Του Παντελή Σαββίδη
Την Κυριακή που πέρασε, ένα σοβαρό τεχνικό πρόβλημα «πάγωσε» τον ελληνικό εναέριο χώρο: η επικοινωνία μεταξύ πιλότων και ελεγκτών στο FIR Αθηνών παρουσίασε εκτεταμένη δυσλειτουργία, με αποτέλεσμα να διακοπεί η διαχείριση πτήσεων σε όλη τη χώρα — με τις πτήσεις να καθηλώνονται, τα αεροδρόμια να λειτουργούν αλλά χωρίς δυνατότητα διεξαγωγής πτήσεων και την πολιτική αεροναυτιλία να εισέρχεται σε κρίση. Το περιστατικό έφερε στην επιφάνεια ένα δομικό πρόβλημα που δεν είναι απλώς τεχνικό, αλλά θέτει θεμελιώδη ζητήματα εθνικής ασφάλειας και σχεδιασμού υποδομών στην Ελλάδα.
Η φύση της βλάβης, σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, δεν αφορούσε τα ραντάρ, τα οποία συνέχισαν να λειτουργούν. Η δυσλειτουργία προέκυψε από «θόρυβο» που επηρέασε εκτεταμένα τις ραδιοσυχνότητες και τις τηλεφωνικές γραμμές με τις οποίες συνδέονται πιλότοι και ελεγκτές στον κεντρικό κόμβο του FIR. Πιθανότατα προβλήματα υπήρξαν σε υποδομές που περνούν μέσω δικτύων του πρώην ΟΤΕ (τώρα Deutsche Telekom), γεγονός που δείχνει ότι ο πανελλαδικός χαρακτήρας του FIR Αθηνών είναι ευάλωτος σε αστοχίες που ξεφεύγουν από τον άμεσο σχεδιασμό και έλεγχο της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ).

Η σοβαρότητα του περιστατικού δεν έγκειται αποκλειστικά στη συγκεκριμένη βλάβη. Ο πραγματικός προβληματισμός που αναδεικνύεται είναι ότι μια ενιαία βλάβη στο κεντρικό σύστημα μπόρεσε να παραλύσει ολόκληρο τον ελληνικό εναέριο χώρο— κάτι που, σε μια τεχνολογικά ώριμη και ασφαλή υποδομή, θα έπρεπε να αποφεύγεται με κάθε κόστος.
Αυτό γίνεται πιο κατανοητό αν αναλογιστούμε τι σημαίνει FIR (Flight Information Region): δεν είναι απλώς ένα τεχνικό σύστημα, αλλά η «ομπρέλα» κάτω από την οποία λειτουργούν οι πτήσεις πολιτικών και στρατιωτικών αεροσκαφών, υπηρεσίες αεροναυτιλίας, ασφάλειας πτήσεων και, ευρύτερα, η διαχείριση του εναέριου χώρου σε τόσο κρίσιμες παραμέτρους όπως ασκήσεις, πεδία βολής, σχέδια πτήσεων και όχι μόνο.
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος, έθεσε το θέμα με σαφήνεια: η διαχείριση του FIR Αθηνών αποτελεί ζήτημα εθνικής ασφάλειας και όχι απλώς τεχνικής λειτουργίας. Στην Ελλάδα, η διαχείριση του FIR συνδέθηκε στενά με τον σκληρό πυρήνα της εθνικής ασφάλειας — συμπεριλαμβανομένου του συστήματος αεράμυνας, της δέσμευσης εναέριου χώρου για ασκήσεις και της απαίτησης υποβολής σχεδίων πτήσεων πριν την είσοδο στο FIR.
