Επιστολή στον υπουργό Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνο Πλεύρη απέστειλε ο Ομότιμος Καθηγητής Ιστορίας Κωνσταντίνος Φωτιάδης με αφορμή την υπόθεση του Γιάννη Βασίλη Γιαϊλαλί, του οποίου η αίτηση ασύλου, όπως σας ενημέρωσε το Geopolitico.gr, απορρίφθηκε και αντιμετωπίζει την απέλαση στην Τουρκία, όπου κινδυνεύει η ζωή του. Είναι μια υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα της ιστορικής μνήμης, της εθνικής ευθύνης και της ηθικής συνέπειας της ελληνικής Πολιτείας.
Πρόκειται για έναν άνθρωπο που γεννήθηκε ως Ιμπραήμ Γιαϊλαλί στην Τουρκία, αλλά μέσα από προσωπική αναζήτηση, έρευνα σε αρχεία και μαρτυρίες, αποκάλυψε τις ποντιακές ελληνικές του ρίζες. Βαπτίστηκε Ορθόδοξος χριστιανός στην Ελλάδα, βρήκε συγγενείς, εγκαταστάθηκε και έζησε ειρηνικά τα τελευταία χρόνια στη χώρα που θεωρεί πατρίδα του. Την ίδια στιγμή, στην Τουρκία βαραίνουν εις βάρος του πολλαπλές διώξεις, κατηγορίες και εντάλματα σύλληψης, συνδεδεμένα με τη δημόσια στάση του υπέρ της αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, τη δράση του στα ανθρώπινα δικαιώματα και την καταγγελία αυθαιρεσιών του τουρκικού κράτους.
Η απόφαση απέλασής του προκαλεί εύλογα ερωτήματα: Πώς αξιολογείται η έννοια της «εθνικής ασφάλειας» όταν αφορά έναν άνθρωπο που δηλώνει Έλληνας στην καταγωγή και συνείδηση, και ο οποίος έχει υποστεί διώξεις, βασανιστήρια και καταδίκες για τη δημόσια έκφραση των απόψεών του; Ποια είναι η στάση της Ελλάδας απέναντι σε απογόνους βίαια εξισλαμισμένων Ελλήνων, οι οποίοι επιλέγουν να επανασυνδεθούν με την ιστορική τους ταυτότητα;
Η επιστολή του Ομότιμου Καθηγητή Ιστορίας Κωνσταντίνου Φωτιάδη προς τον Υπουργό Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνο Πλεύρη, δεν περιορίζεται σε μία νομική ένσταση. Αποτελεί δημόσια παρέμβαση με ιστορικό, ηθικό και πολιτικό βάρος. Θέτει το ζήτημα της εφαρμογής των διεθνών δεσμεύσεων της χώρας, της ευθύνης απέναντι στους απογόνους των εξισλαμισμένων Ελλήνων της Μικράς Ασίας και του Πόντου και της ανάγκης να μην καταστεί η Ελλάδα μέρος μιας απόφασης που ενδέχεται να οδηγήσει έναν διωκόμενο άνθρωπο σε σοβαρό κίνδυνο.
Ακολουθεί η ανοιχτή επιστολή του Καθηγητή Κωνσταντίνου Φωτιάδη, καθώς και το βιογραφικό σημείωμα του Γιάννη Βασίλη Γιαϊλαλί, όπως το κατέγραψε ο στρατηγός ε.α. Λάζαρος Καμπουρίδης, τα οποία παρατίθενται για την πλήρη ενημέρωση του κοινού.
