πηγή: Εφημερίδα “Θεσσαλονίκη”
Του Παντελή Σαββίδη
Σε μια αναμενόμενη κίνηση, λόγω της παντελούς έλλειψης αλληλεγγύης η Ευρώπη, ουσιαστικά, με συμμετοχή και της Βρετανίας, ενισχύει την Τουρκία με μαχητικά αεροπλάνα Eurofighter Typhoon τα οποία θα φέρουν και πυραύλους meteor.
Το γεγονός ισορροπεί την ελληνική υπεροχή στον αέρα μετά την αγορά των Raphale. Κρίσιμη παράμετρο θα αποτελέσουν τα F-35.
Η Τουρκία, κινούμενη μεθοδικά στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο, έχει καταφέρει τα τελευταία χρόνια να οικοδομήσει ένα πλέγμα επιρροής που υπερβαίνει τα όρια της κλασικής εξωτερικής πολιτικής. Με επενδύσεις, στρατιωτικές συμφωνίες, θρησκευτική διπλωματία και ενεργειακές συνεργασίες, η Άγκυρα οικοδομεί μια νέα περιφερειακή πραγματικότητα — μια πραγματικότητα στην οποία η Ελλάδα βρίσκεται όλο και πιο συχνά σε θέση άμυνας. Το παράδοξο είναι ότι, ενώ η τουρκική παρουσία εντείνεται και συχνά αμφισβητεί ευρωπαϊκές αρχές και σύνορα, οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι εταίροι επιλέγουν να την ενισχύουν με μαχητικά αεροσκάφη, επενδυτικά προγράμματα και διπλωματικά ανοίγματα.

Η Άγκυρα έχει μετατρέψει τα Βαλκάνια σε κομβικό πεδίο του νεοοθωμανικού της οράματος. Στις πρωτεύουσες των Δυτικών Βαλκανίων — Τίρανα, Σκόπια, Πρίστινα, Σαράγεβο — η τουρκική επιρροή είναι πλέον εμφανής. Οι συμφωνίες αμυντικής συνεργασίας που υπέγραψε η Τουρκία με την Αλβανία, τη Βόρεια Μακεδονία και το Κόσοβο δεν είναι τυπικές: προβλέπουν κοινές ασκήσεις, ανταλλαγή τεχνογνωσίας και πρόσβαση σε τουρκικά οπλικά συστήματα. Παράλληλα, η Άγκυρα αναλαμβάνει έργα υποδομής, ενισχύει τις εμπορικές της σχέσεις και επεκτείνει την επιρροή της μέσα από την TİKA, την κρατική υπηρεσία διεθνούς συνεργασίας που χρηματοδοτεί αναστηλώσεις τζαμιών και πολιτιστικά προγράμματα.
Στόχος δεν είναι μόνο η οικονομική διείσδυση αλλά η γεωπολιτική θωράκιση: να διαμορφωθεί ένα φιλικό περιβάλλον κρατών γύρω από την Ελλάδα, τη Σερβία και τη Βουλγαρία, όπου η Τουρκία θα εμφανίζεται ως φυσικός προστάτης των μουσουλμανικών κοινοτήτων και μεσολαβητής μεταξύ Βρυξελλών και Βαλκανίων. Πρόκειται για μια πολιτική «ήπιας περικύκλωσης», που συνδυάζει την οικονομική εξάρτηση με τη θρησκευτική ταυτότητα και τη στρατιωτική συνεργασία.
Η τελευταία Σύνοδος των Δυτικών Βαλκανίων, υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υποσχέθηκε επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ για να επιταχυνθεί η ευρωπαϊκή πορεία των χωρών της περιοχής. Η ΕΕ θέλει να κρατήσει τις χώρες αυτές «μέσα στη δυτική τροχιά», αλλά αποφεύγει να αντιμετωπίσει το προφανές: η Τουρκία έχει ήδη αποκτήσει ισχυρό έρεισμα εκεί. Παρότι δεν συμμετείχε θεσμικά στη Σύνοδο, η Άγκυρα βρίσκεται παντού παρούσα — στις υποδομές, στα αεροδρόμια, στην ενέργεια, στα μέσα ενημέρωσης.
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή είναι διπλή: από τη μία, η ευρωπαϊκή στροφή των Βαλκανίων μειώνει τα περιθώρια τουρκικής επιρροής· από την άλλη, η απροθυμία της ΕΕ να θέσει όρια στην τουρκική δράση, αφήνει χώρο για «παράλληλες επιρροές». Το αποτέλεσμα είναι η Ένωση να υπόσχεται ευρωπαϊκή προοπτική στα Βαλκάνια, αλλά και να ανέχεται την τουρκική «σκιά» ως τίμημα.
