Η Τουρκία ενίσχυσε τις ήδη προωθημένες και αβάσιμες διεκδικήσεις και τους ισχυρισμούς περί του καθεστώτος στο Αιγαίο, λίγες ημέρες πριν από τη συνάντηση Ερντογάν-Μητσοτάκη.
Πυκνώνουν τα σύννεφα γύρω από τη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας (ΑΣΣ) υπό τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, και τον πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, που σχεδιάζεται να πραγματοποιηθεί στην Άγκυρα τις επόμενες ημέρες.
Προ της συναντήσεως, η τουρκική πλευρά όχι μόνο επανάφερε, αλλά ενίσχυσε τις ήδη προωθημένες και αβάσιμες διεκδικήσεις και τους ισχυρισμούς περί του καθεστώτος στο Αιγαίο, προκαλώντας αμηχανία στην Αθήνα. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση δέχεται βολές στο εσωτερικό της χώρας για τη στάση της στα Ελληνοτουρκικά, υπό το φως και της κλιμακούμενης προκλητικότητας της Άγκυρας.
Το ξεδίπλωμα των πάγιων ή των αρκούντως ενισχυμένων διεκδικήσεων της Άγκυρας όπως η προ ημερών έκδοση NAVTEX –διετούς διάρκειας αλλά «αόριστης ισχύος», που «προβλέπει» τουρκική δικαιοδοσία στα ανατολικά του 25ου μεσημβρινού που χωρίζει το Αιγαίο στη μέση– αλλά και τα δήθεν αποστρατιωτικοποιημένου καθεστώτος 23 ελληνικά νησιά δεν είναι καινοφανή.
Πρόκειται για γνώριμη πρακτική της γείτονος πριν από μείζονες ελληνοτουρκικές συναντήσεις. Το ίδιο μοτίβο καταγράφηκε και στα τέλη Νοεμβρίου του 2023, λίγο πριν από το τελευταίο ΑΣΣ, όταν ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, έκανε λόγο για «τουρκική» μειονότητα στη Θράκη και «ομογενείς» στα Δωδεκάνησα. Είχαν προηγηθεί δηλώσεις του αρχηγού του τουρκικού πολεμικού ναυτικού, ναυάρχου Ερτζουμέντ Τατλίογλου, περί αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Αιγαίου, αμφισβητώντας ευθέως την ελληνική κυριαρχία επ’ αυτών.
Αυτό που παραξένεψε την Αθήνα δεν ήταν η μέθοδος, αλλά η περαιτέρω ενίσχυση μιας ήδη ακραίας «άποψης», η οποία διευρύνει ακόμη περισσότερο το χάσμα μεταξύ των διαπραγματευτικών θέσεων των δύο πλευρών και ταυτόχρονα επιδεινώνει το όποιο κλίμα εμπιστοσύνης επιχειρήθηκε να οικοδομηθεί μετά το 2023.
Από τη στιγμή που η Αθήνα θεωρεί ότι το ΑΣΣ πρέπει να πραγματοποιηθεί κανονικά –κάτι που δημοσίως υποστηρίζει και η Άγκυρα επιχειρώντας να κανονικοποιήσει προς τρίτους το αναθεωρητικό της αφήγημα στη λογική ότι ανέκαθεν αυτές ήταν οι θέσεις της– οι δύο πλευρές αναζητούν ημερομηνία.
Από ελληνικής σκοπιάς, υπογραμμιζόταν ότι το ΑΣΣ θα λάβει χώρα εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του τρέχοντος Φεβρουαρίου, εκτίμηση την οποία ο Παύλος Μαρινάκης παρέτεινε χθες κατά πέντε ημέρες. Ενώ, απαντώντας στην εγχώρια κριτική, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανέφερε ότι η Ελλάδα «δεν πρόκειται ποτέ να συζητήσει ζητήματα κόκκινων γραμμών ή ζητήματα κυριαρχίας». Και πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη «όχι μόνο δεν πρόκειται ποτέ να απόσχει από τη διαχρονική αυτή λογική όλων των κυβερνήσεων», αλλά «αντιθέτως διεκδικεί».
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Άγκυρα εμφανίζεται δύσκαμπτη ως προς τις εναλλακτικές ημερομηνίες. Για την Αθήνα, εκτός ατζέντας είναι η 12η Φεβρουαρίου, ημέρα που ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, μετέχει στην άτυπη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ. Ως εκ τούτου, κατά τις ίδιες πηγές, θεωρείται πιθανή μια ημερομηνία πολύ κοντά είτε πριν από τη μετάβαση του πρωθυπουργού στη Σύνοδο είτε αμέσως μετά.
Το γεγονός ότι η ημερομηνία του έκτου ΑΣΣ αναβάλλεται από τον Ιανουάριο του 2025, σε συνδυασμό με την αιφνίδια ακύρωση της συνάντησης Μητσοτάκη-Ερντογάν τον περασμένο Σεπτέμβριο στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ κατόπιν τουρκικής υπαιτιότητας, σημαίνει ότι μια «έκπληξη» ποτέ δεν πρέπει να αποκλείεται.
Οπωσδήποτε, ο Τύπος στη γειτονική χώρα υπερθεμάτισε για την αντίδραση της Αθήνας στη NAVTEX της Άγκυρας, προβαίνοντας σε ερμηνείες και συμπεράσματα που εξυπηρετούν την τουρκική ρητορική. Ενδιαφέρον είχε η ανταπόκριση της «Hürriyet» από την Αθήνα, η οποία δίχως να προσδιορίσει τον τύπο των πηγών της ανέφερε ότι η Τουρκία με την πρόσφατη NAVTEX (όπως και αυτή του Σεπτεμβρίου) «αντί να επαναλαμβάνει κάθε φορά τις ευαισθησίες της για το Αιγαίο, ανακοίνωσε τις θέσεις της συνολικά». Το ρεπορτάζ συμπληρωνόταν με τη διατύπωση ότι οι NAVTEX θα «ισχύουν όσο παραμένουν άλυτα τα τουρκοελληνικά προβλήματα».
Εν τω μεταξύ, η δήλωση της Αμερικανίδας πρέσβεως, Κίμπερλι Γκιλφόιλ, για επίσκεψη του προέδρου Τραμπ στην Ελλάδα δημιούργησε ερωτήματα για την επιλογή του κατάλληλου χρόνου της προαναγγελίας αλλά και της επίσκεψης. Αλλωστε, η δημοσίως εκπεφρασμένη θέση Αθήνας και Αγκυρας είναι ότι δεν επιθυμούν τη διαμεσολάβηση τρίτου στη σχέση τους. Η φιλοξενία της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ τον προσεχή Ιούλιο από την Τουρκία θεωρείται ως ένας λογικός ορίζοντας για επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου στη χώρα μας πριν ή μετά τη Σύνοδο.
Ανεξαρτήτως της έλευσης ή όχι του Τραμπ, η Αθήνα παρακολουθεί στενά τις συχνά αντικρουόμενες δηλώσεις των Αμερικανών πρέσβεων σε Ιερουσαλήμ και Άγκυρα, Μάικ Χάκαμπι και Τομ Μπάρακ αντιστοίχως. Πρόσφατα, ο κ. Χάκαμπι υποστήριξε ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να αποκτήσει τα αμερικανικά μαχητικά F-35.
Ο κ. Μπάρακ, που συχνά εκφράζεται με γλώσσα που ομοιάζει σε Τούρκο αξιωματούχο, επέκρινε τη χρονοβόρα διαδικασία απόκτησης F-35 δίχως να είναι σαφής αν η Άγκυρα θα τα αποκτήσει. Εν συνεχεία καταδίκασε την ΕΕ, αποκαλώντας «τρέλα» ότι περιορίζεται η πρόσβαση της Τουρκίας σε προηγμένο στρατιωτικό εξοπλισμό, ενώ εξέφρασε την άποψη ότι το θέμα με τους S-400 θα επιλυθεί τους επόμενους τέσσερις έως έξι μήνες.
Τέλος, εκτίμησε ότι Ιερουσαλήμ και Άγκυρα θα αποκαταστήσουν άμεσα τη σχέση τους, ενώ χαρακτήρισε ως «απλώς ρητορική» τις σκληρές δηλώσεις που ανταλλάσσουν Νετανιάχου-Ερντογάν.



