Τον Σεπτέμβριο του 1917, η Βόρειος Ήπειρος βρίσκεται σε μια από τις κρισιμότερες καμπές της ιστορίας της. Μετά τον νικηφόρο Αυτονομιακό Αγώνα του 1914 και τη διακήρυξη της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου, οι ελπίδες για οριστική δικαίωση άρχισαν να κλονίζονται από τις γεωπολιτικές σκοπιμότητες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Σπυρομίλιος, ο θρυλικός αρχηγός της Χιμάρας και ένας από τους κύριους πρωταγωνιστές του Αυτονομιακού αγώνα, συντάσσει μια επιστολή-ντοκουμέντο που περιγράφει τα δραματικά επακόλουθα της ιταλικής στρατιωτικής επέμβασης στην περιοχή.
Το πολύτιμο αυτό ιστορικό τεκμήριο, το οποίο απόκειται στο Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου του Μουσείου Μπενάκη, είναι γραμμένο πρωτοτύπως στην αγγλική γλώσσα, γεγονός που υπογραμμίζει την προσπάθεια του Σπυρομίλιου να διεθνοποιήσει το ζήτημα και να επηρεάσει τα κέντρα λήψης αποφάσεων της Αντάντ.
Είναι αξιοσημείωτο ότι, ενώ η ιστοριογραφία εστιάζει συχνά στις συγκρούσεις με τα αλβανικά στοιχεία, ο Σπυρομίλιος αναδεικνύει μια πικρή αλήθεια: τη μεγαλύτερη και πλέον μεθοδευμένη ιστορική ζημιά στον ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου, μετά την κατάρρευση της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου, την κατάφερε η Ιταλία. Μέσα από το κείμενο του, αποκαλύπτεται πώς μια ευρωπαϊκή δύναμη χρησιμοποίησε την ισχύ της για να καταπνίξει την τοπική αυτοδιάθεση, κλείνοντας βίαια τα ελληνικά σχολεία και υποβάλλοντας τους κατοίκους σε μια πρωτοφανή τυραννία που ξεπερνούσε σε μεθοδικότητα κάθε προηγούμενη απειλή.
Απευθυνόμενος στον Βρετανό πολιτικό και φίλο του, Edward Hilton Young, ο Σπυρομίλιος καταγγέλλει με αφοπλιστική ειλικρίνεια τη βίαιη ανατροπή των κεκτημένων του αγώνα τους. Η επιστολή αυτή είναι μια κραυγή αγωνίας για τον ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου που βρέθηκε ξαφνικά υπό τη στυγνή κατοχή ενός υποτιθέμενου συμμάχου. Το κείμενο που ακολουθεί αναδεικνύει το μέγεθος των διωγμών, των ομηριών και της συστηματικής προσπάθειας αφελληνισμού της περιοχής.



Το Κείμενο της Επιστολής (Μετάφραση από τα Αγγλικά)
Αθήνα, 24 Σεπτεμβρίου 1917
Αγαπητέ μου Φίλε,
Τρία χρόνια παρήλθαν από τότε που η μοίρα της Χιμάρας έφερε εσάς και τον ευγενή φίλο μας, Finley, που έπεσε στο Somme, στα βουνά της. Φιλελεύθερα τέκνα της Αγγλίας, σπεύσατε να παρακολουθήσετε από κοντά τον αγώνα για την Ελευθερία ενός λαού, μικρού αλλά γενναίου, που παρέμεινε ελεύθερος από την Πτώση της Κωνσταντινούπολης και την υποδούλωση του Ελληνισμού από τον κατακτητή Τούρκο. Στα Ακροκεραύνια όρη είδατε την αυτοθυσία ανδρών, γυναικών και παιδιών για τη Μητέρα – Πατρίδα τους· εκεί συνειδητοποιήσατε ότι για τους ορεινούς της Χιμάρας τίποτα δεν είναι πολυτιμότερο από την Ελευθερία τους και ότι, όσο ένας από αυτούς παραμένει ζωντανός, η Χιμάρα δεν θα υποταχθεί σε ξένη κυριαρχία, δεν θα γίνει αλβανική επαρχία ούτε τμήμα του αλβανικού τερατουργήματος, το οποίο επέβαλε η διαμάχη μεταξύ Ιταλίας και Αυστρίας και η Ευρώπη δέχθηκε να δημιουργήσει, ενάντια σε κάθε φυσικό νόμο.
Ο χρόνος έκτοτε απέδειξε αυτό που οι Χιμαριώτες ένιωθαν από ένστικτο και αυτό που εσείς, ως ελεύθεροι πολίτες μιας ελεύθερης χώρας, διακηρύξατε στον κόσμο. Ούτε αλβανικό πόδι μόλυνε τη Χιμάρα, ούτε κατέστη δυνατό να συγκροτηθεί Αλβανικό Βασίλειο. Διότι πώς θα μπορούσε να συγκροτηθεί, όταν ο Λαός δεν διαθέτει εθνική συνείδηση; Όταν Μπέηδες, Αγάδες και Πασάδες έχουν μόνο μία σκέψη, την τοπική τους επιρροή, και έναν μόνο νόμο, τον οποίο οι ίδιοι ενσαρκώνουν: αυτόν της λεηλασίας και της ληστείας, και όχι της Δικαιοσύνης και της Ισότητας. Το γεγονός της χάραξης συνόρων ενός Κράτους πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί από τους ισχυρούς, δεν μπορεί από μόνο του να συγκροτήσει Κράτος. Είναι μια πράξη βίας και μια προσωρινή συνέπεια της Ισχύος. Τα Κράτη βασίζονται στην εθνική συνείδηση, και αυτή δεν υπήρχε, διότι οι ανώτερες τάξεις κινούνταν μόνο από τα αυθαίρετα ένστικτά τους και οι κατώτεροι μουσουλμάνοι από θρησκευτικό φανατισμό. Σκέφτονταν μόνο πώς θα παρέμεναν Τούρκοι και πώς θα εξόριζαν τον μη μουσουλμανικό πληθυσμό. Το αποτέλεσμα ήταν οι ανώτερες τάξεις, όντας διχασμένες, να οδηγηθούν σε εσωτερικές διαμάχες — και ο λαός διαιρεμένος και υπό την επιρροή των τοπικών αρχόντων του, επέφερε την πτώση νωρίτερα από ό,τι περίμεναν όσοι γνώριζαν ότι οι κάτοικοι της Βορείου Ηπείρου παρέμειναν Έλληνες και, παίρνοντας τα όπλα, αρνήθηκαν να υποδουλωθούν στην Αλβανία. Η Ευρώπη σε απόγνωση αποδέχθηκε τελικά ότι θα έπρεπε και πάλι να ενωθούμε με τη Μητέρα μας Πατρίδα, την Ελλάδα. Δυστυχώς, η δοκιμασία μας δεν είχε ακόμη τελειώσει.
Μια καταστροφή μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη κατά τους προηγούμενους πέντε αιώνες μας βρήκε. Από τον Ιούνιο του 1916, κατά παράβαση όλων των συνθηκών και συνομιλιών, ιταλικά στρατεύματα προέλασαν νότια από τον Αυλώνα, και η Χιμάρα καθώς και ολόκληρη η Βόρειος Ήπειρος καταλήφθηκαν. Η ιταλική πολιτική ονειρεύεται την Αρχαία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και, ως εκ τούτου, όχι μόνο η Χιμάρα, όχι μόνο η Βόρειος Ήπειρος, αλλά ολόκληρη η Ήπειρος, η Μακεδονία και η Ελλάδα πρέπει να γίνουν ιταλικές. Οι ιταλικές βλέψεις περιλαμβάνουν όλο τον Ελληνικό κόσμο μαζί με τη Μικρά Ασία, προτιμώντας τους λυτρωμένους Έλληνες από τους αλύτρωτους Ιταλούς. Η πρόφαση περί στρατηγικών λόγων όσον αφορά τα Στενά της Κέρκυρας, την ενδοχώρα της Αδριατικής κ.λπ., είναι μόνο πρόσχημα.
Η αλήθεια είναι το πάθος για κατάκτηση, κατάκτηση στη μέγιστη δυνατή κλίμακα, κατάκτηση λαών που θα γίνονταν έτσι σκλάβοι. Η απόδειξη είναι ότι κατά το τελευταίο έτος τα ελληνικά σχολεία της Χιμάρας και της Βορείου Ηπείρου έκλεισαν και αντικαταστάθηκαν από ιταλικά και αλβανικά. Η ελευθερία του πολίτη, ακόμη και εκείνου που υποτάχθηκε στον νόμο του ξένου νομοθέτη, είναι ανύπαρκτη· οι άνθρωποι δεν μπορούν να επικοινωνήσουν ή να εργαστούν ελεύθερα στην περιοχή τους ή στο χωριό τους. Όλοι οι προύχοντες συνελήφθησαν πριν από 10 μήνες και κρατούνται ως όμηροι στη Σικελία, χωρίς καμία αιτία ή πρόκληση, πέρα από το ότι ως Έλληνες αρνούνται να γίνουν Ιταλοί, όπως προηγουμένως αρνήθηκαν να γίνουν Αλβανοί. Αυτός ο άτυχος λαός πεθαίνει από την πείνα και οι ικεσίες τους προς τον Στρατιωτικό Διοικητή έλαβαν την απάντηση: «Δεν πεθάνατε ακόμα». Εκατόν είκοσι επτά από τους καλύτερους άνδρες της Χιμάρας λιμοκτονούν με μια μερίδα ξερό ψωμί στο νησί Favignana, στο Μπάρι και στις φυλακές του Αυλώνα.
Ποιο δίκαιο υπαγορεύει αυτή την Τυραννία; Είναι αυτά τα ιδανικά του μεγάλου ιταλικού έθνους, που πολεμά στο πλευρό άλλων για την Ελευθερία του Κόσμου;
Αυτά τα λίγα παραδείγματα, τα οποία κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί, θα σας επιτρέψουν να συνειδητοποιήσετε τις συμφορές και την τυραννία που υφίσταται η Χιμάρα, ενώ η Βόρειος Ήπειρος υποφέρει υπό ακόμη χειρότερες συνθήκες. Συμμορίες Τουρκοαλβανών, με την έγκριση των ιταλικών αρχών, τρομοκρατούν τα χριστιανικά χωριά στις περιοχές της Λιούντζης, του Ζαγορίου και του Πωγωνίου. Δεν περνάει μέρα χωρίς φόνους και λεηλασίες. Στο χωριό Χλωμό, μέρα μεσημέρι, λεηλατήθηκαν δύο καταστήματα και δύο αγροκτήματα. Στο χωριό Σούκα, τα παιδιά του Κυρίτση Λίτου και του Δημήτρη Τσάρου απήχθησαν και ζητήθηκαν λύτρα 500 λιρών. Στο μοναστήρι του Σπηλαίου, ο γιος του ιερέα Βασιλείου υπέστη την ίδια μεταχείριση και εξαγοράστηκε για 80 λίρες. Στις περιοχές του Νόκοβου και του Μεγκουλή, 40 πρόβατα από τα κοπάδια του Πουλέρη και του Καλέμη θανατώθηκαν, επειδή οι ληστές δεν μπόρεσαν να πιάσουν τους γιους τους. Στο Στεγόπουλο επιβλήθηκε στο χωριό ένας επιστάτης με μηνιαίο μισθό 6 λιρών, ο οποίος ήταν και παραμένει γνωστός ληστής από το Προγονάτι.
Όλες αυτές οι πράξεις διαπράττονται κάτω από τα μάτια των ιταλικών αρχών, στρατευμάτων και των περιβόητων καραμπινιέρων ή χωροφυλάκων, διότι πίσω από αυτούς βρίσκεται η Ιταλική Πολιτική, της οποίας ο στόχος είναι η εξόντωση ενός λαού που γεννήθηκε με το δικαίωμα να ζει ελεύθερος.
Δεν επιθυμώ να γίνω κουραστικός και περιέγραψα μόνο τη γενική κατάσταση της πενθούσας Ηπείρου. Η Ιταλία είναι μια μεγάλη χώρα για την Ελευθερία της οποίας έχει χυθεί πολύ ξένο αίμα, και εμείς οι Χιμαριώτες, όπως καλά γνωρίζετε, έχουμε προσφέρει όχι λίγα. Δεν ζητάμε ευεργεσίες από την Ιταλία, αλλά επιθυμούμε το έθνος αυτό να μην ξεχάσει ότι δεν θα αλλάξουμε ποτέ την Εθνικότητά μας.
Επιθυμούμε αυτά τα γεγονότα να γίνουν γνωστά στον ιταλικό λαό, ο οποίος δεν συμφωνεί με την ιταλική Πολιτική της κατάκτησης. Επιθυμούμε οι λαοί της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών να μάθουν ότι διαμαρτυρόμαστε ενάντια στην υποδούλωση και την εξόντωση την οποία ο σύμμαχός τους, η Ιταλία, ενώ διαλαλεί στο πλευρό τους ότι και εκείνη μάχεται για τις αρχές της Εθνότητας και της Ελευθερίας, επιβάλλει σε εμάς.
Σας εσωκλείω το Υπόμνημα των Βουλευτών της Βορείου Ηπείρου προς τη Βουλή των Ελλήνων, στην οποία εξελέγησαν νόμιμα αλλά δεν τους επετράπη η είσοδος λόγω της στάσης της Ιταλίας και της απειλής της να το καταστήσει αιτία πολέμου (casus belli). Από αυτό θα δείτε ποιες είναι οι αποφάσεις μας και πώς θα ενεργήσουμε.
Ο αρχηγός της Χιμάρας και Βουλευτής Αργυροκάστρου παρακαλεί τον φίλο του, Φιλελεύθερο Μέλος του Κοινοβουλίου E. Hilton Young, να πράξει το καλύτερο δυνατό για τη Χιμάρα και τη Βόρειο Ήπειρο.
(Υπεγράφη) ΣΠΥΡΟΣ ΣΠΥΡΟΜΙΛΙΟΣ
Η επιστολή ντοκουμέντο του Σπυρομίλιου το 1917 για την ιταλική τυραννία στη Βόρειο Ήπειρο
Από το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας στην αυτόνομη Βόρειο Ήπειρο – Το χρονικό του Αυτονομιακού αγώνα
Η ανακήρυξη της αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου, ο αυτονομιστικός αγώνας των Βορειοηπειρωτών και οι αντιδράσεις της ελληνικής κυβέρνησης.

Επέτειος της ανακήρυξης της «Αυτόνομης Πολιτείας της Βορείου Ηπείρου» στις 17 Φεβρουαρίου 1914. Είχε προηγηθεί, στα τέλη του 1913, το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, με το οποίο καθορίζονταν με ένα τελείως ανορθόδοξο και άδικο για τη χώρα μας τρόπο, τα ελληνοαλβανικά σύνορα.
Με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, παραχωρήθηκε στην Αλβανία μια περιοχή για την οποία ποτέ δεν πολέμησαν, αντίθετα βρισκόταν κάτω από τον πλήρη έλεγχο του Ελληνικού Στρατού.
Για τη δυσμενή εξέλιξη του ηπειρωτικού ζητήματος διατυπώθηκαν σφοδρές επικρίσεις εναντίον της κυβέρνησης Βενιζέλου. Κατηγορήθηκε για φοβική στάση απέναντι στην Ιταλία και ανοχή απέναντι στην απαράδεκτη μεθόδευση για τη διχοτόμηση της Ηπείρου.
Η Διεθνής Επιτροπή Εθνολογικής Έρευνας, χρησιμοποίησε ως μοναδικό κριτήριο για χαρακτηρισμό των κατοίκων ως Ελλήνων, την ελληνική μονογλωσσία και κατέτασσε στους Αλβανούς τους χρήστες του «αρβανίτικου» ιδιώματος, αν και η διεπιστημονική έρευνα απέδειξε ότι οι Έλληνες της Β. Ηπείρου, όπως και όλων των άλλων περιφερειακών περιοχών, δεν έμειναν αλώβητοι ούτε γλωσσικά ούτε θρησκευτικά στο πέρασμα των αιώνων.
Είναι πραγματικά πρωτοφανές, να μην ληφθούν υπόψη τα δημογραφικά στοιχεία μίας περιοχής, όταν γίνονται διαβουλεύσεις για την απόδοσή της σ’ ένα κράτος.
Στην οθωμανική απογραφή του 1908, από τους 500.000 κατοίκους της Ηπείρου, οι 380.000 (ποσοστό 76%), δήλωσαν Έλληνες Χριστιανοί. Τα ίδια στοιχεία δίνει και το Ινστιτούτο Γεωγραφίας της Ρώμης το ίδιο έτος.
Το 1914, η Διεθνής Επιτροπή Εθνολογικού Έλεγχου, έδωσε στοιχεία που καταδείκνυαν τη συντριπτική αριθμητική υπεροχή του πληθυσμού στη Βόρειο Ήπειρο.
Έτσι π.χ., στην Κορυτσά έχουμε 12.500 Έλληνες και 3.000 Αλβανούς, στη Χειμάρρα 1.000 Έλληνες και κανέναν Αλβανός, στο Δέλβινο 1.700 Έλληνες και κανένας Αλβανός. Ακόμα και στις περιοχές όπου υπήρχε αλβανική πλειοψηφία (Τεπελένι, Αχρίδα, Ελβασάν). Δυστυχώς, τα στοιχεία αυτά δεν τα αξιοποίησε η ελληνική πλευρά στην Πρεσβευτική Διάσκεψη του Λονδίνου για να εξουδετερώσει την ιταλοαυστριακή πρόταση του γλωσσικού κριτηρίου.
Στην Αθήνα υπήρξε διάσταση απόψεων μεταξύ του βασιλιά Κωνσταντίνου και της κυβέρνησης Βενιζέλου που απαγόρευσε τη διεξαγωγή μιας συγκέντρωσης στην Αθήνα, υπέρ του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου. Ο Κωνσταντίνος απειλούσε ότι θα παραιτηθεί από τον θρόνο για να αναλάβει τα ηνία του βορειοηπειρωτικού αγώνα. Αυτό προκύπτει από τηλεγράφημα του επιτετραμμένου της Αυστροουγγαρίας στην Αθήνα προς τους προϊσταμένους του (2/12/1913, νέα ημερομηνία).

Ο Κωνσταντίνος σκόπευε να παραιτηθεί υπέρ του διαδόχου Γεώργιου και να μεταβεί στη Βόρειο Ήπειρο μετά την αποχώρηση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων προκειμένου να ηγηθεί των δυνάμεων των Βορειοηπειρωτών. Όπως δήλωσε ο ίδιος στον Αυστριακό διπλωμάτη, ήταν μια σκληρή απόφαση καθώς θα εγκατέλειπε τον θρόνο και την οικογένειά του αλλά το να «σπεύσει εις βοήθειαν της Ηπείρου ανταποκρίνεται εις τα αισθήματά του και την βαθύτατην του πεποίθησιν».
Για το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας υπήρχαν όμως και διεθνείς αντιδράσεις. Στις 7 Ιανουαρίου 1914, ο Βρετανός Συνταγματάρχης Murray δήλωσε σε διάλεξή του στο Λονδίνο:
«Και να είχε ηττηθεί η Ελλάς δεν θα (της) επιβάλλονταν σκληρότεροι όροι για την Ήπειρο».
Ανάλογη ήταν η κατάσταση και στο Βελιγράδι όπου η σερβική πολιτική ηγεσία δεν ήθελε ούτε τη σύσταση αυτόνομου αλβανικού κράτους. Σχετικές είναι οι δηλώσεις του Σέρβου πρωθυπουργού Nikola Pasic που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Le Temps».
Στο μεταξύ, στη Βόρειο Ήπειρο η κατάσταση είχε εκτραχυνθεί καθώς ελληνικά τμήματα είχαν συμπλακεί με αλβανικές συμμορίες στις αρχές Ιανουαρίου 1914. Η «Επιτροπή Εθνικής Αμύνης του Αργυροκάστρου» (με πρόεδρο τον Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Βασίλειο) αποφάσισε να συγκληθεί Πανηπειρωτικό Συνέδριο. Κοινοποίησε την απόφασή της με εγκύκλιο προς όλες τις επιτροπές Εθνικής Αμύνης της Ηπείρου τις οποίες καλούσε να στείλουν τριμελή αντιπροσωπεία στο Αργυρόκαστρο. Εκεί στις 30 Ιανουαρίου 1914 θα άρχιζε τις εργασίες του το συνέδριο για την εξέταση της κατάστασης και τη λήψη αποφάσεων σχετικά με το βορειοηπειρωτικό ζήτημα.
Συγκεκριμένα καλούνταν οι Πρόεδροι των Επιτροπών «Εθνικής Αμύνης» Ιωαννίνων Φιλιππιάδος, Πρεβέζης, Παραμυθίας, Φιλιατών, Κονίτσης, Μετσόβου, Λεσκοβικίου, Κολωνίας, Κορυτσάς, Πρεμετής, Πωγωνίου, Χειμάρρας και Δελβίνου και η εφημερίδα «Ήπειρος» των Ιωαννίνων.

Στις 14 Ιανουαρίου 1914, ο Σπυρομίλιος έκανε έκκληση προς το Πανελλήνιο για τη σωτηρία της Ηπείρου. Στο μεταξύ, ο Βενιζέλος αποφάσισε την αντικατάσταση του ηπειρωτικής καταγωγής διοικητή του Ε’ Σώματος Στρατού Αντιστράτηγου Παναγιώτη Δαγκλή με τον Αναστάσιο Παπούλα μετά από απαίτηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Επίσης, εκδόθηκε μια εγκύκλιος της Γενικής Διοικήσεως Ηπείρου προς τους Διοικητικούς Επιτρόπους Περιφέρειας με την οποία κοινοποιούνταν οι παρακάτω οδηγίες για την ομαλή εκκένωση της Βορείου Ηπείρου από τον Ελληνικό Στρατό:
α) να επιδιωχθεί, αν αυτό ήταν εφικτό, η συνδιαλλαγή των δύο στοιχείων (ελληνικού και αλβανικού) β) να σταματήσει ο αφοπλισμός των Αλβανών και να τους επιστραφούν όσα είδη έχουν αφαιρεθεί γ) να απαγορευθεί η κυκλοφορία ατάκτων και να αφοπλισθούν όσοι ήδη υπήρχαν δ) να καταδιωχθεί οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια εναντίον των Αλβανών και ε) να απαγορευθεί η είσοδος ανταρτών ή εθελοντικών σωμάτων στην Ήπειρο.
Οι οδηγίες αυτές προκάλεσαν τεράστιες αντιδράσεις τόσο στην Ήπειρο όσο και στην Αθήνα. Πρέπει να είναι μια από τις ελάχιστες φορές, που ένα κράτος καταδιώκει τους δικούς του πολίτες και προστατεύει τους υπηκόους ενός άλλου κράτους (οδηγία δ).
Οι Χειμαρριώτες, πρωταγωνιστές πολλών επαναστατικών κινημάτων στη διάρκεια της τουρκοκρατίας, έστειλαν επιστολή στον Βασιλιά Κωνσταντίνο στις 24 Ιανουαρίου 1914. Αναφέρουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:
«Αλλ’ όταν Μεγαλειότατε, ο μέλλων ηγεμών της Αλβανίας (ο πρίγκιπας Wied) πριν ή πατήσει το έδαφος αυτής κινδυνεύει την ζωή του, διότι είναι Χριστιανός Ευρωπαίος, πώς θα ζήσωμεν Έλληνες ημείς υπό τους Αλβανούς, οίτινες ανετράφησαν να μας θεωρούσιν ως σκύλους του Κορανίου;
Και γιατί θα υποδουλωθούμεν εις λαόν, όστις δεν επολέμησε δια την ελευθερίαν του;».

Στις 25/1/1914, ο Σπύρος Σπυρομίλιος, πολιτικός και στρατιωτικός διοικητής Χειμάρρας , στέλνει τηλεγράφημα διαμαρτυρίας:
«Ενδεχόμενη διαταγή Κυβερνήσεως προς αφοπλισμόν ατιμάζει φυλήν», γράφει χαρακτηριστικά.
Οι κάτοικοι του Δέλβινου, απογοητευμένοι από τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης, έστειλαν στον βασιλιά Κωνσταντίνο έκκληση, καθώς πίστευαν ότι μόνο αυτός μπορούσε να σώσει τη Βόρεια Ήπειρο. Στις 31 Ιανουαρίου 1914, επιδόθηκε στην ελληνική κυβέρνηση διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων, με την οποία διατυπωνόταν η αξίωση, μέσα σε καθορισμένη προθεσμία, να αποχωρήσει ο Ελληνικός Στρατός από τη Βόρειο Ήπειρο, διαφορετικά τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου δεν θα αποδίδονταν στην Ελλάδα. Επρόκειτο για ωμό εκβιασμό! Η διακοίνωση αυτή, προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις τόσο της ελληνικής όσο και της οθωμανικής κυβέρνησης. Ο τότε Υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Στρέιτ, έστειλε επιστολή προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, με την οποία αποδέχεται ουσιαστικά τις αποφάσεις τους (με τις οποίες Ίμβρος, Τένεδος και Καστελόριζο δίνονται στην Τουρκία και η Β. Ήπειρος στην Αλβανία). Το μόνο που ζητά, είναι κάποια χωριά της κοιλάδας του Αργυρόκαστρου να δοθούν στην Ελλάδα (δεν αναφέρει ποια χωριά), με αντάλλαγμα επέκταση της αλβανικής ακτής ως το ακρωτήριο Παναγιά και την καταβολή 2.500.000 φράγκων στην Αλβανία. Κάτι ανάλογο, είχε πράξει η Ελλάδα και κατά την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους όταν δόθηκαν χρήματα για να προσαρτηθεί στη χώρα μας η Φθιώτιδα. Τα εδάφη μένουν, τα χρήματα ξοδεύονται, ήταν η πάγια ελληνική αρχή και πρακτική, ως το 1923, οπότε αντί να δοθούν χρήματα στους Τούρκους, παραχωρήθηκε το Τρίγωνο του Κάραγατς, με το οποίο θα ελεγχόταν όλη η περιοχή της Αδριανούπολης…
Η κήρυξη της αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου παρά τις προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης να μην διεξαχθεί το Πανηπειρωτικό Συνέδριο, αυτό έγινε κανονικά στο Αργυρόκαστρο. Πραγματοποιήθηκαν έξι συνεδριάσεις ως τις 5 Φεβρουαρίου. Λήφθηκε απόφαση για την οργάνωση ένοπλου αγώνα με σκοπό τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της ένωσης με την Ελλάδα. Συγκροτήθηκε οργανωτική επιτροπή που θα έπαιρνε τις σχετικές αποφάσεις. Στις 9/2/1914, οι στρατιωτικές αρχές διέταξαν τη σύλληψη του Σπυρομίλιου και έκαναν νέες προσπάθειες για τορπιλισμό του συνεδρίου.
Ο Σπυρομίλιος, έστειλε στους μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως Βασίλειο και Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδωνα, το ακόλουθο κρυπτογραφημένο τηλεγράφημα:
«Προς Πρόεδρον Συνελέυσεως, Στρατηγός (εννοεί τον Παπούλα), έρχεται Αργυρόκαστρον αύριον εξ Ιωαννίνων όπως φυλακίσει υμάς (τον Σπυρομίλιο) STOP. Έδωσεν διαταγήν συλλήψεως και ματαιώσεως ανταρσίας STOP. Εκκένωσις αρχίζει εκ Κορυτσάς 16 (Φεβρουαρίου) STOP. Αύριο πρωί κηρύξατε αυτονομίαν. Πράττω ίδιος. Σπυρομίλιος».
Πραγματικά, στις 10 Φεβρουαρίου 1914, ο Σπύρος Σπυρομίλιος, κήρυξε την αυτονομία της Χειμάρρας. Ο Ελληνικός Στρατός, που κατείχε τη Βόρειο Ήπειρο, άρχισε να αποχωρεί. Ο Συνταγματάρχης Αλέξανδρος Κοντούλης, παρέδωσε την Κορυτσά στους Αλβανούς και οργάνωσε την παράδοση της Κολωνίας και της Μοσχόπολης. Η ενέργεια του αυτή τον στιγμάτισε ως το τέλος της ζωής του. Στο Αργυρόκαστρο, ο Παπούλας βλέποντας το φρόνημα των κατοίκων, δίστασε. Τελικά αναγκάστηκε να υπακούσει στις διαταγές και να παραχωρήσει την πόλη στους Αλβανούς. Όμως, στις 15 Φεβρουαρίου 1914, συγκροτήθηκε η κυβέρνηση της “Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου”. Πρόεδρος της ήταν ο Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος, μέλη της οι Μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδων, Κορυτσάς Γερμανός, ο Δημήτριος Δούλης ως Υπουργός Στρατιωτικών και ο Ιωάννης Παρμενίδης, ως Υπουργός Οικονομικών.

Η επίσημη ανακήρυξη, έγινε στις 17/2/1914, έξω από το Αργυρόκαστρο, στη θέση Άσμακα. Εκεί υψώθηκε η σημαία της Αυτόνομης Βορείου Ηπείρου και ανακηρύχθηκε επίσημα η αυτονομία της. Επειδή υπήρχαν πληροφορίες ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε διατάξει τη φρουρά του Αργυρόκαστρου να παρεμποδίσει την κήρυξη της αυτονομίας, 2.000 έμπειροι Βορειοηπειρώτες αδελφούς ήταν έτοιμοι να συγκρουστούν μαζί τους. Οι Έλληνες στρατιώτες όμως έδειξαν αλληλεγγύη στους Βορειοηπειρώτες αδελφούς τους και παρά τις έντονες διαμαρτυρίες των Ολλανδών αξιωματικών που είχαν έρθει για να παραλάβουν την πόλη, αρνήθηκαν να παρεμποδίσουν τις εκδηλώσεις. Η 17η Φεβρουαρίου, αποτελεί ημέρα-σταθμό στην ιστορία του Βορειοηπεριωτικού ελληνισμού. Δυστυχώς όμως, οι εξελίξεις στο θέμα της Β. Ηπείρου, δεν ήταν ευνοϊκές για τη χώρα μας αλλά και για την πολύπαθη αυτή περιοχή.
Ο Γάλλος δημοσιογράφος και συγγραφέας Rene Puaux (Ρενέ Πιό), στον πρόλογο του, εκτός κυκλοφορίας πλέον, βιβλίου του “Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος” (“La Malheureuse Epire”) έγραψε για τη Βόρειο Ήπειρο: «Η Ευρώπη θα επιτρέψει να διαπραχθεί ένα έγκλημα. Κατά τη στιγμή που το μικρό τούτο βιβλίο θα τυπώνεται, η τύχη των επίμαχων εδαφών της Βορείου Ηπείρου θα έχει αποφασισθεί. Οι Μεγάλες Δυνάμεις, ικανοποιώντας την ιταλική βουλιμία θα παραχωρήσουν στο φτιαχτό βασίλειο της Αλβανίας εδάφη κατοικούμενα από Έλληνες πατριώτες, τους οποίους και θα εγκαταλείψουν στην τυραννία των Αλβανών μπέηδων…
Ο κ. Ντι Σαν Τζουλιάνο (υπουργός εξωτερικών της Ιταλίας μεταξύ 1910-1914, εχθρός της χώρας μας για την οποία αισθανόταν μίσος που έφτανε στη μανία, όπως έγραφε ο Γερμανός πρεσβευτής στη Ρώμη Γκέορκι Φον Γιάγκοβ), συνερπαμένος από μία ουτοπία και εμπλέκοντας τη διπλωματία της χώρας του στον δρόμο της παράφορης πραγματικότητας (η οποία είχε φθάσει ως την πλαστογράφηση της απτής πραγματικότητας, όπως αποκάλυψε ο Κλεμανσό σε άρθρο του στην εφημερίδα “Ελεύθερος Άνθρωπος”, στις 13/5/1913), θα προσφέρει στην Ιταλία τις χειρότερες υπηρεσίες. Και η ευθύνη θα βαρύνει κατ’ εξοχήν τον ίδιο. Διότι δεν είναι ο ιταλικός λαός αλλά και η σημερινή κυβέρνηση που πεισματικά ακολουθεί την πολιτική αυτή.»
Πηγές:
- Δρ ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΠΑΠΑΦΛΩΡΑΤΟΣ, “Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ, ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΓΝΩΣΤΑ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ”, Εκδόσεις ΠΕΛΑΣΓΟΣ, Α’ ΕΚΔΟΣΗ 2018
- Rene Puaux, “Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος”, εκδόσεις ΤΡΟΧΑΛΙΑ
Μιχάλης Στούκας
Από το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας στην αυτόνομη Βόρειο Ήπειρο – Το χρονικό του Αυτονομιακού αγώνα



Σπυρομήλιος και όχι Σπυρομίλιος είναι ( προφανώς στα αγγλικά το η έγινε ι)και ήταν Αξιωματικός της Ελληνικής (τότε Βασιλικής) Χωροφυλακής .
Οι “φίλοι” μας οι Ιταλοί και οι “Μεγάλες Δυνάμεις” πάντα πίσω από κάθε εθνική ήττα και καταστροφή…Λύπη μεγάλη μας προσφέρει η νεώτερη ελληνική Ιστορία…
Οι ”φίλοι” τα δικά τους συμφέροντα, αλλά και ο δικός μας ”δεν έσκισε καμιά γάτα” και μάλιστα ”κόλλησε” περισσότερο σε αυτούς και αυτοί το 1919 τον έστειλαν στον ”γκρεμό” της Σμύρνης και αυτός πήγε χωρίς να ρωτήσει τον ελληνικό λαό ,που τον θυμήθηκε το 1920
για να χάσει τις εκλογές και ”να βγει από τον γκρεμό” της εκστρατείας εκείνης που έμοιαζε -και ήταν- σαν της Σικελίας των Αθηναίων με τον Αλκιβιάδη.
Εθνικός διχασμός -μακριά από όσους τον επιδιώκουν και τώρα-.