Θεσσαλονίκη 11 Φεβρουαρίου 2026
ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΚΕ.ΠΟ.ΜΕ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΣΥΛΟΥ
Κύριε Υπουργέ, Ο Γιάννης-Βασίλης Γιαϊλαλή είναι ΓΝΗΣΙΟΣ Έλληνας ποντιακής καταγωγής με τεκμηριωμένα ντοκουμέντα. Βρήκε τους συγγενείς του στην Ελλάδα. Βαπτίστηκε ορθόδοξος χριστιανός στην Καλαμαριά. Η Πολιτεία θα έπρεπε να αναλάβει την οικονομική και στεγαστική αποκατάσταση του με βάση τη Συνθήκη της Λοζάνης, γιατί είναι ένα από τα δεκάδες χιλιάδες προσφυγόπουλα, που δεν μπόρεσαν να έρθουν στην Ελλάδα. Ο Υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου ας διαβάσει το βιβλίο του Μερτ Καγιά: Ο Εξισλαμισμός των Ελλήνων της Μικράς Ασίας την Περίοδο 1919-1925, από τις εκδόσεις Κυριακίδη, και να αλλάξει την απόφαση απέλασης, για να μη γίνει συμμέτοχος και συνένοχος σε μία δολοφονία ενός, όχι απλά αθώου πολίτη, αλλά ενός μεγάλου Έλληνα αγωνιστή, που αποκαλύπτει, με την προσωπική του τραυματική ζωή, το αληθινό πρόσωπο της στρατοκρατικής Τουρκίας. Οι ποντιακές οργανώσεις ας αποδείξουν το βαθύτερο λόγο της ύπαρξης τους. Προσφέρομαι, ως Πρόεδρος του ΚΕ.ΠΟ.ΜΕ, μαζί με τον εξαίρετο στρατηγό Λάζαρο Καμπουρίδη να αποδείξουμε με ντοκουμέντα ότι είναι απόγονος βίαια εξισλαμισμένης ελληνικής οικογένειας.
Παραθέτω το σύντομο βιογραφικό κείμενο του Γιαϊλαλή, που δημοσίευσε ο τουρκολόγος στρατηγός κ. Λάζαρος Καμπουρίδης, με το οποίο συμφωνώ απόλυτα.
Κωνσταντίνος Φωτιάδης, Ομότιμος καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. www.pontos–genoktonia.gr και hellenicponticmrc.gr 6977629094
ΛΑΖΑΡΟΣ ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΗΣ
Ο Γιάννης Βασίλης Γιαϊλαλί, γεννημένος ως Ιμπραήμ Γιαϊλαλί σε τουρκική μουσουλμανική οικογένεια, αλλά ανακάλυψε τις ποντιακές ελληνικές του ρίζες, έλαβε τη ΔΕΥΤΕΡΗ εντολή απέλασής του από το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου.
Το Υπουργείο αναφέρει ότι η αίτηση ασύλου του απορρίφθηκε λόγω κατηγοριών ότι διέπραξε εγκλήματα πολέμου και, γελοία, ότι ΔΕΝ αντιμετωπίζει διώξεις στην Τουρκία, παρόλο που υπάρχουν ΔΕΚΑΤΡΙΕΣ ενεργές υποθέσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί εντάλματα σύλληψης εναντίον του – σχετικά με αναγνώριση γενοκτονίας, προσβολή του Ατατούρκ και κατηγορίες ότι είναι μέλος του αυτονομιστικού Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK).
Αυτός κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής στρατιωτικής του θητείας, πολέμησε το ΡΚΚ το 1994. Τραυματίστηκε στο πόδι και αιχμαλωτίστηκε. Όταν η οικογένειά του ζήτησε κυβερνητική βοήθεια για την απελευθέρωσή του, αυτή απορρίφθηκε επειδή πίστευαν ότι είχε γίνει προδότης λόγω της ελληνικής καταγωγής του, και έτσι έμαθαν στην πραγματικότητα ότι ήταν τουρκοποιημένοι Έλληνες, καθώς μόνο ο στρατός είχε τέτοια αρχεία!
Σε συνέντευξή του στο Siyasi Haber, είπε: «Μάθαμε ότι το όνομα του πατέρα του παππού μου ήταν Κωνσταντίνος. Το χωριό τους βρίσκεται στην Μπάφρα. Τα κρατικά αρχεία αναφέρουν επίσης ότι το κράτος επιτέθηκε και σκότωσε τους Έλληνες εκεί. Ο Κωνσταντίνος δολοφονήθηκε επίσης, και ο παππούς μου, που ήταν 3 ετών τότε, δόθηκε σε μια τουρκική οικογένεια αντί για ένα ελληνικό ορφανοτροφείο».
Καταθέτει μαρτυρία για το πώς ο τουρκικός στρατός έκαψε κουρδικά χωριά και βασάνισε πολλούς που αρνήθηκαν να ενταχθούν σε πολιτοφυλακές κατά του ΡΚΚ. Θυμάται επίσης διαμελισμούς νεκρών ανταρτών του ΡΚΚ. Η ομάδα του ήταν ειδικά υπεύθυνη για την σάρωση κουρδικών χωριών, ενώ ήταν κυρίως επαγγελματίες στρατιώτες που τα πυρπόλησαν. Δεν διέπραξε καμία από αυτές τις πράξεις.
