Η συζήτηση για το πολιτικό πεπερασμένο των δυνατοτήτων του σχήματος “(κεντρο)αριστερά” και “(κεντρο)δεξιά” στο σημερινό πλαίσιο κρίσης νομιμοποίησης που δημιουργεί κατάσταση μη-κυβερνησιμότητας, στην ουσία τέθηκε από την ηγέτιδα του κινήματος των Τεμπών, Μαρία Καρυστιανού, και το κίνημα καθαυτό. Δεν τέθηκε από τον Ευάγγελο Βενιζέλο. Η Καρυστιανού κάλεσε τον ελληνικό λαό για συμπόρευση, προκειμένου να πάει πέρα από αυτό το καταρρέον πλαίσιο κυβερνησιμότητας που καθημερινά παράγει μη-κυβερνησιμότητα και μη-δικαϊκές ανεξάρτητες πρακτικές.
Η ιδέα της υπέρβασης του σχήματος, με δεδομένη την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα σήμερα – βαθιά σήψη του συστήματος εξουσίας, έλλειψη νομιμοποίησης, κομματικός κατακερματισμός και εκπνοή του μεταπολιτευτικού κύκλου κ.λπ. – είναι πραγματολογικά βάσιμη και ορθή. Ωστόσο, χρήζει τεκμηρίωσης. Όπως θα φανεί από τη σύντομη ανάλυση που θα ακολουθήσει, πολιτικάντικες δηλώσεις του τύπου «όποιος/α είναι υπέρ της υπέρβασης αυτών των όρων κατατάσσεται αυτόματα στη Δεξιά» είναι ανάξιες λόγου. Το πλαίσιο που θα τεθεί εδώ δείχνει ότι η συζήτηση έχει και σημασία και βάση.
Όλα τα πολιτικά συστήματα της νεότερης εποχής είχαν ένα βασικό απώτερο στόχο: να αποκλείσουν τον λαό από το σύστημα διαχείρισης και διανομής της κυβερνητικής και κρατικής εξουσίας. Γι’ αυτόν τον σκοπό επιστράτευαν αστυνομία, στρατό, δικαιϊκά μέσα, αποκλεισμούς από την εκλογική διαδικασία – κλασική εδώ είναι η περίπτωση απαγόρευσης ψήφου στις γυναίκες κ.λπ. Ας θυμηθούμε, ακόμη, την περίφημη ρήτρα berufsverbot στη Δυτική Γερμανία, που απαγόρευε το δικαίωμα εργασίας στη δημόσια διοίκηση σε πολίτες με κομμουνιστικές αντιλήψεις.
Ένα πολύ λεπτό σημείο αυτής της διαδικασίας αποκλεισμού, η οποία αποσκοπούσε στη δημιουργία της ψευδαίσθησης ότι υπάρχει πράγματι λαϊκή συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων που αφορούν τον ίδιο τον πολίτη, αφορά την καθιέρωση μιας πολιτικής φαινομενολογίας, της “δεξιάς” και της “αριστεράς”, ή πιο πρόσφατα, “κεντροδεξιάς” και “κεντροαριστεράς”. Το ιστορικό αυτής της φαινομενολογίας, αν και ξεκίνησε με τη Γαλλική Επανάσταση, είχε αρχίσει να συστηματικοποιείται από οργανικούς διανοούμενους και πολιτικούς του αστικού κοινοβουλευτισμού τον 19ο αιώνα. Η θεωρία, σε γενικές γραμμές, μας προέτρεπε να κάνουμε ανάγνωση της “αριστεράς” ως αντιπροσώπου του κόσμου της εργασίας και της “δεξιάς” ως αντιπροσώπου του κόσμου του κεφαλαίου. Ωστόσο, μεταξύ της θεωρίας και της εμπειρικής πραγματικότητας υπήρξε και υπάρχει τεράστια απόσταση. Η όποια πρόοδος υπέρ των λαϊκών τάξεων που επιτεύχθηκε στην ιστορία ήταν απόρροια περισσότερο των λαϊκών αγώνων παρά των κομμάτων και των συντεχνιών που υποτίθεται αντιπροσώπευαν αυτούς τους αγώνες.
