του Ελευθέριου Τζιόλα, πρώην Υπουργού
Αρετή, όπως αυτή ορίζεται από τον Αριστοτέλη είναι το βαθύτερο προσδιοριστικό, χαρακτηριολογικό στοιχείο για τον Πολίτη-Άνθρωπο μιας ευνομούμενης πολιτείας, μιας κοινωνίας αξιών, ευδαιμονίας και προκοπής.
Γράφει ο Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια: «…ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετὴ ἕξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρὸς ἡμᾶς, ὡρισμένῃ λόγῳ καὶ ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν. μεσότης δὲ δύο κακιῶν, τῆς μὲν καθ᾽ ὑπερβολὴν τῆς δὲ κατ᾽ ἔλλειψιν· καὶ ἔτι τῷ τὰς μὲν ἐλλείπειν τὰς δ᾽ ὑπερβάλλειν τοῦ δέοντος ἔν τε τοῖς πάθεσι καὶ ἐν ταῖς πράξεσι, τὴν δ᾽ ἀρετὴν τὸ μέσον καὶ εὑρίσκειν καὶ αἱρεῖσθαι. διὸ κατὰ μὲν τὴν οὐσίαν καὶ τὸν λόγον τὸν τὸ τί ἦν εἶναι λέγοντα μεσότης ἐστὶν ἡ ἀρετή, κατὰ δὲ τὸ ἄριστον καὶ τὸ εὖ ἀκρότης.». Το οποίο όταν το αποδώσουμε στα νέα ελληνικά -σημειώνω να ‘’το αποδώσουμε’’, όχι να το μεταφράσουμε, αφού η Ελληνική Γλώσσα είναι μέσα στους αιώνες ενιαία, λέει:
«Η αρετή, λοιπόν, είναι μια σταθερή στάση, που προϋποθέτει συνειδητή επιλογή, και βρίσκεται σε ένα μέσο σε σχέση με τον άνθρωπο και τις περιστάσεις, καθορισμένο από τον λόγο, δηλαδή όπως θα το όριζε ένας άνθρωπος με φρόνηση.
Αυτό το μέσον είναι ανάμεσα σε δύο κακίες: η μία είναι υπερβολή και η άλλη έλλειψη. Επιπλέον, οι κακίες έγκεινται στο ότι υπερβαίνουν ή υπολείπονται του πρέποντος, είτε στα συναισθήματα είτε στις πράξεις· ενώ η αρετή έγκειται στο να βρίσκει κανείς και να επιλέγει το μέσον.
Γι’ αυτό και, από την άποψη της ουσίας και του ορισμού που περιγράφει την ουσία της, η αρετή είναι μεσότητα· από την άποψη όμως του άριστου και του αγαθού, είναι ακρότητα.»
Έχει σημασία να διευκρινίσουμε ότι με βάση αυτό το χωρίο έχουν συμβεί και συμβαίνουν απίθανες παραπλανήσεις και παρανοήσεις, με σοβαρότερη τη λαθροχειρία που πρεσβεύει ότι ο δάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, εισηγείται με την έννοια της ‘’μεσότητας’’ το πολιτικό κέντρο στην σύγχρονη κομματική χωροταξία!
Αν είναι δυνατόν!… Τι άλλο μπορούμε να ακούσουμε από τους οπορτουνιστές, που επιθυμούν -σώνει και καλά- να δικαιολογήσουν τον καιροσκοπισμό τους (και τις σχετικές επιλογές τους) ποδοπατώντας και τον Αριστοτέλη!
Ας μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα, στο πνεύμα του πληρέστερου φιλοσόφου των αιώνων, όπως αποκαλούσε τον Αριστοτέλη, ο Μαρξ (*). Η Αρετή, λοιπόν, αποτελεί σταθερή ενσυνείδητη στάση, έμπρακτη επαναλαμβανόμενη κατάσταση που δείχνει ηθική ανωτερότητα και ωριμότητα. Η μεσότητα, ως πυρήνας της ηθικής -κατά τον Αριστοτέλη- δεν αποτελεί το μαθηματικό ή γεωμετρικό μέσον, ούτε τον μέσο όρο, ούτε και προσδιορίζεται -ως ‘’μέσον’’- κατά το δοκούν, αυθαιρέτως. Την καθορίζει η φρόνησις, δηλαδή η σοφία του ανθρώπου της κάθε φορά ιστορικής περιόδου (μεταξύ της υπερβολής, -του υπερβάλλοντος εν σχέσει με το αναγκαίο και δυνατό, και της έλλειψης -του ελλείμματος εν σχέσει με το αναγκαίο και το δυνατό). Ο φρόνιμος άνθρωπος (ο άνθρωπος της φρονήσεως) δεν είναι ο συμβιβασμένος άνθρωπος, δεν είναι το «τακτοποιημένο, φιλήσυχο άτομο». Αλλά εκείνος που διακρίνεται από ήθος και μπορεί να αναλύσει και να σταθμίσει καταστάσεις, να σχεδιάσει και να πράξει ορθά με γνώμονα το συλλογικό καλό και το αύριο. Η κατακλείδα, όμως, αυτού του χωρίου είναι αυτή που έχουν διαγράψει όλοι -μα όλοι!- οι καιροσκόποι. Επί λέξει, γράφει ο Αριστοτέλης: «Από την άποψη της ουσίας και του ορισμού που περιγράφει την ουσία της, η αρετή είναι μεσότητα· από την άποψη όμως του άριστου και του αγαθού, είναι ακρότητα»!
Ας μην πω περισσότερα. Ακούστε μόνο τον Αντώνιο τον Μέγα, μελετητή και συνεχιστή-παρά τα αντιθέτως εννοούμενα- της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη, έναν από τους πρώτους Πατέρες της Εκκλησίας, θεμελιωτή του Μοναχισμού, από το έργο του «Περί Αρετής», να διευκρινίζει με τόση καθαρότητα: «Tῆς τελείας ἀρετῆς εἴδη ἐστὶ τέσσαρα· ἓν μὲν φρόνησις͵ ἓν δὲ δικαιοσύνη͵ ἄλλο δ΄ ἀνδρεία͵ τέταρτον σωφροσύνη. τούτων ἡ μὲν φρόνησις αἰτία τοῦ πράττειν ὀρθῶς τὰ πράγματα· ἡ δὲ δικαιοσύνη τοῦ ἐν ταῖς κοινωνίαις καὶ τοῖς συναλλάγμασι δικαιοπραγεῖν· ἡ δὲ ἀνδρεία τοῦ ἐν τοῖς κινδύνοις καὶ φοβεροῖς μὴ ἐξίστασθαι τρεῖν ( =να μην το βάζει στα πόδια, να μην πανικοβάλλεται)͵ ἀλλὰ μένειν· ἡ δὲ σωφροσύνη τοῦ κρατεῖν τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ ὑπὸ μηδεμιᾶς ἡδονῆς δουλοῦσθαι͵ ἀλλὰ κοσμίως ζῆν. τῆς ἀρετῆς ἄρα τὸ μέν ἐστι φρόνησις͵ ἄλλο δικαιοσύνη͵ τρίτον ἀνδρεία͵ τέταρτον σωφροσύνη.»!
…………………………………………………………………
(*) Αναφέροντας παραπάνω τον Μαρξ σχετικά με τον Αριστοτέλη, χωρίς να μπω σε περισσότερα, επί του παρόντος, ζητήματα θα ήθελα να σημειώσω τα παρακάτω (άγνωστα εν πολλοίς -τόσο διότι, πλέον, όλο και λιγότεροι άνθρωποι διαβάζουν και σχετίζονται με τον Μαρξ και τον μαρξισμό αλλά και τον Αριστοτέλη, αλλά και διότι η αναφορά του Μαρξ στο συγκεκριμένο είναι καίρια).