Ενώ τα Βαλκάνια λειτουργούν ως βόρειος άξονας της τουρκικής στρατηγικής, η Ανατολική Μεσόγειος παραμένει το νότιο μέτωπο. Η Άγκυρα συνεχίζει να αμφισβητεί τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και να διεκδικεί ρόλο ρυθμιστή στα ενεργειακά σχήματα της περιοχής.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία εμφανίζεται στη διεθνή σκηνή ως διαμεσολαβητής: διατηρεί δίαυλο με τη Μόσχα και το Κίεβο, παρεμβαίνει στη Συρία και διεκδικεί σημαίνοντα ρόλο στη Γάζα. Αυτή η διττή ταυτότητα — επιθετική περιφερειακά αλλά χρήσιμη για τη Δύση — της εξασφαλίζει πολιτική ανοχή. Και αυτή η ανοχή φαίνεται να αποδίδει.
Οι πρόσφατες επισκέψεις του Γερμανού Καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς και του Βρετανού Πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ στην Άγκυρα αποτυπώνουν με σαφήνεια τη νέα ευρωπαϊκή στάση: πραγματισμός έναντι αρχών. Ο Μερτς, στο πρώτο του ταξίδι στην Τουρκία, συζήτησε όχι μόνο τα μεταναστευτικά και ενεργειακά ζητήματα, αλλά και την πρόθεση της Γερμανίας να εγκρίνει την πώληση μαχητικών Eurofighter Typhoon στην Τουρκία. Σύμφωνα με διαρροές από το Βερολίνο, η Άγκυρα φέρεται να έδωσε «διαβεβαιώσεις» ότι δεν θα χρησιμοποιήσει τα ευρωπαϊκά αεροσκάφη εναντίον της Ελλάδας — μια υπόσχεση που μοιάζει περισσότερο με διπλωματική ειρωνεία παρά με εγγύηση ασφάλειας.
Η στάση αυτή της Γερμανίας, που υποβαθμίζει τα ζητήματα δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δείχνει πως η Ευρώπη αντιμετωπίζει την Τουρκία περισσότερο ως αναγκαίο κακό παρά ως εταίρο που πρέπει να πειθαρχήσει σε κανόνες. Αντί να ασκεί πίεση για τον σεβασμό του κράτους δικαίου, προκρίνει τη συνεργασία στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας — ιδίως στο πλαίσιο του προγράμματος SAFE, το οποίο προβλέπει χρηματοδότηση ύψους 150 δισ. ευρώ για την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι αυτονόητο: πώς μπορεί η ΕΕ να εντάσσει την Τουρκία σε προγράμματα ασφαλείας, τη στιγμή που η ίδια κατέχει ευρωπαϊκό έδαφος και απειλεί κράτος-μέλος της;

Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο Κιρ Στάρμερ, ο οποίος, με τα μηνύματά του από την Άγκυρα, μίλησε για «στρατηγική συνεργασία με την Τουρκία» και «σεβασμό στον ρόλο της ως περιφερειακής δύναμης». Η Βρετανία, μετά το Brexit, αναζητεί διόδους πολιτικής και οικονομικής επιρροής εκτός ΕΕ, και η Τουρκία προσφέρει μια τέτοια δυνατότητα. Η επίσκεψη Στάρμερ, αν και περισσότερο συμβολική, ενίσχυσε την εικόνα της Άγκυρας ως συνομιλητή του ευρωπαϊκού κόσμου — την ώρα που η ίδια αμφισβητεί στην πράξη το ευρωπαϊκό status quo.
Για την Ελλάδα, αυτή η γεωπολιτική ρευστότητα αναδεικνύει την ανάγκη να αποκτήσει ενιαία στρατηγική προβολής ισχύος. Οι βαλκανικές πρωτοβουλίες της ΕΕ δεν μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς ελληνική συμμετοχή, ενώ η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο περνάει αναγκαστικά μέσα από το EastMed Forum. Η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίζεται, απλώς, στις ευρωπαϊκές ανησυχίες.
Η τουρκική στρατηγική αποδίδει γιατί βασίζεται σε κινητικότητα και συνέπεια. Αντιθέτως, η Ευρώπη επιλέγει την αδράνεια, εγκλωβισμένη στη γεωπολιτική της αμηχανία. Από τα Βαλκάνια μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο, η Άγκυρα κινείται με ενιαίο σχέδιο, ενώ οι Ευρωπαίοι απαντούν με αποσπασματικές πρωτοβουλίες και αντιφατικά μηνύματα.
Η πώληση Eurofighter και η συζήτηση για ένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα SAFE συμβολίζουν ακριβώς αυτό το ευρωπαϊκό παράδοξο: να επιβραβεύεις εκείνον που σε αμφισβητεί, ελπίζοντας ότι έτσι θα τον συγκρατήσεις. Αν η Ευρώπη συνεχίσει να συγχέει τη στρατηγική με τη διαχείριση, τότε η Τουρκία δεν θα χρειαστεί να κατακτήσει τίποτα – θα της το παραχωρήσει η ευρωπαϊκή αφέλεια.