Το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου αντ’ αυτού χρησιμοποίησε την προσπάθειά του να αποκαλύψει τις φρικαλεότητες του τουρκικού στρατού ως αυτόπτης μάρτυρας για να τον κατηγορήσει ως εγκληματία πολέμου και να απορρίψει το άσυλο του.
Μετά από 6 μήνες στρατιωτικής θητείας, πυροβολήθηκε στο πόδι και έπεσε από ύψος 30 μέτρων κατά τη διάρκεια μιας μάχης στην περιοχή του Σιρνάκ. Το PKK συνέλαβε τον Γιάννη και τον περιέθαλψε μέχρι να αναρρώσει. Απελευθέρωσαν τον εγγονό ενός επιζώντος της Γενοκτονίας των Ελλήνων (1913-23) μετά από περίπου δυόμισι χρόνια κράτησης.
Ωστόσο, αμέσως μετά την απελευθέρωσή του, ο Γιάννης οδηγήθηκε στην Υπηρεσία Πληροφοριών της Στρατιωτικής Χωροφυλακής και υποβλήθηκε σε ανακρίσεις, ψυχολογική πίεση και βασανιστήρια. Κατηγορήθηκε για συμμετοχή στο PKK, λιποταξία και αργότερα ένταξη σε «τρομοκρατική οργάνωση» λόγω της καταγγελίας του στον διεθνή τύπο για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τον τουρκικό στρατό, όπως η πυρπόληση κουρδικών χωριών. Τελικά αθωώθηκε από τις κατηγορίες, αλλά η δικαστική διαδικασία διήρκεσε μέχρι το 2001.
Το 2005, μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη και έγινε αντιρρησίας συνείδησης, εντασσόμενος στην Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και συμμετέχοντας σε διαδηλώσεις αλληλεγγύης με τους Κούρδους. Στη συνέχεια, το 2010, φυλακίστηκε για ένα χρόνο για διάδοση «τρομοκρατικής προπαγάνδας». Η υπόθεση παραπέμφθηκε επίσης στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο αποφάνθηκε υπέρ του Γιάννη και διέταξε την καταβολή αποζημίωσης.
Ο Γιάννης συνελήφθη ξανά στις 22 Απριλίου 2017, αυτή τη φορά επειδή τίμησε διαδικτυακά τις γενοκτονίες των Ελλήνων και των Αρμενίων, με τρεις κατηγορίες εναντίον του. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση 1 έτους και 3 μηνών.
Ο Γιάννης τελικά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Τουρκία στις 28 Ιανουαρίου 2019, αφού κατηγορήθηκε για «διεθνή κατασκοπεία». Η Τουρκία πιστεύει ότι είναι Έλληνας κατάσκοπος. Ο Γιάννης πιστεύει ότι αυτή η κατηγορία βασίστηκε σε δηλώσεις του στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης και σε δημόσιες αναρτήσεις του που υποστήριζαν την Ελλάδα. Ένα παράδειγμα ήταν η πρότασή του να κλείσει το σπίτι του Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη, σε απάντηση στον εξισλαμισμό της Αγίας Σοφίας.
Παρ’ όλα αυτά, κατέληξε στην Ελλάδα, μια χώρα που θα έπρεπε να είναι το σπίτι και η φιλόξενη για όλους τους Έλληνες, ακόμα και για εκείνους που γεννήθηκαν πιστεύοντας ψευδώς ότι ήταν Τούρκοι. Ο Γιάννης ζει ειρηνικά στην Ελλάδα από το 2019. Πέρασε μόνο 6 μήνες στον τουρκικό στρατό στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και έκτοτε έχει αφιερώσει δεκαετίες στον ειρηνευτικό ακτιβισμό και τον ανθρωπισμό.
Θα έπρεπε να είναι ασφαλής στην Ελλάδα, όχι να τον πετάξουν πίσω στους λύκους στην Τουρκία, οι οποίοι αναμφίβολα θα τον ρίξουν σε μπουντρούμι.
Λύστε αυτό το ζήτημα, κύριε Πλεύρη.


