Καθώς το Ισραήλ μπλοκάρει την ανθρωπιστική βοήθεια, «η πραγματικότητα στη Γάζα είναι απερίγραπτη»
Τάνια Κρέμερ
DW,
Η κατάσταση στη Λωρίδα της Γάζας έχει φτάσει ξανά σε σημείο θραύσης, προειδοποιούν οι ανθρωπιστικές οργανώσεις. Η καθημερινότητα περιστρέφεται γύρω από την αναζήτηση προμηθειών, οι οποίες λιγοστεύουν μέρα με τη μέρα, από τότε που το Ισραήλ έκοψε τη ροή ανθρωπιστικής βοήθειας τον Μάρτιο. Ύστερα από σχεδόν 19 μήνες πολέμου, ο λαός της Γάζας έχει εξαντλήσει κάθε μέσο επιβίωσης και φοβάται τι του επιφυλάσσει το μέλλον. Η ισραηλινή απαγόρευση σε κάθε ανθρωπιστική και εμπορική προμήθεια μετρά ήδη δύο μήνες, ενώ οι βομβαρδισμοί σε ολόκληρη τη Γάζα συνεχίζονται.
«Η πραγματικότητα στη Γάζα δεν περιγράφεται», δήλωσε ο Άχμαντ Κατάουι τηλεφωνικά στη DW από τη Γάζα. «Ζούμε μέσα σε τραγωδία, παλεύοντας να επιβιώσουμε χωρίς να ξέρουμε αν θα τα καταφέρουμε. Μπορεί να επιβιώσουμε, αλλά οι ψυχές μας έχουν πεθάνει εδώ και καιρό». Ο φόβος των βομβαρδισμών είναι ένα ζήτημα, είπε· το να βρεις κάτι να φας είναι άλλο. «Μας καταναλώνει η καθημερινή αναζήτηση τροφής. Αποθηκεύουμε ό,τι μπορούμε για τις επόμενες ημέρες», πρόσθεσε. «Τρώμε λιτά, όσο πιο πολύ γίνεται».
Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις προειδοποιούν σταθερά για τον υψηλό κίνδυνο υποσιτισμού και πείνας, καθώς οι φούρνοι είναι κλειστοί, οι τιμές βασικών τροφίμων έχουν εκτοξευθεί και τα σύνορα παραμένουν κλειστά.
Στις αγορές κυκλοφορούν ακόμη μικρές ποσότητες λαχανικών, αλλά είναι απρόσιτες για τους περισσότερους. Οι τιμές έχουν ξεφύγει και η συντριπτική πλειοψηφία των Παλαιστινίων δεν έχει πια καθόλου εισόδημα. Ένα κιλό ντομάτες, βασικό προϊόν στην παλαιστινιακή κουζίνα, κοστίζει πλέον περίπου 30 σεκέλ (7 ευρώ ή 7,90 δολάρια), ενώ προπολεμικά κόστιζε 1-3 σεκέλ. Το κιλό ζάχαρης ξεπερνά τα 60 σεκέλ.
«Ζούμε πια αποκλειστικά με κονσέρβες, με εξαίρεση κάποια σπάνια λαχανικά», λέει ο 44χρονος Κατάουι, επισημαίνοντας πως το μαγείρεμα είναι πλέον άθλος λόγω της έλλειψης γκαζιού. «Δεν υπάρχει ξύλο για φωτιά, οπότε καίμε ό,τι βρίσκουμε: ρούχα, παπούτσια, οτιδήποτε. Αυτή είναι η καθημερινότητά μας».

«Δεν υπάρχει ασφαλές μέρος»
«Ποτέ στην ιστορία της Γάζας δεν ζήσαμε τέτοια κατάσταση», λέει ο Άμτζαντ Σάουα, διευθυντής του Δικτύου Παλαιστινιακών ΜΚΟ (PNGO), επίσης από τη Γάζα. «Είναι καταστροφή».
«Ζούμε με αεροπορικές επιδρομές, πυροβολικό, επιθέσεις σε σκηνές, σε καταφύγια», ανέφερε. «Δεν υπάρχει ασφαλές μέρος. Και όλοι πεινάνε. Ακόμη και προσωπικά, δεν ξέρουμε τι να φάμε. Δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα».
