Στην Ευρώπη, το παλιό γίνεται ξανά καινούριο.
Του James W. Carden
22 Απριλίου
«Εσείς σκέφτεστε την Ευρώπη ως τη Γερμανία και τη Γαλλία. Εγώ όχι, θεωρώ πως αυτή είναι η παλιά Ευρώπη. Αν κοιτάξετε τη σημερινή Ευρώπη του ΝΑΤΟ, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται προς τα ανατολικά και υπάρχουν πολλά νέα μέλη…»
— Ντόναλντ Χ. Ράμσφελντ, Ιανουάριος 2003
Μία από τις πιο ανησυχητικές ειρωνείες της πρόσφατης ιστορίας είναι πως, ογδόντα χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (η 80ή επέτειος της Συμμαχικής Νίκης είναι στις 8 Μαΐου), η συλλογική Δύση τάσσεται πλέον στο πλευρό των υποστηρικτών του Τρίτου Ράιχ και εναντίον της Ρωσίας — της χώρας που συνέβαλε μακράν περισσότερο στη νίκη στην Ευρώπη.
Η κοσμοθεωρία Ευρωπαίων ηγετών όπως η Κάγια Κάλας, ο Κιρ Στάρμερ, ο Ντόναλντ Τουσκ, ο Φρίντριχ Μερτς, ο Εμανουέλ Μακρόν και η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, είναι εν μέρει προϊόν μιας εσκεμμένης ιστορικής αμνησίας. Οι ηγέτες αυτοί παίρνουν το παράδειγμά τους από απογόνους εθνικιστών της Ανατολικής Ευρώπης και της Βαλτικής, για τους οποίους το Τρίτο Ράιχ ήταν ευπρόσδεκτος σύμμαχος· για εκείνους τους εθνικιστές, η Ρωσία ήταν — και παραμένει — ο υπέρτατος εχθρός. Μαζί με Αμερικανούς αξιωματούχους όπως ο σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας Μάικλ Γουόλτζ, ο ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο, οι γερουσιαστές Λίντσεϊ Γκρέιαμ, Τσακ Σούμερ, Μπέρνι Σάντερς και αμέτρητοι άλλοι, έχουν υιοθετήσει τη ρωσοφοβία αυτών των εθνικιστών.
Η αμνησία γεννά την αλαζονεία· και τι πιο αλαζονικό από την απόφαση της γερμανικής κυβέρνησης να αναπτύξει στρατεύματα στη Λιθουανία; (Ας θυμηθούμε εδώ πως το 95% των Εβραίων της Λιθουανίας εξοντώθηκε στον πόλεμο — το υψηλότερο ποσοστό σε όλη την Ευρώπη. Και οι σφαγές ξεκίνησαν πριν φτάσουν οι Γερμανοί). Όπως παρατηρεί ο Βρετανός ιστορικός Ρίτσαρντ Σάκουα, «ολόκληρη η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει “ανατολικοευρωποιηθεί”, με όλη την πικρία και το ιστορικό βάρος απέναντι στη Ρωσία».
Πώς φτάσαμε εδώ;
Υπάρχει η αντίληψη, εδραιωμένη εδώ και καιρό στον ατλαντικό πολιτικό χώρο, ότι τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης και της Βαλτικής διαθέτουν μια μοναδική κατανόηση της Ρωσίας λόγω των εμπειριών τους υπό σοβιετική κυριαρχία. Πιο διορατικά πνεύματα δεν συμμερίζονταν αυτή την ιδέα. Μια αξιοσημείωτη αλληλογραφία ανάμεσα στον «πατέρα της ανάσχεσης» Τζορτζ Φ. Κέναν και τον ουγγροαμερικανό ιστορικό Τζον Λούκας, αποτυπώνει έναν έγκαιρο και διορατικό σκεπτικισμό απέναντι σε αυτή τη λογική.
Στις 28 Μαρτίου 1990, ο Κέναν έγραφε στον Λούκας:
«Η ρωσική επέκταση των περασμένων δεκαετιών και αιώνων ήταν έργο κυβερνήσεων, όχι του λαού—κυβερνήσεων υπερβολικά αγχωμένων και νευρικών εξαιτίας της ίδιας της αδυναμίας και της ευθραυστότητας του εσωτερικού τους ελέγχου… Όσο επαχθές και άδικο κι αν ήταν για τους λαούς που υπέστησαν αυτές τις αγωνίες (κυρίως αυτοί στα δυτικά σύνορα και όχι στην Ασία), το βασικό κίνητρο ήταν αμυντικό. Ας μην ξεχνάμε (όπως πολλοί σήμερα κάνουν) ότι ήταν ο Χίτλερ, όχι ο Στάλιν, που πρώτος διέλυσε την όποια σταθερότητα υπήρχε στην Ανατολική Ευρώπη ανάμεσα στους δύο πολέμους.»
Ο Λούκας απάντησε στις 5 Απριλίου 1990:
«Δεν θα μπορούσε η λύση στο “βαλτικό πρόβλημα” να ήταν μια δήλωση της Ρωσίας ότι οι ενσωματώσεις του 1940 ήταν παράνομες και άκυρες, αλλά όχι οι συμφωνίες του Οκτωβρίου 1939 με αυτά τα κράτη; Εκείνες υπογράφηκαν με τις νόμιμες κυβερνήσεις τους. Δεν κατάργησαν την κυριαρχία τους, πέρα από την ανάγκη συντονισμού της εξωτερικής πολιτικής με τις ρωσικές απαιτήσεις…»
Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, με τη Σοβιετική Ένωση να καταρρέει, ο Κέναν ανέφερε:
«Έχοντας ζήσει τρία χρόνια στις βαλτικές χώρες (όπου η Εσθονία ήταν η καλύτερη), δεν νιώθω καμία ανάγκη να τις εξιδανικεύσω. Οι κάποτε γερμανοβαλτικές ελίτ της τσαρικής εποχής, τις οποίες μεταχειρίστηκαν βάναυσα στα χρόνια της ανεξαρτησίας τους, υπερείχαν πολιτισμικά και υπήρξαν δάσκαλοι πολλών όσων εκείνοι έμαθαν. Υπήρχαν μέρες που ζώντας στη Λετονία, νοσταλγούσα την προηγούμενη και σχετικά μετριοπαθή τσαρική παρουσία.»
Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο Λούκας παρατήρησε «μια αυξανόμενη νοσταλγία και εκτίμηση για τις εθνικιστικές κυβερνήσεις της Ανατολικής Ευρώπης προ και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου». Στη Σλοβακία και την Κροατία, δρόμοι και σχολεία πήραν ονόματα συνεργατών των Ναζί· στη Ρουμανία, έγραφε, «ο δολοφονικός Σιδηρούς Φρουρός απολαμβάνει επαναλαμβανόμενα κύματα νοσταλγικής αποδοχής».
Τα ΜΜΕ έκαναν τα στραβά μάτια — όπως και στην Ουκρανία, με τις παρελάσεις με πυρσούς στην Εσθονία και την αποκατάσταση συνεργατών των Ναζί στη Λετονία και τη Λιθουανία — γιατί το μόνο που έχει σημασία είναι να δείχνει κανείς πως “στέκεται απέναντι στη Ρωσία”.
Το Τέταρτο Βαλτικό Κράτος
Μία από τις πιο αρνητικές επιρροές στην αμερικανική πολιτική έναντι της Ρωσίας και της Ουκρανίας υπήρξε το Ηνωμένο Βασίλειο. Η αρθρογράφος διεθνών σχέσεων της Independent, Μέρι Ντεζέφσκι, μου είπε πρόσφατα:
«Από την αρχή του πολέμου, ο Μπόρις Τζόνσον ταύτισε την κατάσταση με την παλιά αντίσταση της Βρετανίας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχει κόμπλεξ Τσώρτσιλ και έβλεπε τον Ζελένσκι ως ήρωα ενάντια στον εχθρό. Όλο αυτό αντιμετωπίστηκε σαν “Μόναχο 1938” — μια προδοσία. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι τελείως λάθος αλλά έχει εξαπατήσει όλο το βρετανικό κατεστημένο.»
Ο Στάρμερ, χτυπώντας με δική του “τσωρτσιλική” ρητορική, είπε στη Βουλή τον Φεβρουάριο: «Η Ρωσία είναι απειλή στα ύδατά μας, στον εναέριο χώρο μας και στους δρόμους μας».
Ο Σάκουα, συγγραφέας του εξαιρετικού The Culture of the Second Cold War, τόνισε πόσο παράλογο είναι:
«…το γεγονός ότι στη Βρετανία η ειρήνη θεωρείται προδοσία. Το “Μόναχο” κυριαρχεί στη σκέψη τους. Είναι σημάδι πνευματικής στειρότητας — των ΜΜΕ, των think tanks, ακόμα και των πανεπιστημίων.»
Έτσι, η Βρετανία γίνεται φυσικός σύμμαχος της “Νέας Ευρώπης” — ένα είδος 4ου βαλτικού κράτους. Γι’ αυτό η Ουάσιγκτον οφείλει να επαναπροσδιορίσει επειγόντως τις ευρωπαϊκές της σχέσεις. Το υπεύθυνο ευρωπαϊκό κέντρο — η Γαλλία και η Ιταλία, χώρες χωρίς παραδοσιακές ρωσοφοβικές πολιτικές κουλτούρες — πρέπει να αποτελέσει το στήριγμα κάθε μελλοντικής αμερικανικής πολιτικής στην Ευρώπη.
Όπως σημειώνει ο Ανατόλ Λίβεν από το Quincy Institute:
«Για να σκεφτείς σοβαρά τις ιστορικές εξελίξεις στην Ευρώπη, πρέπει να ξεκινήσεις από τη Γαλλία. Καμία ευρωπαϊκή ένωση ή συμμαχία δεν είναι νοητή χωρίς αυτή. Τα ζωτικά της συμφέροντα για ασφάλεια και σταθερότητα στις γειτονιές της συνάδουν με εκείνα της Δυτικής Ευρώπης γενικά.»
Ευτυχώς, ο Μακρόν σύντομα θα αποχωρήσει. Μια Γαλλία υπό τη National Rally και μια Ιταλία υπό την Τζόρτζια Μελόνι μπορούν να διαμορφώσουν έναν ευρωπαϊκό πυρήνα με τον οποίο μπορούν να συνεργαστούν τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Μόσχα. Ο φλογερός εθνικισμός της περιφέρειας της Ανατολικής Ευρώπης πρέπει να παραγκωνιστεί.
Αλλά αυτό δεν θα γίνει, αν δεν αντιμετωπίσουμε και τις εγχώριες αμερικανικές δυνάμεις που τον στηρίζουν. Είναι από τις πιο παράδοξες πτυχές της ιστορίας πως οι νεοσυντηρητικοί της Ουάσιγκτον έχουν συμμαχήσει με τους ίδιους εθνικιστές που, εντός ζωντανής μνήμης, κυνήγησαν τους προγόνους τους.
Ο διπλωμάτης Γουέιν Μέρι, πρώην επικεφαλής του πολιτικού τμήματος της πρεσβείας των ΗΠΑ στη Μόσχα (1990–1994), το έθεσε εύστοχα:
«Υπάρχει τεράστιο κομμάτι της διανόησης στην Ουάσιγκτον που είναι θεμελιωδώς εχθρικό προς τη Ρωσία. Προέρχεται από την πολιτισμική τους ταυτότητα, από το πού μετανάστευσαν. Συνάντησα Πολωνούς και Εβραίους που έχουν υποφέρει αφάνταστα από τους Γερμανούς — και όμως τρέφουν μίσος για τους Ρώσους πολύ περισσότερο.»
Η προσωπική μου υπόθεση είναι πως το φαινόμενο αυτό ριζώνει στις πρώτες μέρες του Ψυχρού Πολέμου. Ο Τρούμαν, ο Αϊζενχάουερ και η ομάδα των “ψυχροπολεμιστών” (ιδίως ο Άλεν Ντάλες της CIA, με σχέσεις με τους Ναζί) έσπευσαν να συγχωρέσουν την Αυστρία και τη Γερμανία για λόγους γεωπολιτικής σκοπιμότητας.
Και τώρα, μετά από αλλεπάλληλους και περιττούς γύρους διεύρυνσης του ΝΑΤΟ, έχουμε παγιδευτεί. Η Ευρώπη προσπαθεί να “κουμαντάρει” την Αμερική προκαλώντας μείζονα πόλεμο με τη Ρωσία.
Όπως είπε η Ντεζέφσκι:
«Η παράδοξη πραγματικότητα είναι ότι η Ευρώπη ετοιμάζεται να συνεχίσει έναν πόλεμο που οι ΗΠΑ προσπαθούν να τερματίσουν.»
Σταθερές, προβλέψιμες σχέσεις ανάμεσα σε Αμερική, Ευρώπη και Ρωσία είναι προϋπόθεση για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ — και η πολιτική της Δύσης δεν μπορεί πλέον να καθορίζεται από τη Νέα Ευρώπη και τους συμμάχους της σε Λονδίνο και Βερολίνο.
Ο James W. Carden είναι αρχισυντάκτης του TRR.
Σημείωση: οι Ανιχνεύσεις δημοσιεύουν κείμενα για την σφαιρική ενημέρωση των αναγνωστών τους χωρίς, κατ ανάγκην, να συμμερίζονται το περιεχόμενό τους.


