της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ
Μπαίνοντας στο γραφείο, οι δύο κυρίες που κάθονται στριμωγμένες στην υποδοχή – η μια σε κανονική καρέκλα, ή άλλη σε καρέκλα εκστρατείας- μου ζήτησαν να δηλώσω στη λίστα αν θα απεργήσω. Τις είπα ότι το πράγμα θέλει σκέψη και ότι έχουμε ακόμα τρεις μέρες μπροστά μας. Ο σύλλογος στέλνει απανωτά μηνύματα ότι κακώς κόπτεται το υπουργείο γιατί την απεργία την κηρύττει η μητέρα Αδεδύ. Ο υπουργός μας όμως -το ξέρει, είναι όμορφος και τον αγαπάμε όλοι, ανεξαιρέτως- ανησυχεί.
Ανησυχεί και ιδρώνει, ιδρώνει και ανησυχεί ακόμη περισσότερο. Είπε να βγάλει λίστες, δεν ξέρεις, μπορεί και να πιάσει. Και είχε δίκιο! Οι συνάδελφοι του ίδιου γραφείου θυμήθηκαν την άδεια που δίνει ο υπουργός, έτσι, άτυπα, από την καλή του την καρδιά για τα Χριστούγεννα, να την πάρουν όποτε θέλουν.
Υπήρχε και δεύτερη άδεια, πάλι από την καλή καρδιά του τοπικού αφεντικού, αντί για φλουρί στη βασιλόπιττα. Ένας βρήκε το πλαστικό φλουρί που μεταφράζονταν σε διήμερη άτυπη άδεια, αλλά για να μη ζηλέψουν οι υπόλοιποι πήραν κι εκείνοι μία μέρα, έτσι, πάλι από την καλή καρδιά.
Άλλος χαίρεται να κάνει καλά τη δουλειά του και να του δίνουν αύξηση κι άλλος να τον λένε επίσημα τεμπέλη και να τον αφήνουν ήσυχο να κοπροσκυλιάσει. Μας έχουν ψυχολογήσει καλά. Το απόγευμα άνοιξα μετά από πέντε χρόνια την τηλεόραση να δω ειδήσεις. Πρώτα είδα πόσο γέρασε ένας πάλαι ποτέ της μόδας παρουσιαστής. Αργές, κοφτές κινήσεις από την αρθρίτιδα, μοντέρνο ντύσιμο, θλιβερό στη σκεβρωμένη σιλουέτα, λυγμική φωνή απατεώνα.
Πονάει για τα παιδιά, για τα παιδιά όλου του κόσμου και ιδίως για ένα κοριτσάκι που πήρε στο λαιμό του ο αμερικανός πρόεδρος με τον νέο νόμο για τους μετανάστες. Του συμπαραστέκεται στον πόνο του ένας υπουργός, που πονάει κι αυτός, είναι γονιός και σκέφτεται και τα δικά μας παιδιά, αλλά επ’ ουδενί, ο πόνος δεν πρέπει να μας κάνει να χάσουνε ό,τι έχουνε κατακτήσει.
Ο παρουσιαστής του ρίχνει σκουντιά. Το πρόλαβε: ό,τι έχουμε κατακτήσει. Γιατί αν χάσουν ό,τι έχουνε κατακτήσει, τι θα γίνουμε κι εμείς; Το σκεφτήκαμε αυτό, πριν βάλουμε το όνομά μας στη λίστα; Πάνε τα επιδόματα που τα ακούς και δεν τα βλέπεις, πάνε οι δωρεάν παροχές στις οποίες ισχύουν όροι και προϋποθέσεις, πάνε οι άτυπες άδειες Χριστούγεννα, Πάσχα, της πίττας, για το βάψιμο των αυγών, για το κατέβασμα των μάλλινων.
Θα πρέπει να κατάλαβε ό,τι δεν με ταρακούνησε μ’ αυτά που είπε, γιατί ο υπουργός με τη γυαλιστερή φαλάκρα και το χνουδάκι πάνω πάνω, άφησε τον γεροντομπεμπέκο παρουσιαστή και στράφηκε σε μένα. “Κι επειδή πέθαναν τόσοι, νά χάσω εγώ το πόστο μου; Να χάσω την προοπτική να κάνω ακόμα μεγαλύτερο κουμάντο; Τα παιδάκια τα δικά μου ούτως ή άλλως παίρνουν μόνο αεροπλάνο ή το θωρακισμένο υπουργικό. Βρέξει χιονίσει τα λεφτά μου είναι ασφαλισμένα. Άδεια δίνω στον εαυτό μου όποτε θέλω. Λογαριασμό δεν δίνω σε κανένα. Τί τον πληρώνουμε τον τύπο από δίπλα, για να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο τον πληρώνουμε. Κι έρχεσαι τώρα και δυσπιστείς. Και θέλεις να κατέβεις με την αντίδραση, μ’ αυτούς που θέλουν να αποσταθεροποιήσουν τη χώρα”. Ιδρώνει και κοκκινίζει. Δεν λέω τίποτα, όμως τον έχω θυμώσει για τα καλά. “Και τις λίστες τις έχω στο γραφείο μου τις λίστες, αν νόμιζες ότι θα μου ξεφύγεις”!
Θα πάθει εγκεφαλικό, το βλέπω. Πατάω το τηλεκοντρόλι. Τι ιδέα κι αυτή να ανάψω την τηλεόραση! Θέαμα χαμηλού επιπέδου, μόνο σύγχιση! Ακούστε τί θα κάνω. Δεν θα προφασιστώ άδεια πίττας ή καθυστερημένη Χριστουγέννων, όπως η πλειοψηφία των συναδέλφων μου. Θα πάω στην πορεία κανονικά και το βράδυ θα ανάψω και πάλι την τηλεόραση. Μόλις τους δω να ξεπροβάλλουν -θα αλλάζουν πολλά χρώματα και θά’ ναι ευχάριστο θέαμα- θα βγάλω το σαραντάευρο του μεροκάματου και θα το κολλήσω στο πιο βολικό μέτωπο ή ελλείψει τέτοιου, στην πιο απλωτή φαλάκρα. Κερασμένο παιδιά, από μένα.