Όπως έχω σημειώσει ο Μαρξ θεωρούσε τον Αριστοτέλη ως τον πιο πλήρη φιλόσοφο. Είχαν κοινή τη σύλληψη της αντικειμενικής αντιστοιχίας της έννοιας, στο κέντρο της οποίας βρίσκεται η ιδέα της Επιστήμης. Ο Μαρξ μάλιστα ανατρέχει στον Αριστοτέλη, όταν αναλύει τη μορφή της αξίας του εμπορεύματος «σ’ ένα οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα», όταν ο Αριστοτέλης επ΄αυτού γράφει: «κλίναι πέντε ἀντί οἰκίας» και του αναγνωρίζει ότι παρατήρησε τη διαφορά ανάμεσα στην αξία χρήσης και την ανταλλακτική αξία. Παρότι ο Μαρξ θεωρούσε ότι η ύπαρξη του δουλοκτητικού συστήματος εμπόδιζε τον Αριστοτέλη να «δει» την ανθρώπινη εργασία (όπως αυτή υφίσταται κατά την βιομηχανική-καπιταλιστική εποχή), εν τούτοις ο Αριστοτέλης συνειδητοποίησε με σαφήνεια το ρόλο της εργασίας στην ανταλλαγή πραγμάτων και στη ζωή της κοινωνίας, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιεί τις έννοιες δυνάμει και ἒργῳ σε σχέση με την εργατική δύναμη. Στην αρχαιότητα και ειδικότερα στον Αριστοτέλη ο δούλος ορίζεται ως πρακτικόν όργανον παραγωγής. Επίσης, αν και Αριστοτέλης και ο Μαρξ χρησιμοποιούν τον ίδιο όρο πράξις και praxis (είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μαρξ χρησιμοποιεί αυτόν τον ελληνικό όρο), υπάρχει στις δεδομένες ιστορικο-κοινωνικές συνθήκες μια διαφοροποίηση. Ο μεν πρώτος θεωρεί ότι ο ουσιαστικός προορισμός της πράξης είναι να υπηρετεί συνειδητούς σκοπούς, ενώ ο δεύτερος όταν αναφέρεται στην καπιταλιστική κοινωνία εννοεί την αλλοτριωμένη πράξη, θέτοντας ως αναγκαία την απελευθέρωση και το νέο δημιουργικό της μέλλον μέσω της επαναστατικής πράξης. Αρνούμενοι, πάντως, και οι δύο μια απλώς (τρέχουσα) λειτουργική θεώρηση της πράξης. Εννοώντας ότι αυτή (η πράξις) πρέπει να προσδιορίζεται από/με ορθολογικά κριτήρια και να αίρεται στο επίπεδο στόχων ανθρωπισμού.
Τι καλά θα ήταν να διαβάζαμε στο άρθρο αυτό μόνο ο,τιδήποτε για τον μοναδικό φίλο της σοφίας (σοφοί κατά τον Πυθαγόρα ήταν μόνο οι Θεοί) Αριστοτέλη , Χαλκιδικιώτη (από τα Στάγειρα) ;.
Η ”εμπλοκή” του Μαρξ , -που μαζί με τον προηγηθέντα αυτού Έγκελς- ήταν απλώς σχολιαστές της φιλοσοφίας -του Μαρξ -που καθιέρωσε το σφυοδρέπανο , το οποίο ο απάνθωπος Λένιν το μετέτρεψε σε επαναστατικό λάβαρο για να υποτάξει με φονική βία τις πολλές ”λαότητες” της Ρωσίας και της Ανατολικής Ευρώπης επί 70 και 45 χρόνια αντιστοίχως- είναι παράταιρα και τολμώ να γράψω ύβρις για τον Αριστοτέλη μας , που και ”ενεφύσησε” την ιδέα του οικουμενικού ελληνισμού στον μαθητή του Μέγα Αλέξανδρο και μας έμαθε να απορρίπτουμε στην προσωπική και την κοινωνική μας ζωή ακρότητες , η μεγαλύτερη των οποίων ήταν ο Λενινισμός-Κομμουνισμός ,που ”εργαλειοποίησε” τον Μαρξισμό ,χωρίς να τον καταγγείλουν οι απλοί -έστω- αναγνώστες του Μαρξ , ο οποίος επιπλέον δίδαξε και το πρωτοφανές ”η θρησκεία είναι το όπιον του λαού”.
ΣΤΟ ΑΠΩΤΕΡΟ ΑΡΧΕΙΟ ΛΟΙΠΟΝ Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ, ΟΤΑΝ ΜΑΛΙΣΤΑ ΕΧΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟΥΣ ΕΡΜΗΝΕΥΤΕΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥΣ .
ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΙ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ .
Ας τοι πιστέψουμε.
Σταύρος Αθαν.Ναλμπάντης