Το “ιδανικό” των δύο κομμάτων
«Στις αυγές του κοινοβουλευτικού μας συστήματος», θα γράψει ο Ιταλός νομομαθής Νορμπέρτο Μπόμπιο το 1979, «ο Τσέζαρε Μπάλμπο, πρώτος πρόεδρος του κοινοβουλίου στην ιταλική ιστορία, παρατήρησε ότι δύο κόμματα ήταν πάντοτε σε όλα τα έθνη το ιδανικό που πρέπει να ενστερνιστούμε». Ο Μπόμπιο τόνισε ακόμα ότι ο Μπάλμπο επέμενε στον δικομματισμό ως το ιδανικό σύστημα και το έβλεπε ως μια «μεγάλη αρετή των αντιπροσωπευτικών κυβερνήσεων, διότι μετέφερε τα κόμματα από τις πλατείες στις κοινοβουλευτικές αίθουσες» με κανονικό τρόπο, δηλαδή με τρόπο κατά τον οποίο ο λαός και τα αιτήματά του θα μπορούσαν να μετριαστούν, να αποπροσανατολιστούν, ακόμα και να χειραγωγηθούν.
Χρησιμοποιώντας τη μαρτυρία του Στέφανου Στεφάνου, ιδιαίτερου γραμματέα του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο ιστορικός Γιώργος Δεριλής θα γράψει ότι «ο ηγέτης των Φιλελευθέρων ήθελε ένα πολιτικό καθεστώς με καλά οργανωμένα αστικά κόμματα, δύο κατά προτίμηση», δημιουργώντας δικλίδες ασφαλείας για την αποτροπή αιφνιδιαστικής εισόδου του λαού στο πολιτικό προσκήνιο. Παρακρατικές δομές στην Ελλάδα – αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ειδικά στην Ιταλία: βλέπε υπόθεση Άλντο Μόρο και “ιστορικού συμβιβασμού” – αγωνιούσαν για το πώς μπορούσε να ηγεμονεύσει αυτή η πολιτική φαινομενολογία μεταξύ “κεντροδεξιάς” (Κων/νος Καραμανλής) και “κεντροαριστεράς” (Γεώργιος Παπανδρέου), προκειμένου να αποκόψουν την είσοδο στην πολιτική σκηνή της ΕΔΑ του Ηλία Ηλιού και της σοσιαλιστικής πτέρυγας της Ένωσης Κέντρου υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου. Η αποτυχία ηγεμόνευσης αυτής της διπολικής φαινομενολογίας βρήκε διέξοδο – με την αρωγή του ξένου παράγοντα και των παρακρατικών συνωμοσιών – στη χούντα των συνταγματαρχών, η οποία και έθεσε φραγμό στα λαϊκά κύματα εκδημοκρατισμού της δεκαετίας του 1960 και στο αίτημα μιας ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας (ο φόβος μιας κυβέρνησης στην Ελλάδα υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου σε συγκερασμό με την αδέσμευτη πολιτική του αρχιεπισκόπου Μακαρίου ήταν όνειδος για τις αμερικανικές ελίτ, που έπρεπε ν’ αποφευχθεί πάση θυσία).
Ωστόσο, υπάρχει ακόμη ένα εμπειρικό στοιχείο άξιο προσοχής.