Ο Σάουα είπε ότι οι κάτοικοι νιώθουν πως σπρώχνονται όλο και πιο βαθιά σ’ έναν αδιέξοδο γκρεμό. «Και το χειρότερο για εμάς τους ανθρωπιστές είναι το αίσθημα ότι είμαστε δεμένοι χειροπόδαρα, ότι δεν έχουμε τίποτα να προσφέρουμε», είπε. «Προσπαθούμε να δώσουμε λίγη ελπίδα εδώ κι εκεί, αλλά από την άλλη είμαστε κι εμείς μέλη αυτής της κοινωνίας, δεν μπορούμε να αποκοπούμε από την πραγματικότητα».
Στις 24 Απριλίου 2025, πολίτες περιμένουν στην ουρά με κατσαρόλες για να λάβουν γεύμα από φιλανθρωπική κουζίνα στη Μπέιτ Λάχια του βόρειου τμήματος της Γάζας. Πολλοί εξαρτώνται από τη βοήθεια των οργανισμών.
Ταυτόχρονα, το Γραφείο Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων του ΟΗΕ (OCHA) προειδοποίησε πως το σύστημα υγείας βρίσκεται «στο χείλος της κατάρρευσης, καταβεβλημένο από τον τεράστιο αριθμό θυμάτων και ουσιαστικά παραλυμένο από τον αποκλεισμό που έχει στερήσει βασικά φάρμακα, εμβόλια και ιατρικό εξοπλισμό».
Το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα (WFP) ανακοίνωσε πρόσφατα ότι τα αποθέματά του για τη Γάζα έχουν εξαντληθεί και τα τελευταία αποθέματα διανεμήθηκαν σε κοινοτικές κουζίνες για τους πιο ευάλωτους και στους τελευταίους ανοιχτούς φούρνους.
«Στις 31 Μαρτίου, και οι 25 φούρνοι που υποστήριζε το WFP έκλεισαν λόγω έλλειψης αλεύρου και καυσίμου», ανέφερε ο ΟΗΕ σε ανακοίνωσή του. «Την ίδια εβδομάδα εξαντλήθηκαν και τα πακέτα βοήθειας που διανέμονταν σε οικογένειες για διάστημα δύο εβδομάδων. Το WFP εκφράζει βαθιά ανησυχία και για τη σοβαρή έλλειψη καθαρού νερού και καυσίμων για μαγείρεμα — κάτι που αναγκάζει τους ανθρώπους να μαζεύουν ό,τι μπορούν για να ανάψουν μια φωτιά και να ετοιμάσουν φαγητό».
Ζώντας με τον φόβο
Καθώς οι προμήθειες στερεύουν, το άγχος για την επιβίωση των αγαπημένων επισκιάζει κάθε άλλη σκέψη, λέει στη DW ο Μαχμούντ Χασούνα, κάτοικος της Χαν Γιουνίς στο νότιο τμήμα της Γάζας. Ο 24χρονος εκτοπίστηκε στην αρχή του πολέμου το 2023, όταν το σπίτι της οικογένειάς του καταστράφηκε από βομβαρδισμούς.
Περνά τη μέρα του μετακινούμενος στο πρόχειρο κατάλυμα της οικογένειας και βοηθώντας τη μητέρα του να μαγειρέψει. «Επιστρέψαμε πάλι στις κονσέρβες», λέει. «Δεν έχουμε χρήματα για λαχανικά, που πωλούνται σε εξωφρενικές τιμές στην αγορά».
Η δουλειά του, λέει, είναι να βρίσκει ξύλα για τη φωτιά — κάτι που γίνεται όλο και πιο δύσκολο, καθώς τα περισσότερα δέντρα έχουν κοπεί ή καεί από τις επιδρομές. Πολλοί ρισκάρουν να μπουν σε κατεστραμμένα σπίτια για να μαζέψουν ξύλινες πόρτες ή άλλα αντικείμενα.
Πρέπει επίσης να βρίσκει καθαρό νερό για πόση και να φορτίζει τα τηλέφωνα όπου μπορεί. Ο φόβος για νέους βομβαρδισμούς και εκτοπίσεις είναι πλέον μόνιμος. «Έχω περάσει σχεδόν δύο χρόνια της ζωής μου μέσα στις βόμβες, τον θάνατο και την καταστροφή. Δεν αναγνωρίζω πια τον εαυτό μου».
Η εκεχειρία που ξεκίνησε τον Ιανουάριο και κράτησε μέχρι τις αρχές Μαρτίου έφερε κάποια ανάσα στους κατοίκους και επέτρεψε στις οργανώσεις να ανανεώσουν τις αποθήκες τους. Όμως η κατάσταση επιδεινώθηκε ξανά μόλις το Ισραήλ έσπασε την εκεχειρία στις 18 Μαρτίου, μετά την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης της συμφωνίας ανταλλαγής ομήρων και την αποτυχία έναρξης της δεύτερης φάσης.
Πριν ακόμα διακοπεί η εκεχειρία, η ισραηλινή κυβέρνηση είχε ήδη διατάξει το κλείσιμο όλων των συνοριακών διαβάσεων και την παύση κάθε ανθρωπιστικής και εμπορικής αποστολής στη Γάζα.
Η πολιτική «μέγιστης πίεσης» του Ισραήλ
Ο αποκλεισμός αποτελεί μέρος αυτού που Ισραηλινοί αξιωματούχοι περιγράφουν ως στρατηγική «μέγιστης πίεσης», με στόχο την εξαναγκαστική απελευθέρωση των υπολοίπων ομήρων από τη Χαμάς μέσω μιας νέας προσωρινής συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός, και εν τέλει την ανατροπή της παλαιστινιακής ένοπλης οργάνωσης. Το Ισραήλ έχει κατηγορήσει τη Χαμάς ότι καταχράται την ανθρωπιστική βοήθεια και τη διοχετεύει στις δυνάμεις της.
Σύμφωνα με ισραηλινά μέσα ενημέρωσης, το συμβούλιο ασφαλείας της χώρας αναμένεται να εγκρίνει επιχειρησιακά σχέδια για επέκταση της στρατιωτικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης και της επιστράτευσης δεκάδων χιλιάδων εφέδρων. Δεν είναι σαφές πότε θα τεθεί σε εφαρμογή η διεύρυνση των επιχειρήσεων.
Η Χαμάς απορρίπτει όλες τις εκκλήσεις για αφοπλισμό και επιμένει σε μια συμφωνία που θα εγγυάται οριστικό τέλος του πολέμου.
Ο πόλεμος ξέσπασε μετά την επίθεση που εξαπέλυσε η Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, κατά την οποία ένοπλοι σκότωσαν περίπου 1.200 ανθρώπους — κυρίως αμάχους — και απήγαγαν περίπου 250 ομήρους. Σύμφωνα με τις ισραηλινές αρχές, 59 όμηροι παραμένουν στη Γάζα, λιγότεροι από τους μισούς εκ των οποίων θεωρούνται εν ζωή.
Το Ισραήλ απάντησε αμέσως με μαζική στρατιωτική επιχείρηση και χερσαία εισβολή στη Γάζα. Ο αριθμός των νεκρών ξεπερνά πλέον τους 52.000, σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας της Χαμάς. Χιλιάδες ακόμα υπολογίζεται ότι βρίσκονται θαμμένοι κάτω από τα ερείπια.
Η στρατηγική του «λιμού»;
ΟΗΕ και ανθρωπιστικές οργανώσεις κατηγορούν το Ισραήλ ότι χρησιμοποιεί την ανθρωπιστική και επισιτιστική βοήθεια ως πολιτικό εργαλείο. Πρόκειται για ενδεχόμενο έγκλημα πολέμου που επηρεάζει ολόκληρο τον πληθυσμό των 2,2 εκατομμυρίων κατοίκων της Γάζας.
Αυτή την εβδομάδα, ο Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ για Ανθρωπιστικές Υποθέσεις και Συντονιστής Έκτακτης Ανάγκης, Τομ Φλέτσερ, υπενθύμισε με ανακοίνωσή του στο Ισραήλ ότι «το διεθνές δίκαιο είναι ξεκάθαρο: ως δύναμη κατοχής, το Ισραήλ οφείλει να επιτρέπει την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας. Η βοήθεια — και οι ζωές των αμάχων που σώζει — δεν πρέπει ποτέ να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης».
Καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, ο πληθυσμός της Γάζας έχει καταστεί σχεδόν πλήρως εξαρτημένος από εξωτερική βοήθεια και εμπορικές προμήθειες. Η διαρκής εκτόπιση πληθυσμού και η δημιουργία ευρείας «νεκρής ζώνης» που ελέγχεται από τον ισραηλινό στρατό στα βόρεια, ανατολικά και νότια σύνορα, έχει στερήσει από τους Παλαιστίνιους την πρόσβαση στα πιο εύφορα γεωργικά εδάφη της Γάζας.