Σύμφωνα με τον Βενιζέλο, αυτό το καθεστώς δικαιοδοσίας και ελέγχου ισχύει επί 50 και πλέον χρόνια, από τότε που η Ελλάδα ανέλαβε τη λειτουργία του FIR στο πλαίσιο του διεθνούς κανονιστικού πλαισίου της Σύμβασης του Σικάγο και των σχετικών κανόνων του ICAO. Η Τουρκία, ενώ έχει αρνηθεί σταθερά να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις υποβολής σχεδίων πτήσεως από τα στρατιωτικά της αεροσκάφη, έχει επίσης επιχειρήσει μονομερώς να επεκτείνει τη δικαιοδοσία της εντός του FIR Αθηνών — μια κίνηση που προκάλεσε πολιτικές και διπλωματικές αντιδράσεις

Το πιο προβληματικό στοιχείο που αναδείχθηκε από το blackout δεν είναι το ίδιο το τεχνικό σφάλμα, αλλά ο συγκεντρωτικός τρόπος σχεδιασμού του συστήματος. Όπως επισημαίνεται, «όταν ένα σύστημα βασίζεται σε ένα κέντρο — έναν κεντρικό κόμβο — τότε είναι ευάλωτο. Αν αυτό το σημείο καταρρεύσει, η λειτουργία σταματά καθολικά» — ένα χαρακτηριστικό που είναι απολύτως αντιφατικό με τις αρχές ανθεκτικότητας και επιχειρησιακής συνέχειας.
Η φιλοσοφία του ARPANET, του δικτύου που γέννησε το Διαδίκτυο, αποτέλεσε από την αρχή πρότυπο για την αποκέντρωση και την ανθεκτικότητα: δεν υπήρχε κεντρικός κόμβος, αλλά κάθε τμήμα του δικτύου μπορούσε να επικοινωνεί με πολλά άλλα, έτσι ώστε αν κάποιος κόμβος έπεφτε, η πληροφορία να συνεχίζει να μεταδίδεται αλλού. Αυτή η λογική αποτελεί μέχρι σήμερα βασική αρχή σε δίκτυα υψηλής ασφάλειας, όπως τα στρατιωτικά και χρηματοπιστωτικά.
Η σύγχρονη δομή του FIR Αθηνών, αντίθετα, λειτουργεί σχεδόν αποκλειστικά από ένα κεντρικό σημείο ελέγχου, με περιορισμένη χρήση και δυνατότητα λειτουργίας άλλων κόμβων. Αυτό σημαίνει ότι μια αποτυχία σε αυτό το κεντρικό σύστημα οδηγεί σε κατάρρευση ολόκληρου του εναέριου χώρου, όπως έγινε με το πρόσφατο περιστατικό.
Η λύση που προτείνεται από πολλούς ειδικούς δεν είναι απλώς τεχνικός εκσυγχρονισμός, αλλά αρχιτεκτονική μετασχηματισμού του συστήματος, με μεγαλύτερη αποκέντρωση των λειτουργιών. Αν υπήρχαν αυτοδύναμοι κόμβοι ελέγχου εφαρμοσμένοι σε διαφορετικά γεωγραφικά σημεία — όπως στην Θεσσαλονίκη και στην Κρήτη — τότε, ακόμα κι αν ένας κόμβος παρουσίαζε βλάβη, οι άλλοι θα μπορούσαν να αναλάβουν προσωρινά ή μονιμότερα τις λειτουργίες
Τεχνολογικά αυτό είναι εφικτό: χώρες με εξελιγμένα συστήματα εναέριας κυκλοφορίας εφαρμόζουν πολλαπλές υποδομές ελέγχου και εφεδρικά συστήματα που μπορούν να λειτουργούν ανεξάρτητα ή να επικοινωνούν μεταξύ τους όταν απαιτείται. Σε ένα τέτοιο μοντέλο, μια «κυρίως» βάση είναι χρήσιμη, αλλά δεν αποτελεί το μοναδικό σημείο ελέγχου.

Μια τέτοια δομή θα μείωνε δραστικά την πιθανότητα μιας πανεθνικής αναστολής λειτουργίας, είτε αυτή οφείλεται σε τεχνική βλάβη, είτε σε κυβερνοεπίθεση, είτε σε φυσική καταστροφή. Στην κυβερνοασφάλεια, άλλωστε, υπάρχει ένας κανόνας: ο επιτιθέμενος αναζητεί το κρίσιμο κεντρικό σημείο — αν αυτό δεν υπάρχει ή δεν ελέγχει εξ ολοκλήρου το σύστημα, η επίθεση έχει πολύ μικρότερη αποτελεσματικότητα.
