλεσμα της κυπριακής κρίσης —η όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η κλιμάκωση του ζητήματος του Αιγαίου, η αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ μετά τον δεύτερο Αττίλα και, κυρίως, η επιβολή του αμερικανικού εμπάργκο στην Τουρκία— διαμόρφωσε ένα νέο στρατηγικό περιβάλλον στην Ανατολική Μεσόγειο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Μόσχα θα μπορούσε να εκτιμήσει ότι είχε περισσότερα να κερδίσει από τη διάρρηξη της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, προσδοκώντας μακροπρόθεσμα τον προσεταιρισμό είτε μιας δυσαρεστημένης Ελλάδας είτε, εναλλακτικά, μιας Τουρκίας που θα επιδίωκε μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.

Η εμβάθυνση στη σοβιετική οπτική της κυπριακής κρίσης δεν αναθεωρεί απλώς την ισορροπία ευθυνών του 1974· επαναφέρει στο προσκήνιο τον Ψυχρό Πόλεμο ως το πραγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λήφθηκαν όλες οι κρίσιμες αποφάσεις. Ίσως, τελικά, η κατανόηση της κυπριακής τραγωδίας να απαιτεί να δούμε πέρα από τον Κίσινγκερ — και να αναρωτηθούμε όχι μόνο τι γνώριζε, αλλά και γιατί επέλεξε να σιωπήσει η Μόσχα.

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Βουλή των Αντιπροσώπων, Πόρισμα για το Φάκελο της Κύπρου: Πόρισμα της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για το Φάκελο της Κύπρου, που εγκρίθηκε από την Ολομέλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων στις 17 Μαρτίου 2011, Λευκωσία, Βουλή των Αντιπροσώπων, 2011.

Δρουσιώτης, Μακάριος, Κύπρος 1974–1977: Η εισβολή και οι μεγάλες δυνάμεις, Λευκωσία, Αλφάδι, 2014.

Δρουσιώτης, Μακάριος, “Δέκα αλήθειες για τη Ρωσία και την τουρκική εισβολή,” ViaDiplomacy, 10 Οκτωβρίου 2025, https://www.viadiplomacy.gr/makarios-droysiotis-deka-alitheies-gia-ti-rosia-kai-tin-toyrkiki-eisvolimak/.

Σωτηρόπουλος, Δημήτρης Π., και Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Στρεβλή πορεία 1960–1974: Πολιτική και κουλτούρα από τη δεκαετία του ’60 στη δικτατορία, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2024.

Τασούλας, Αργύριος, «Η πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης κατά την κυπριακή κρίση του 1974», Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου, Έρευνας και Κριτικής, 85–87 (2024), 327–334.

*Ο Δημήτριος-Μερκούριος Κόντης είναι υποψήφιος διδάκτορας διπλωματικής ιστορίας στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ.

 

spot_img

3 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Από τότε-1974-λέγαμε πολλοί, μετά τους όχι ένα και δύο Αττίλες στην Κύπρο μας – ίσως και γιατί είχε προηγηθεί η συνάντηση στο Βλαδιβοστόκ της Σιβηρίας των Κίσινγκερ-Κοσύνγκιν (αναζητήστε τα όποια αρχεία ,αγαπητέ κύριε Κόντη ) ότι , αν μη τι άλλο, – η τότε πανίσχυρη Σοβιετική Ένωση με στρατιωτική βάση στη Λαττάκεια της Συρίας- ”ΠΗΓΕ ΣΤΗΝ ΤΟΥΑΛΕΤΑ ” όταν βομβαρδίζονταν οι Κύπριοι με το τότε φιλοσοβιετικό ΑΚΕΛ και καταλαμβανόταν το 1/3 του εδάφους της .
    Δεν θα μπορούσε (λέγαμε)-και αυτή μαζί με τις ΗΠΑ -να σταματήσουν την Τουρκία ,ειδικά μετά την αντικατάσταση του Σαμψών από τον Πρόεδρο της Βουλής Γλαύκο Κληρίδη και την επιστροφή του Καραμανλή στην Ελλάδα να μη δείξει τις Ταταρικές βαρβαρότητες -ακόμη αγνοούνται 1800 περίπου Έλληνες από Κύπρο και Ελλάδα – ;;;.
    Δεν ενοχλούμαστε από το γεγονός ότι ο πάντα προδομένος λαός -”χυλός” -σε Ελλάδα και Κύπρο διαδήλωνε και φώναζε για πολλά χρόνια το ”εμβληματικό” σύνθημα ”φονιάδες των λαών Αμερικάνοι” και με σημαίες με το Σοβιετοκομμουνιστικό σφυροδρέπανο ;;;.
    Υ.Γ Ευχαριστούμε-ευχαριστώ -αγαπητέ κύριε Δημήτριε (χρόνια πολλά για την μεθαυριανή ονομαστική σας γιορτή) για την σημερινή ανάρτηση σας και περιμένουμε και άλλα ,ασχέτως και αν στενοχωρήσετε τους κάθε λογής αριστερούς.
    Η Ιστορία δεν είναι υπέρ ή κατά κανενός , γιατί καταγράφει γεγονότα από ενέργειες ή παραλείψεις των κρατών και των ηγεσιών τους .
    Σταύρος Αθαν.Ναλμπάντης

    • Ευχαριστώ θερμά για τις ευχές και τα καλά σας λόγια.
      Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η κοινωνία επιθυμεί πράγματι να γνωρίσει την αληθινή ιστορία του Κυπριακού ή αν προτιμά να παραμένει καθηλωμένη σε θεωρίες συνωμοσίας και προδοσίας.
      Η πραγματική ιστορία δεν θα ανασυσταθεί μέσα από κανέναν «Φάκελο της Κύπρου» που στηρίζεται σε εκ των υστέρων αφηγήσεις· αναδιαμορφώνεται μέσα από τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα των αμερικανικών και βρετανικών αρχείων και από τις πραγματικές συνομιλίες του Μακαρίου, του Καραμανλή και των λοιπών πρωταγωνιστών της εποχής με τους αξιωματούχους της Δύσης.

      • Δυστυχώς ,αγαπητέ εορτάζοντα σήμερα Δημήτριε Κόντη, οι κοινωνίες σε Ελλάδα και Κύπρο , που διαμορφώθηκαν στην Μεταπολίτευση από όσους απουσίαζαν και δεν ”πάλεψαν” για το Κυπριακό μετά την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο -στην οποίαν νικήθηκαν οι ελληνικές και κυπριακές ένοπλες δυνάμεις μέχρι τις 15 Αυγούστου 1974 , επιθυμούν να είναι καθηλωμένες σε θεωρίες συνωμοσίας και προδοσίας ,γιατί θα ακυρωθεί το ”στόρυ” με βάση του οποίου επικράτησαν μετά το 1981 στην Ελλάδα , ενώ στην Κύπρο θέλουν να προσκυνούν το ιερό τοτέμ του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ,ο οποίος δεν ήταν αλάνθαστος μετά τον Δεκέμβριο του 1963.
        Είναι οι ίδιοι που το 1922 ”καθάρισαν” για την εθνική καταστροφή στην Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη με την εκτέλεση των έξη -και έκτοτε άκρα του τάφου σιωπή- για την έρευνα των αρχείων του 1919-1922 και τώρα επιδιώκουν να παραμείνει στους ερευνητές του μέλλοντος η ουδέποτε λεχθείσα και καταγραφείσα φράση του τότε πρωθυπουργού Μακεδόνα Καραμανλή” η Κύπρος κείται μακράν”, προφανέστατα γιατί δεν μπορούν να τον δεχθούν αλάνθαστο και στα εθνικά θέματα και φυσικά για την πολιτική επιβίωσή τους.
        Τώρα γιατί δεν έγινε μετά το 1922 κανένας Φάκελος -όπως για την Κύπρο – για την καταστροφή της Μικράς Ασίας και την εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης ”το ξεπερνούν” εθνικά υπερήφανοι .
        Υ.Γ Να διαβάσετε το υπόμνημα του Καραμανλή προς τον Πρόεδρο της Εξεταστικής Επιτροπής για τον Φάκελο της Κύπρου.

Comments are closed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
48,300ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα