Η Κίνα και η Ρωσία πανηγυρίζουν καθώς οι ΗΠΑ περιορίζουν τα παγκόσμια μέσα ενημέρωσής τους

13 Απριλίου 2025 | The National Interest

Ήρθε η ώρα να επανεξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο η Αμερική διεξάγει τον πληροφοριακό πόλεμο και να δοθεί προτεραιότητα στις επιχειρήσεις επιρροής και ψυχολογικού πολέμου απέναντι στα αυταρχικά καθεστώτα.

Ari Ben Am | Επιστημονικός Συνεργάτης
Johanna Yang | Συνεργάτις Έρευνας και Σύνταξης

Όταν οι αντίπαλοι των ΗΠΑ πανηγυρίζουν για αποφάσεις της Ουάσινγκτον, είναι καιρός να επανεκτιμηθούν.

Μετά την ουσιαστική αποδόμηση της Αμερικανικής Υπηρεσίας για τα Παγκόσμια Μέσα Ενημέρωσης (USAGM) από την κυβέρνηση Τραμπ στα μέσα Μαρτίου, τα κρατικά προπαγανδιστικά μέσα σε Κίνα, Ρωσία και Ιράν… άνοιξαν σαμπάνιες. Υπήρχαν πράγματι τμήματα της USAGM που ήταν δυσλειτουργικά και απαιτούσαν άμεση μεταρρύθμιση, ωστόσο η συνολική αποδόμηση της υπηρεσίας σάρωσε και τα καλά μαζί με τα κακά.

Τελικά, το να ακρωτηριάζονται τα κρατικά χρηματοδοτούμενα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης και να μπαίνει λουκέτο σε προγράμματα που στόχευαν στην αντιμετώπιση ξένης κακόβουλης επιρροής, αποδυναμώνει την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Η Ουάσινγκτον πρέπει να στοχεύσει απευθείας στους αντιπάλους της, να επανεκκινήσει αυτά τα προγράμματα και να τα συνδυάσει με δημιουργικές, συγκαλυμμένες στρατηγικές για να αναχαιτίσει τον άξονα των αυταρχικών επιθετικών δυνάμεων.

Η USAGM χρηματοδοτούσε τον Voice of America (VOA), το Radio Free Asia (RFA), το Radio Free Europe/Radio Liberty (RFE/RL), και άλλους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που δημιουργήθηκαν για να σπάσουν τη λογοκρισία των αυταρχικών καθεστώτων και να προσφέρουν αξιόπιστη ενημέρωση στους πολίτες αυτών των χωρών. Εκπέμποντας σε πολλές γλώσσες, οργανισμοί όπως ο VOA και το RFA αποκάλυπταν συστηματικά τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την Κίνα, συμπεριλαμβανομένης της συνεχιζόμενης γενοκτονίας κατά των Ουιγούρων στην επαρχία Σιντζιάνγκ. Η κάλυψη του VOA παρείχε ακριβή ενημέρωση για την καταστολή των διαδηλώσεων στο Χονγκ Κονγκ από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας το 2019, αλλά και για την καταπιεστική στρατηγική «Μηδενικής Covid» του Πεκίνου.

Μετά την αποδόμηση της USAGM, η κυβέρνηση έθεσε 1.300 υπαλλήλους του VOA σε αναστολή και διέκοψε τη χρηματοδότηση προς το RFA και το RFE/RL, αναγκάζοντας τα μέσα να προχωρήσουν σε υποχρεωτικές άδειες προσωπικού. Πρόκειται για μερικά από τα ελάχιστα εργαλεία που διαθέτουν οι ΗΠΑ για να αντιμετωπίσουν ανοιχτά τις προπαγανδιστικές μηχανές των αντιπάλων τους. Η απουσία τους αποδυναμώνει σοβαρά την παγκόσμια επιρροή της Αμερικής.

Το VOA, τα συνεργαζόμενα δίκτυα, αλλά και τα προγράμματα αμερικανικής βοήθειας και ενίσχυσης της δημοκρατίας, βρίσκονταν εδώ και χρόνια στο στόχαστρο της Μόσχας, του Πεκίνου και της Τεχεράνης. Οι περικοπές της κυβέρνησης Τραμπ προκάλεσαν ενθουσιασμό στις πρωτεύουσες των αντιπάλων. Ρώσοι αξιωματούχοι δήλωσαν στη Moscow Times ότι οι περικοπές προκάλεσαν «ενθουσιασμό» στο Κρεμλίνο, ενώ ρωσικά κρατικά ΜΜΕ χαρακτήρισαν την απόφαση «υπέροχη». Η Global Times, φερέφωνο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, επαίνεσε την απόφαση, αποκαλώντας τον VOA «εργοστάσιο ψεμάτων». Σύμβουλοι του Αγιατολάχ Χαμενεΐ φέρονται να «θριαμβολογούσαν» για την απόφαση Τραμπ, που έθεσε τέλος σε όλες τις εκπομπές προς το Ιράν.

Την ώρα που η Ουάσινγκτον αφοπλίζεται μονομερώς, οι αντίπαλοί της επεκτείνουν τις κακόβουλες επιχειρήσεις επιρροής. Η Ρωσία διαθέτει μονάδες πληροφοριακού πολέμου εντός του στρατού και των υπηρεσιών πληροφοριών. Το Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης του Ιράν ίδρυσε μονάδα «γνωστικού σχεδιασμού» με στόχο την τροφοδότηση κοινωνικής και πολιτικής αναταραχής ενόψει των αμερικανικών εκλογών του 2024. Η Κίνα διαθέτει τεράστια δίκτυα διακρατικής καταστολής και κακόβουλης επιρροής.