Και εδώ βρίσκεται το πολιτικό και στρατηγικό στοιχείο που αφορά την εθνική κυριαρχία: ο Βενιζέλος υπενθυμίζει ότι στους κανονισμούς του ICAO και της Eurocontrol περιλαμβάνονται προβλέψεις για σχέδια έκτακτης ανάγκης. Αν σε επανειλημμένες περιπτώσεις παρουσιαστούν κρίσεις λειτουργίας, μπορεί να προκύψει η ανάγκη ανάθεσης προσωρινής διαχείρισης του εναέριου χώρου — ακόμα και σε γειτονικά κράτη, συμπεριλαμβανομένων και μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα, ως κράτος που αγωνίζεται να προστατεύσει τα δικαιώματά της στο Αιγαίο, δεν μπορεί να ανεχθεί την πιθανότητα εξάρτησης του FIR της από άλλους, ιδίως εάν αυτοί είναι χώρες με διαφορετικά στρατηγικά συμφέροντα.
Σε ακραία περίπτωση, μια επαναλαμβανόμενη αδυναμία λειτουργίας ίσως οδηγήσει τον ICAO σε συζήτηση περί «περιορισμού του δικαιώματος» της Ελλάδας στον έλεγχο του FIR — κάτι που θα είχε τεράστιες συνέπειες για τον εθνικό εναέριο χώρο, την άμυνα και την ελευθερία του.
Το blackout στο FIR Αθηνών δεν ήταν απλώς ένα «τεχνικό πρόβλημα» και σίγουρα δεν ήταν ένα ατυχές μεμονωμένο συμβάν. Αντίθετα, ανέδειξε μια βαθύτερη παθογένεια του συστήματος: την επιμονή στον συγκεντρωτισμό σε ένα περιβάλλον που απαιτεί ανθεκτικότητα, πλεονασμό και αποκεντρωμένη λειτουργία.
Η Ελλάδα πρέπει να επανεξετάσει τον σχεδιασμό και την αρχιτεκτονική του FIR Αθηνών με εκσυγχρονισμό, επανεξέταση της δομής και λειτουργική αποκέντρωση. Η ενίσχυση του ρόλου άλλων Κέντρων Ελέγχου, όπως της Θεσσαλονίκης, μπορεί να αποτελέσει τον πυλώνα για ένα σύστημα ανθεκτικό, ασφαλές και κυρίως αποκεντρωτικό, φέρνοντας την Ελλάδα σε ευθυγράμμιση όχι μόνο με τις τεχνολογικές απαιτήσεις του 21ου αιώνα, αλλά και με τις στρατηγικές ανάγκες της εθνικής ασφάλειας.
πηγή: εφημερίδα “Θεσσαλονίκη”



Χωρίς δόση υπερβολής είμαστε τυχεροί που έχουμε αυτήν την κυβέρνηση ,η οποία από το 2019 ”λύνει” προβλήματα που άφησαν οι άλλες κυβερνήσεις μετά την Μεταπολίτευση (επεισόδια σε Πανεπιστήμια και Γήπεδα και όχι μόνον).
Και αυτό θα το λύσει με τον καλύτερο τρόπο και με την σύγχρονη τεχνογνωσία και γιατί όχι να μη λειτουργήσει και ο Τομέας της Μακεδονίας, που μετά την Συμφωνία των Πρεσπών ”μας μπερδεύει αρκετά”(Περιφερειάρχη έχουμε .Δημάρχους έχουμε ,Επιμελητήρια έχουμε ,τι μας λείπει;;;)
《Ἑλλάδα (δὲν) εἶναι μόνον ἡ Ἀθήνα》ἔλεγε μιὰ προφητικὴ ἐκπομπὴ τῆς Ε.Ι.Ρ.Τ μετέπειτα Ε.Ρ.Τ μετέπειτα Ε.Τ κλπ.
Ἔλεγε τὰ ἀληθῆ κατ’ εὐφημισμό.
Ἡ “Γέφυρα Σ. Τρικούπης Α. Ε” τοῦ Ρίου Ἀντιρρίου ἔχει ἔδρα στὸ Χαλάνδρι, γεγονὸς ποὺ δημιουργεῖ κάποιες ὑποψίες περὶ μετακίνησης της στὸ στενὸ τῆς Σαλαμίνας!!!