Ο κανόνας ήταν και παραμένει ότι η “αριστερά” ακολουθούσε την πεπατημένη της “δεξιάς” όταν αναλάμβανε τα ηνία της κυβερνητικής εξουσίας. Ρήξη και είσοδος του λαού στην πολιτική με τον πολίτη στο κέντρο λήψης αποφάσεων δεν υπήρχε. Γι’ αυτό και στην Ιταλία, για παράδειγμα, το έργο του διανοούμενου Μάρκο Ρεβέλι μιλά για «δύο δεξιές», δηλαδή για ανυπαρξία της “αριστεράς” μετά τη δεκαετία του 1970, εφόσον αποδέχτηκε όλες τις οικονομικές αξίες του νεο-φιλελευθερισμού και του μετα-φορντισμού σε επίπεδο εργασιακών σχέσεων. Η σιωπηλή δικαιολογία, βέβαια, των “αριστερών”, όταν αναλάμβαναν κυβερνητικά καθήκοντα, ήταν ότι «δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά λόγω δομικών περιορισμών/καταναγκασμών». Κλασική είναι εδώ η περίπτωση της αποτυχίας του προέδρου Μιτεράν στη Γαλλία (1981-83), όταν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σοσιαλιστικό του πρόγραμμα ενόψει πιέσεων από τη σφοδρή ορντο-φιλελεύθερη ανταγωνιστικότητα της Δυτικής Γερμανίας μέσα στην ΕΟΚ. Ή η συνέχιση της Θατσερικής, νεο-φιλελεύθερης πολιτικής από το Εργατικό Κόμμα του Τόνι Μπλερ στη Μεγάλη Βρετανία τη δεκαετία του 1990 κ.λπ.
Ακόμη και στην Ελλάδα, το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, υποκύπτοντας στην πίεση της ΕΟΚ, αναγκάζεται να επικυρώσει τη δέσμη Ντελόρ (1986-7), που οδηγούσε ευθέως στον νεο-φιλελευθερισμό του Μάαστριχτ και στη λιτότητα του Συμφώνου Σταθερότητας. Επίσης, κάτω από αμερικανική πίεση, το ΠΑΣΟΚ προσυπέγραψε το 1983 την τουρκική θέση περί «διζωνικής-δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα» ως βάση-πλαίσιο για την επίλυση του κυπριακού ζητήματος, ενώ έως τότε την αρνείτο.
Πιο πρόσφατα το 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ πριν αναλάβει την κυβερνητική εξουσία διακήρυττε διά στόματος Αλέξη Τσίπρα ότι «θα σκίσει τα μνημόνια», τελικά υπογράφει ένα τρίτο και πιο οδυνηρό μνημόνιο υποτέλειας στους δανειστές, υποθηκεύοντας την περιουσία της χώρας και εγγυούμενος ακραιφνή λιτότητα για πολλές δεκαετίες στο μέλλον. Η μόνη δικαιολογία ήταν και παραμένει ότι «δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς», διότι υπάρχουν διεθνείς δεσμεύσεις και περιορισμοί. Αυτή είναι η “λογική” του συστήματος εξουσίας, η οποία ποτέ δεν έχει μόνο, ή κυρίως στην περίπτωση της Ελλάδας, εθνικές βάσεις, αλλά πανευρωπαϊκές και παγκόσμιες: η Ελλάδα κατείχε και κατέχει εξαρτημένη/δυναστευόμενη θέση στο παγκόσμιο σύστημα διανομής ισχύος.
Η ιστορία ως μονόδρομος
Έτσι, όμως, η ιστορία παρουσιάζεται ως ένας μονόδρομος, χωρίς πραγματικές εναλλακτικές λύσεις, με τον πολίτη οιωνεί καταδικασμένο στη στέρηση των δικαιωμάτων του μέσα σε ένα εθνικό κράτος που ο ίδιος έχτισε με τον ιδρώτα του στους τόπους δουλειάς και με το αίμα του στα πεδία των μαχών. Ακόμα, σ’ αυτή τη γραμμή ανάγνωσης της ιστορίας, ο πολίτης στερείται του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματός του για συμμετοχή στις διαδικασίες λήψεις αποφάσεων και στο δικαίωμα για αξιοπρεπή εργασία με αξιοπρεπή μισθό και κοινωνική προστασία. Αυτά μπορούν να συμβούν μόνο με ένα ισχυρό κράτος ευημερίας και ένα ισχυρό κράτος δικαίου με ανεξάρτητη δικαιοσύνη, διαρκώς και θεσμικώς ελεγχόμενη εκτελεστική εξουσία και απο-γραφειοκρατικοποιημένες κοινοβουλευτικές διαδικασίες που πρέπει να συνδέονται άμεσα με τις τοπικές κοινωνίες, τις ανάγκες τους και τη στήριξή τους.
Επίσης, μπορούν να συμβούν μέσα σε ένα κράτος που να είναι σε θέση να προστατεύει τα συμφέροντά του και τα συμφέροντα των πολιτών του με βάση το διεθνές δίκαιο. Αυτές τις αξίες το κομματικό σύστημα της μεταπολίτευσης τις διαπόμπευσε και τις τσαλαπάτησε χάνοντας τη νομιμοποίησή του, όπερ και η ανεπίστρεπτη κρίση του.
Η κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα σήμερα – αλλά και όχι μόνο – ο κατακερματισμός του και η σήψη του, που μεταφράζονται σε αδυναμία επαναθεμελίωσής του επί τη βάση της πολιτικής φαινομενολογίας “κεντροδεξιά”/ “κεντροαριστερά” προβάλλουν επιτακτικά και εκ των πραγμάτων τη διατύπωση μιας νέας καθολικής προγραμματικής πολιτικής πρότασης, που να υπερβαίνει την πολιτική φαινομενολογία “(κεντρο)-αριστεράς” και “(κεντρο)-δεξιάς”, που έχει εξάλλου καταρρεύσει προ πολλού λόγω καθεστώτος μνημονίων. Το Σύνταγμα του 1975 μας λέει ότι «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό και υπάρχουν υπέρ αυτού και του έθνους». Αυτή η αρχή, όσο κι αν φαντάζει παράξενο, είναι σοσιαλιστική αρχή και ο σοσιαλισμός σαν έννοια υπερβαίνει κατά πολύ τις όποιες νοηματοδοτήσεις του όρου “κεντροαριστερά”, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την έννοια του συντηρητισμού, η οποία υπερβαίνει τον όρο “κεντροδεξιά”. Οι υπερβάσεις, ακόμα, είναι δυνατόν να δημιουργήσουν νέες ιδεολογικές-αξιακές συναντήσεις και συνθέσεις μεταξύ σοσιαλισμού και συντηρητισμού, συναντήσεις και συνθέσεις οι οποίες αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα δεν είναι δυνατόν να τεκμηριωθούν πλήρως αναλυτικά διότι δεν έχουν ακόμη τεθεί κινηματικά. Έχουν όμως τεθεί σε άλλες κοινωνίες, όπου έχει υπάρξει και σχετική θεωρητικοποίηση – δες για παράδειγμα στις ΗΠΑ το έργο διανοουμένων, όπως του Κρίστοφερ Λας και του Κόρνελ Γουέστ.
Με βάση την παραπάνω σύντομη τεκμηρίωση, η ιδέα της Μαρίας Καρυστιανού έχει βάση και αξίζει να στηριχτεί από την κοινωνία στο μέτρο και στον βαθμό που αξιοποιηθεί η διαθέσιμη τεχνογνωσία – η κοινωνική διαθεσιμότητα υπάρχει, αλλά δεν μπορεί να περιμένει για πάντα – για την οργάνωση και παραγωγή ενός άρτια καταρτισμένου πολιτικού επιτελείου, συμπαγές στις γραμμές του και στις οργανωτικές του αρχές, ώστε να είναι σε θέση να παράγει πανελλήνιο κυβερνητικό πρόγραμμα που να το εμπιστευτεί ο λαός. Και θα το εμπιστευτεί ο λαός διότι θα εγγυάται συνέχεια και υλοποίηση των δημοκρατικών διακηρύξεων πριν και μετά την κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας. Η αποκατάσταση της κυβερνησιμότητας και η νέα μεταπολίτευση στη χώρα θα να είναι έργο νεαρών, ακέραιων ανθρώπων και νεαρών, υπεύθυνων κομμάτων και ηγεσιών, ή δε θα υπάρξει με υπαρκτό κίνδυνο την παραπέρα λεηλασία της λαϊκής περιουσίας και την απόλυτη δορυφοροποίηση – σχετική και κάτι παραπάνω από σχετική ήδη υπάρχει – σε ιμπεριαλιστικές πηγές εξουσίας.
* Ο Βασίλης Κων/νου Φούσκας είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής και Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Ανατολικού Λονδίνου, μέλος του δικτύου “Πανελλήνιοι Διάλογοι”.