Απέναντι σε αυτή την επίμονη επίθεση, η Ουάσινγκτον όχι μόνο έχει θηκαρώσει το ξίφος της, αλλά έχει και αποθέσει την ασπίδα της. Όταν το Κογκρέσο απέτυχε πέρυσι να ανανεώσει την εξουσιοδότηση λειτουργίας του Global Engagement Center (GEC), το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έκλεισε το γραφείο — μια υπηρεσία που είχε αποδειχθεί αποτελεσματική στην αποκάλυψη και αντιμετώπιση της ρωσικής επιρροής σε Αφρική και Λατινική Αμερική. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης διέλυσε την Ομάδα Καταπολέμησης Ξένης Επιρροής του FBI, η οποία είχε ως στόχο τον εντοπισμό και τη δίωξη επιχειρήσεων επηρεασμού σε βάρος Αμερικανών πολιτών. Επιπλέον, το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας ανέστειλε τις προσπάθειες της Υπηρεσίας Κυβερνοασφάλειας και Ασφάλειας Υποδομών (CISA) για την προστασία των εκλογών των ΗΠΑ από ξένη παρέμβαση.

Καθεμία από αυτές τις αποφάσεις είναι από μόνη της επιζήμια για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ· όλες μαζί είναι καταστροφικές. Η κυβέρνηση θα έκανε καλά να επαναφέρει άμεσα τη χρηματοδότηση των VOA, RFA και RFE/RL, να επανιδρύσει το GEC και να αποκαταστήσει τα προγράμματα του FBI και της CISA. Σε κάθε περίπτωση, είναι εύλογο να γίνει εξορθολογισμός της χρηματοδότησης, αναθεώρηση των στόχων και διασφάλιση ότι αυτά τα προγράμματα στοχεύουν άμεσα στους αντιπάλους της Αμερικής.

Αυτό το ενδεχόμενο “παράθυρο” ανασυγκρότησης είναι και ευκαιρία να επανεξεταστεί η μακροχρόνια διστακτικότητα της Αμερικής να εμπλακεί σε επιχειρήσεις επιρροής. Πέρα από τις φανερές εκπομπές της USAGM, η Ουάσινγκτον έχει αποφύγει συστηματικά τη στρατηγική αξιοποίηση του πληροφοριακού χώρου για την υπονόμευση των αντιπάλων της. Τώρα είναι η στιγμή οι Αμερικανοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής να επανεξετάσουν πώς διεξάγει η χώρα τον πληροφοριακό πόλεμο και να αναπτύξουν στρατηγικές που θα δώσουν προτεραιότητα στην επιρροή και τις ψυχολογικές επιχειρήσεις ενάντια σε αυταρχικά, εχθρικά καθεστώτα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ουάσινγκτον θα πρέπει να μιμηθεί τις τακτικές των αντιπάλων της. Οι κακόβουλες εκστρατείες επιρροής της Κίνας, της Ρωσίας και του Ιράν με ψεύτικες διαδικτυακές ταυτότητες είναι συχνά αδέξιες ή αναποτελεσματικές. Οι αποκαλύψεις για παλαιότερες, λανθασμένες αμερικανικές επιχειρήσεις δείχνουν πως το Υπουργείο Άμυνας χρειάζεται ξεκάθαρη στρατηγική και σαφείς κανόνες. Η αποτυχία δεν είναι λόγος εγκατάλειψης του πεδίου, αλλά αφορμή για την ανάπτυξη ενός καλύτερου «εγχειριδίου επιχειρήσεων».

Η νέα αυτή στρατηγική πρέπει να καθορίζει: – ποιοι τύποι επιχειρήσεων είναι αποδεκτοί,
– ποια όργανα και διοικήσεις έχουν την αρμοδιότητα υλοποίησής τους,
– και ποιο είναι το θεσμικό και νομικό πλαίσιο εποπτείας τους.

Αφού τεθούν τα κατάλληλα «κάγκελα ασφαλείας», η Ουάσινγκτον μπορεί να αρχίσει να αντιστέκεται στην παγκόσμια επιρροή των αντιπάλων της και ταυτόχρονα να υπονομεύει τις αυταρχικές δυνάμεις από το εσωτερικό.

Η υπεροχή στην πληροφόρηση αποτελεί βασικό στοιχείο του ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε μάχη για τις «καρδιές και τα μυαλά» απέναντι σε Κίνα, Ρωσία και Ιράν. Η εγκατάλειψη του αγώνα δεν κάνει τίποτε άλλο από το να παραδίδει τη σκηνή στο τοξικό αφήγημα των αυταρχικών καθεστώτων.


Οι συγγραφείς:
Ο Ari Ben Am είναι επιστημονικός συνεργάτης στο Κέντρο Κυβερνοασφάλειας και Καινοτομίας Τεχνολογίας του Foundation for Defense of Democracies, με αντικείμενο τις αναδυόμενες απειλές, τις επιχειρήσεις επιρροής και πληροφόρησης, τις κυβερνοεπιχειρήσεις και τον υβριδικό πόλεμο.
Η Johanna (Jo) Yang είναι ερευνήτρια και συντάκτρια στο ίδιο κέντρο, με ειδίκευση στις κυβερνοαπειλές από κρατικούς δρώντες και στην πολιτική των ΗΠΑ για την κυβερνοασφάλεια.

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
48,300ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα