Της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ
Τον Σεπτέμβρη ήταν τρία τα ζευγάρια. Τον Γενάρη έγιναν έξι. Τί γύρευαν τα αθλητικά παπούτσια, δεμένα ζευγαρωτά από τα κορδόνια τους, κρεμασμένα από το καλώδιο της ΔΕΗ, πάνω από τη σιδερένια πόρτα του σχολείου; Όποιος τα κρέμασε, σκαρφάλωσε στη μάντρα, πράγμα όχι πολύ εύκολο, και τα πέταξε με τρόπο κι ίσως πολλές φορές, μέχρι να καταφέρει να σκαλώσουν και να ισορροπήσουν. Είναι όλα ανδρικά και όχι για πέταμα. Το ένα ζευγάρι είναι κι ακριβής μάρκας. Να τα πέταξαν οι μαθητές απίθανο, αφού το σχολείο είναι δημοτικό. Τίποτα μαντραχαλαίοι, από αυτούς που βάφουν και ξαναβάφουν τους τοίχους του σχολείου με όλο και πιο σκοτεινά γκράφιτι, θα μπορούσε. Γιατί όμως; Αυτοί κοιτάνε αν ακουστεί τίποτα να το βάλουν στα πόδια και να προλάβουν να μαζέψουν τα σπρέι, που κοστίζουν, τα άτιμα, μια περιουσία. Να έχει κάποιος χιούμορ και να θέλει να καταγγείλει τον καταναλωτισμό και την εκμετάλλευση της νεολαίας από τις εταιρείες αθλητικών ειδών; Πολύ παρωχημένο. Να θέλει απλώς να βανδαλίσει τα δοχεία συλλογής μεταχειρισμένων ειδών, αλλά με στυλ ρε φίλε, και να πουν οι άλλοι της παρέας από κάτω: ω, ρε φίλε, πώς τό’ κανε αυτό!

Δεν είμαι στο μυαλό του ποιητή για να κατανοήσω τα κίνητρά του, αλλά η τύχη, να, μου πέταξε ένα στοιχείο. Τα παπούτσια σημαίνουν. Κάτι λένε δηλαδή. Όπως λέει κάτι ένα λουλούδι στο πέτο, ένα σημάδι από βέρα στο δάχτυλο, χωρίς τη βέρα κι ένα πένθος στο μανίκι. Σύμφωνα με τα πιτσιρίκια που τη βγάζουν στο κεφαλόσκαλο, σημαίνουν “εδώ πωλείται”. Στέκεσαι κάτω από τα παπούτσια και ο πωλητής με τα πωλητέα είδη του σε πλησιάζει. Οι τιμές είναι γνωστές σε όλα τα γυμνάσια-λύκεια της πόλης. Σ’ ένα μάλιστα, βρήκαν γραμμένο και τον τιμοκατάλογο με σπρέι, με καλές εκπτώσεις για τις μεγαλύτερες ποσότητες. Πάρε οικογενειακή συσκευασία, συμφέρει! Για το δημοτικό σχολείο που σας είπα, έχω μια απορία. Μέσα είναι τα πιτσιρίκια του δημοτικού. Απέναντι είναι εκκλησία. H γειτονιά γεροντοκρατείται. Το μπαστούνι με τις τρεις άκρες και το πι πάει σύννεφο. Εδώ βρήκαν; Βέβαια, παραδίπλα είναι η πηγή της κρέπας και της πίτσας με το κομμάτι. Και αρχαιολογικός χώρος για να μπει κανείς να κοιμηθεί ανενόχλητος. Υπάρχουν πλεονεκτήματα. Είναι, ας πούμε, παραβαρδάρια. Με τη σκοτεινή γοητεία της.
Αυτό που μου λένε οι φωνές των πιτσιρικιών, και το διασταύρωσα, σαν εκτός τόπου και χρόνου ντετέκτιβ, είναι ότι πια τα σημεία πώλησης είναι σούπα. Σε κάθε σχολείο έχει πεντέξι πωλητές. Τα σημεία που κρύβουν το εμπόρευμά τους τα ξέρουν όλοι. Σε κάτι θαμνάκια, πίσω από τίποτα πεταμένα ξύλα, σε στραβά ερμάρια παροπλισμένα που περιμένουν την ανακύκλωση. Είναι μια χαρά παιδιά κατά τα άλλα, γυρνάνε στα κλαμπ και κάνουν το γλέντι της ζωής τους χοροπηδώντας με τραπ, όπως κάθε ξύπνιο παιδί της ηλικίας τους. Ξεχωρίζουν για το επιχειρηματικό δαιμόνιο. Πουλάνε εισιτήρια στη μαύρη αγορά για συναυλίες και για χορούς σχολείων με ωραίες κοπέλες. Από τα ονόματα της τάξης που μου είπε η εσωτερική μου πληροφόρηση, το ένα το είχα ξανακούσει. Είναι ευκατάστατοι οι γονείς του και πολυάσχολοι. Με την αλαφιασμένη μάνα καθόμασταν μαζί μια φορά για να πάρουμε τους βαθμούς. Τους φωνάζουν κάθε τόσο για τα νταηλίκια που κάνει ο γιός τους. Να κλάψουν ή να χαρούν; Σύμφωνα με την εσωτερική μου πληροφόρηση, κανένας συμμαθητής δεν κατακρίνει τους επιχειρηματίες της τάξης τους. Ούτε καλό, ούτε κακό. Συμβαίνει. Δηλαδή, γιατί όχι; Δεν την βλέπουμε εμείς την εκμετάλλευση; Tουλάχιστον, αυτοί οι πεντέξι θα κάνουνε τα κέφια τους. Μερικές φορές, στους άλλους, τους απέξω, τους μπαίνει στο μυαλό να βάλουν χέρι στην κρυψώνα. Αλλά, αυτή είναι η διαφορά του τολμηρού επιχειρηματία από την κότα. Φοβούνται τί θα γίνει μετά.
Φωτογραφίες 1 και 2: Ήταν τρία, γίναν έξι.


