Η Μαρία Καρυστιανού πραγματοποίησε την πρώτη ουσιαστική της παρέμβαση στην εξωτερική πολιτική, επιλέγοντας να τοποθετηθεί στο ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, σε μια πολιτικά φορτισμένη συγκυρία, καθώς –σύμφωνα με πληροφορίες– εντείνονται οι προετοιμασίες για την έναρξη της δικής της πολιτικής κίνησης. Η Καρυστιανού χαράσσει κόκκινες γραμμές στον ελληνοτουρκικό διάλογο, θέτοντας ζητήματα ισχύος, αφηγήματος και κυριαρχίας.
Η δημόσια στάση της ασκεί άμεση πίεση στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη ενόψει της επικείμενης συνάντησής του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με την Καρυστιανού να ζητά πλήρη διαφάνεια τόσο ως προς την ατζέντα όσο και ως προς τον σκοπό των συνομιλιών.
Αιτήματα διαφάνειας και αμφισβήτηση της ίδιας της συνάντησης
Σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα X, η Καρυστιανού υποστήριξε ότι οι Έλληνες πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν επακριβώς ποια ζητήματα τίθενται επισήμως στο τραπέζι, ώστε να μπορούν να κρίνουν αν μια τέτοια συνάντηση δικαιολογείται καν. Προχώρησε μάλιστα ένα βήμα παραπέρα, αμφισβητώντας ανοιχτά την αναγκαιότητα της διεξαγωγής των συνομιλιών υπό τις παρούσες συνθήκες.
Η παρέμβασή της πυροδοτήθηκε από πρόσφατες δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, ο οποίος ανέφερε ότι Ελλάδα και Τουρκία δεν θα πρέπει να εγκαταλείψουν το τραπέζι των διαπραγματεύσεων έως ότου «λυθούν τα προβλήματα». Η Καρυστιανού ερμήνευσε αυτή τη διατύπωση ως αναθεωρητική, προειδοποιώντας ότι εγκυμονεί τον κίνδυνο να παρουσιαστούν μακροχρόνιες τουρκικές διεκδικήσεις ως «εκκρεμή ζητήματα» προς διαπραγμάτευση, αντί για θέματα που διέπονται από το διεθνές δίκαιο.
Στο πλαίσιο αυτό, προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε υποχώρηση από τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας θα συνιστούσε «εθνική προδοσία», θέτοντας ουσιαστικά κόκκινες γραμμές για τον πρωθυπουργό και αυξάνοντας το πολιτικό κόστος οποιουδήποτε συμβιβασμού.
Μιντιακή πλαισίωση και αμφισβητούμενες αποδόσεις
Παράλληλα, η δημόσια συζήτηση γύρω από τις απόψεις της Καρυστιανού σε κοινωνικά ζητήματα έχει εξελιχθεί σε σημείο τριβής, με τους υποστηρικτές της να υποστηρίζουν ότι πρόκειται σε μεγάλο βαθμό για αποτέλεσμα αποσπασματικών παραθέσεων και πολιτικά υποκινούμενης πλαισίωσης από μέσα ενημέρωσης που θεωρούνται προσκείμενα στην κυβέρνηση. Υποστηρίζουν ότι δηλώσεις που της αποδίδονται –μεταξύ αυτών και αναφορές στην πολιτική για τις αμβλώσεις– έχουν παρουσιαστεί επιλεκτικά ή εκτός συμφραζομένων, δημιουργώντας μια αντιπαράθεση που δεν αποτυπώνει με ακρίβεια τις θέσεις της.
Η αντιπαράθεση αυτή αναδεικνύει μια ευρύτερη δυναμική γύρω από τη δημόσια παρουσία της: καθώς το προφίλ της διευρύνεται πέρα από τον αγώνα για δικαιοσύνη στην υπόθεση των Τεμπών και εισέρχεται στο πεδίο της εθνικής πολιτικής, η σύγκρουση για το αφήγημα και την αξιοπιστία της εντείνεται, με αντίπαλα στρατόπεδα να επιδιώκουν είτε τη νομιμοποίησή της ως ανεξάρτητης φωνής είτε την υπονόμευσή της πριν από οποιαδήποτε επίσημη πολιτική εκκίνηση.
Αντιδράσεις και πόλωση
Ταυτόχρονα, οι τοποθετήσεις της Καρυστιανού σε κοινωνικά ζητήματα έχουν ήδη προκαλέσει αντιδράσεις. Σχόλια που υπαινίσσονταν ότι το ζήτημα των αμβλώσεων θα έπρεπε να τεθεί σε ευρύτερη δημόσια διαβούλευση προκάλεσαν έντονη κριτική, αναδεικνύοντας τον πολωτικό χαρακτήρα της υπό διαμόρφωση πολιτικής της πλατφόρμας και το ευρύ φάσμα αντιδράσεων που προκαλεί. Οι υποστηρικτές της τη βλέπουν ως ανεξάρτητη φωνή που αμφισβητεί παγιωμένες δομές εξουσίας, ενώ οι επικριτές της την κατηγορούν για λαϊκισμό, εθνικισμό ή πολιτική υπέρβαση – μια διαίρεση που πλέον επεκτείνεται και στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής.
Ένα διευρυνόμενο πολιτικό αποτύπωμα
Συνδέοντας τη διαφάνεια στον ελληνοτουρκικό διάλογο με προειδοποιήσεις περί αναθεωρητισμού και «εθνικής προδοσίας», η Καρυστιανού ανέβασε συνειδητά τον πήχη. Η παρέμβασή της υπογραμμίζει πώς οι συζητήσεις γύρω από τον διάλογο με την Άγκυρα, την κυριαρχία και τα ιστορικά δικαιώματα διαπλέκονται ολοένα και περισσότερο με ευρύτερα ερωτήματα πολιτικής νομιμοποίησης, εμπιστοσύνης και ηγεσίας.
Είτε πρόκειται για την απαρχή μιας συνεκτικής ατζέντας εξωτερικής πολιτικής είτε για μια συμβολική εναρκτήρια κίνηση, η στάση της έχει ήδη διασφαλίσει ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις –και η γλώσσα με την οποία περιγράφονται– θα παραμείνουν στο επίκεντρο της εξελισσόμενης πολιτικής συζήτησης στην Ελλάδα.



