Δ. Τσαϊλάς: Όχι, κύριε Ρέππα «θέμα από το τίποτα», αλλά αποτυχία αποτροπής και διαχείρισης ελεγχόμενης κλιμάκωσης

του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.

Διαφωνώ με τη βασική αφήγηση του κυρίου Δημήτρη Ρέππα, και όχι εκ των υστέρων με «άνεση καναπέ», αλλά με βάση τα ίδια τα γεγονότα που περιγράφει.

Πρώτον, το ότι «προκλήθηκε θέμα από το τίποτα» είναι ιστορικά και πολιτικά προβληματικό. Τα Ίμια δεν ήταν ουδέτερος χώρος ούτε «γκρίζα ζώνη» πριν την κρίση· έγιναν τέτοια μετά τη διαχείρισή της. Όταν ένα τουρκικό πλοίο προσαράζει σε ελληνικό έδαφος και αμφισβητείται η αρμοδιότητα των ελληνικών αρχών, δεν μιλάμε για το τίποτα. Μιλάμε για πρόκληση κυριαρχίας. Η υποβάθμιση του γεγονότος εκ των υστέρων λειτουργεί περισσότερο ως πολιτική αυτοάμυνα παρά ως νηφάλια αποτίμηση.

Η άποψη ότι η αποκλιμάκωση συνιστά από μόνη της επιτυχία, όπως τη διατυπώνει ο κύριος Δημήτρης Ρέππας, παραγνωρίζει μια κρίσιμη διάκριση της σύγχρονης στρατηγικής σκέψης. Τη διαφορά μεταξύ αποτροπής και αποκλιμάκωσης μέσω ελεγχόμενης κλιμάκωσης. Η σύγχυση αυτών των δύο εννοιών δεν είναι απλώς θεωρητικό σφάλμα· έχει απτά και διαρκή γεωπολιτικά αποτελέσματα.

Η αποτροπή λειτουργεί πριν από την κρίση. Στόχος της είναι να πείσει τον αντίπαλο να μη δράσει, επειδή το κόστος θα είναι μεγαλύτερο από το όφελος. Όταν αποτυγχάνει, η κρίση ξεσπά. Από εκείνο το σημείο και μετά, το ερώτημα δεν είναι αν «θέλουμε πόλεμο», αλλά πώς διαχειριζόμαστε μια ήδη εξελισσόμενη σύγκρουση χωρίς να νομιμοποιούμε τα τετελεσμένα του αντιπάλου.

Ακριβώς εδώ εντάσσεται η αποκλιμάκωση μέσω ελεγχόμενης κλιμάκωσης. Μια στρατηγική ενεργητικής διαχείρισης κρίσεων, όπου περιορισμένες και απολύτως ελεγχόμενες ενέργειες αυξάνουν το κόστος της συνέχισης για τον αντίπαλο, ενώ ταυτόχρονα του παρέχουν μια αξιοπρεπή έξοδο. Δεν πρόκειται για φιλοπόλεμη λογική, αλλά για μηχανισμό επιβολής ορίων.

Στα Ίμια, η ελληνική πλευρά δεν απέτυχε επειδή δεν πολέμησε. Απέτυχε επειδή:

  • δεν είχε σαφές πολιτικο-στρατιωτικό δόγμα για το πώς περνά από την αποτροπή στη διαχείριση κρίσης,
  • δεν εξέπεμψε ενιαίο μήνυμα ως προς τις κόκκινες γραμμές,
  • και αντιμετώπισε κάθε στρατιωτική επιλογή ως ταυτόσημη με ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.

Δεύτερον, η παρουσίαση των στρατιωτικών ως περίπου «φιλοπόλεμων» που ήθελαν κλιμάκωση είναι υπεραπλουστευτική. Η αποτροπή δεν ταυτίζεται με τον πόλεμο. Το «στρατηγικό πρώτο πλήγμα» που αναφέρεται δεν ήταν πολιτική επιλογή, αλλά στρατιωτικό δόγμα αποτροπής όταν παραβιάζεται έδαφος. Το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν ότι ο στρατός ήθελε να πολεμήσει, αλλά ότι η πολιτική ηγεσία δεν είχε ξεκάθαρη γραμμή για το τι σημαίνει κόκκινη γραμμή. Οπότε η παρουσίαση των στρατιωτικών εισηγήσεων ως «αντίληψης πρώτου πλήγματος» που θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε πόλεμο είναι παραπλανητική. Η αποτροπή και η ελεγχόμενη κλιμάκωση βασίζονται ακριβώς στη διαβαθμισμένη χρήση ισχύος, όχι στη μαξιμαλιστική σύγκρουση.

Αντιθέτως, η τουρκική πλευρά εφάρμοσε μεθοδικά ελεγχόμενη κλιμάκωση. Η αποβίβαση ειδικών δυνάμεων στη νησίδα συνιστούσε:

  • ποιοτική αλλά περιορισμένη κλιμάκωση,
  • χαμηλής έντασης αλλά υψηλού συμβολισμού τετελεσμένο,
  • πράξη εξαναγκασμού (compellence) που μετέφερε την πίεση στην ελληνική πλευρά,
  • και ταυτόχρονα παρείχε «σημείο εξόδου» που διευκόλυνε τη διεθνή διαμεσολάβηση.

Τρίτον, η μετακύλιση της ευθύνης σε «απείθαρχους πολίτες» που ύψωσαν τη σημαία είναι άδικη και επικίνδυνη. Δεν ήταν οι πολίτες που όρισαν την ατζέντα της Τουρκίας στο Αιγαίο. Η σημαία δεν δημιούργησε την κρίση· η τουρκική αντίδραση στη σημαία τη δημιούργησε. Σε κάθε κυρίαρχο κράτος, η έπαρση της σημαίας στην επικράτειά του δεν είναι πρόκληση, είναι αυτονόητο. Αν αρχίσουμε να το θεωρούμε «λάθος», τότε έχουμε ήδη αποδεχθεί την αμφισβήτηση.

Τέταρτον, και εδώ είναι η ουσία. Η κρίση δεν έληξε επειδή «αποκλιμακώθηκε επιτυχώς», αλλά επειδή παρενέβη εξωτερικός παράγοντας, χωρίς αποκατάσταση της παραβίασης. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο που υπονομεύει τον ισχυρισμό περί επιτυχίας. Η αποφυγή πολέμου δεν ταυτίζεται με στρατηγικό όφελος, όταν το αποτέλεσμα είναι ότι:

  • καθιερώθηκε στην πράξη η έννοια των «γκρίζων ζωνών»,
  • η Τουρκία απέκτησε προηγούμενο αμφισβήτησης,
  • η Ελλάδα έστειλε μήνυμα ότι η κρίση μπορεί να λήξει χωρίς αποκατάσταση της παραβίασης.

Αποφεύχθηκε ο πόλεμος; Ναι. Ενισχύθηκε η ελληνική θέση; Όχι.

Ξέρετε, το επιχείρημα ότι «δεν θέλαμε ούτε πόλεμο ούτε διάλογο» καταλήγει σε ένα επικίνδυνο κενό: ούτε σύγκρουση, ούτε επιβολή δικαίου. Το διεθνές δίκαιο δεν εφαρμόζεται μόνο του· χρειάζεται βούληση και ισχύ για να το στηρίξεις. Αλλιώς μένει ευχή.

Το βασικό δίδαγμα των Ιμίων, τριάντα χρόνια μετά, είναι σαφές:

Η αποτροπή είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκής. Η αποκλιμάκωση χωρίς ελεγχόμενη κλιμάκωση δεν είναι στρατηγική, είναι παθητικότητα.

Η κατανόηση της διαφοράς μεταξύ αποτροπής και αποκλιμάκωσης μέσω κλιμάκωσης δεν αποτελεί ακαδημαϊκή πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση στρατηγικής ωριμότητας, εθνικής ασφάλειας και θεσμικής ανθεκτικότητας. Γι’ αυτό απαιτείται διακριτό δόγμα διαχείρισης κρίσεων, εκπαίδευση στην ελεγχόμενη κλιμάκωση και μηχανισμοί που μετατρέπουν την εμπειρία σε επιχειρησιακή γνώση.

Διότι αλλιώς, απλώς θα «αποκλιμακώνουμε» ξανά και ξανά, μέχρι η τελευταία κρίση να μην αφήνει κανένα περιθώριο.

Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

 

 

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
48,300ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα