Το δικό της Βυζάντιο η Αρβελέρ το συσχετίζει µε την ευρωπαϊκή και πιο συγκεκριµένα µε τη γαλλική βυζαντινολογία.
Στους επικήδειους για τον θάνατο της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ υπάρχει µία σταθερά: ότι το επιστηµονικό της έργο αλλά και η συνολική της παρουσία ως δηµόσιας διανοούµενης «ανέδειξαν το Βυζάντιο». Βέβαια µια τέτοια κρίση στη γενικότητά της µπορεί να ισχύει µε πολλούς τρόπους. Ωστόσο, αν ισχυριστεί κάποιος ότι ένας διάδοχος του Παπαρρηγόπουλου ανέδειξε το Βυζάντιο, θα πρέπει τουλάχιστον να επισηµάνει µε ποιον διαφορετικό τρόπο το έπραξε από ό,τι η παραδοσιακή ελληνική ιστοριογραφία. Και πράγµατι στην περίπτωση της Αρβελέρ αυτή η ιδιοµορφία υφίσταται και αφορά τη σχέση της µε την ευρωπαϊκή και πιο συγκεκριµένα τη γαλλική βυζαντινολογία.
Η ευρωπαϊκή ιστοριογραφία ήδη από τα µέσα του 19ου αιώνα και κάτω από την επίδραση του γερµανικού ροµαντισµού και της σχολής του ευρωπαϊκού ιστορισµού είχε αποµακρυνθεί από την παλαιά απόρριψη του βυζαντινού παρελθόντος στην οποία είχαν πρωτοστατήσει οι εκπρόσωποι του ευρωπαϊκού ∆ιαφωτισµού είτε στη φιλοσοφία (Βολταίρος και Χέγκελ) είτε στην ιστοριογραφία (Γίββωνα). ∆εν ήταν µόνο το πνεύµα της γενικής εξιδανίκευσης των µεσαιωνικών χρόνων από τους ροµαντικούς ιστοριογράφους. Ηταν η πεποίθηση ότι το Βυζάντιο έπρεπε να ενταχθεί ως αναπόσπαστο τµήµα της ευρωπαϊκής ιστορίας, αφού αποτέλεσε τον µεγάλο κυµατοθραύστη πάνω στον οποίο έσβηναν οι απειλές των «βαρβάρων» της Ανατολής: η αραβική, η περσική ή η τουρκική απειλή σε µεγάλο βαθµό ανασχέθηκαν από τη βυζαντινή διπλωµατία και εάν χρειαζόταν τον βυζαντινό στρατό, άσχετα εάν τελικά χρειάστηκε και ένα Πουατιέ ή µια Βιέννη για την τελική συντριβή του ανατολίτη βαρβάρου.
Μια πλειάδα Γάλλων βυζαντινολόγων µε πιο χαρακτηριστική περίπτωση αυτή του Αλφρέντ Νικολά Ραµπό συστοιχήθηκε µε αυτή την προσέγγιση νοµιµοποιώντας ουσιαστικά το πεδίο των βυζαντινών σπουδών. Το Βυζάντιο δεν ήταν πια µια µετωνυµία της απολυταρχικής µοναρχίας την οποία πολέµησαν µε συνέπεια φιλελεύθεροι διαφωτιστές. Μετατράπηκε σε µια µεταφορά: το Βυζάντιο ως το κράσπεδο του ευρωπαϊκού πολιτισµού και συνεπώς αναπόσπαστο µέρος του.
Ίσως από την άποψη αυτή δεν είναι τυχαία η διαπραγµάτευση του θέµατος της ναυτικής στρατηγικής του Βυζαντίου από την Αρβελέρ στη διδακτορική διατριβή της το 1966 µε τίτλο «Το Βυζάντιο και η θάλασσα». Το έργο µοιράζεται σε τρία µέρη και οι τίτλοι τους (και ακόµη περισσότερο οι υπότιτλοι) είναι ιδιαίτερα ενδεικτικοί: «Από τους Ισαυρους στους Κοµνηνούς: το Βυζάντιο απέναντι στους Αραβες», «Από τους Κοµνηνούς στην Αλωση του 1204: το Βυζάντιο µεταξύ Τούρκων και Λατίνων», «Λασκαρίδες και Παλαιολόγοι: Η ∆ύση και η Ανατολή εναντίον του Βυζαντίου». Η Αρβελέρ φαίνεται να ενστερνίζεται την κοινή θέση της συντηρητικής (Απόστολος Βακαλόπουλος) και της µαρξιστικής (Νίκος Σβορώνος) ιστοριογραφίας του 20ού αιώνα για τον διπλό αγώνα του Βυζαντίου ενάντια σε καθολικούς και µουσουλµάνους. Αντί όµως να παραµείνει σε µια θέση περί εθνικής ιδιοµορφίας του νέου ελληνισµού που αναδύεται µεταξύ των δύο Αλώσεων (του 1204 και του 1453 ή πολύ περισσότερο να παρεκκλίνει σε µια θέση περί «αντιστασιακού χαρακτήρα» του ελληνισµού όπως στην περίπτωση του µαρξιστή Σβορώνου, κάνει κάτι ενδιαφέρον: ευθυγραµµίζει την ελληνική προοπτική για το Βυζάντιο µε την οριενταλιστική προοπτική της ευρωπαϊκής ιστοριογραφίας.
Σκεφτείτε αυτό το «Βυζάντιο απέναντι στους Άραβες» τι αίσθηση θα έκανε σε ένα γαλλικό κοινό που είχε πρόσφατη την εµπειρία της αλγερινής ανεξαρτησίας. Το Βυζάντιο µπορεί να γίνει αποδεκτό ως τµήµα του ευρωπαϊκού πολιτισµού, στις παρυφές του τελευταίου. Υπό αυτή την έννοια αντί να αντιπαραθέτει τη ρωµαϊκότητα της Καρλοµάγνειας αυτοκρατορίας στη ρωµαϊκότητα του Ρωµιού της βυζαντινής και κατόπιν της οθωµανικής εποχής, στην πραγµατικότητα τις αποδέχεται ως διαφορετικές εκδοχές της ίδιας µεγάλης ελληνορωµαϊκής παράδοσης. Υπό αυτή την έννοια η υπεράσπιση της έννοιας της «ρωµιοσύνης» στο έργο της (ή καλύτερα στον µετέπειτα δηµόσιο λόγο της) δεν αποτελεί µια προσπάθεια υπεράσπισης µιας εθνικής ιδιοµορφίας, όπως για παράδειγµα στο παράδειγµα του Ρωµανίδη ή άλλων «αντιδυτικών» νεοορθόδοξων όπως ο Γιανναράς. Η ευθυγράµµιση που επιλέγει η Αρβελέρ µε τον ανασυγκροτηµένο ευρωπαϊκό οριενταλισµό µοιάζει περισσότερο µε την ανασύνταξη που επιχείρησε ο Νικολάε Γιόργκα στη ρουµανική ιστοριογραφία: όπως η ρωµαϊκότητα των Ρουµάνων αποτέλεσε µια παραλλαγή των λατινόφωνων λαών της Ευρώπης, η ρωµαϊκότητα των Ρωµιών δεν τους οδηγεί σε αντιπαράθεση αλλά σε έναν συντονισµό µε τη ∆ύση.
Η Αρβελέρ δεν κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που έκανε ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Ο Παπαρρηγόπουλος δεν κατασκεύασε απλώς ένα Βυζάντιο µιας µεταφυσικής ροµαντικής συνέχειας, όπως συνήθως περιορίζεται να αναφέρει µια κριτική προσέγγιση στο έργο του. Κατασκεύασε ένα Βυζάντιο στραµµένο προς τη ∆ύση: µεταξύ εικονοµάχων και εικονολατρών, επιλέγει τους εικονοµάχους (παροµοιάζοντας µάλιστα τον Λέοντα Γ΄τον Ισαυρο και τον Κωνσταντίνο Ε΄ τον Μονοµάχο µε τον Λούθηρο και τον Καλβίνο), µεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών, επιλέγει τους ενωτικούς, µεταξύ ∆ύσης και Ανατολής, επιλέγει τη ∆ύση. Ο Παπαρρηγόπουλος όµως το πράττει αυτό στην κλασική εποχή της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας. Η Αρβελέρ θα ανασυντάξει το επιχείρηµα στην εποχή της υποχώρησης της αποικιοκρατίας. Και αυτό ήταν που εκτιµήθηκε για την οργανική ένταξή της στους πανεπιστηµιακούς θεσµούς της µητρόπολης (Γαλλία), αλλά και γοήτευε την εθνικιστική ατµόσφαιρα της πολιτισµικής αποικίας (Ελλάδα). Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάµε ότι ο ελληνικός εθνικισµός αγαπούσε από παλιά τον Γάλλο αποικιοκράτη: τον αγαπούσε γιατί ηττήθηκε. Η ηττηµένη αποικιοκρατική Γαλλία ασκούσε πάντα µια ιδιαίτερη γοητεία στον τρόπο µε τον οποίο κατανοούσαµε τον εθνικό µας εαυτό. Η οργανική συσχέτιση µαζί του όµως άνοιξε και διαφορετικούς δρόµους ανασυγκρότησης του ελληνικού εθνικισµού. Αυτός είναι ο τρόπος µε τον οποίο πρέπει να καταλάβουµε την Αρβελέρ αλλά και άλλα τµήµατα της ελληνικής γαλλοτραφούς διανόησης και ιδιαίτερα τη στενή τους σχέση µε τους ακαδηµαϊκούς θεσµούς.
* Ο ∆ηµήτρης Σταµατόπουλος είναι καθηγητής Βαλκανικής και Υστερης Οθωµανικής Ιστορίας στο τµήµα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστηµίου Μακεδονίας



Αν το «Βυζάντιο» (κατά την ευρωπαϊκή [=δυτική] ιστοριογραφία όπως αναφέρεται στο άρθρο) είναι αναπόσπαστο μέρος της Ευρώπης (και μάλιστα ως μεταφορά!) επειδή ήταν κυματοθραύστης ή λόγω εξιδανίκευσης του Μεσαίωνα, τότε καταλαβαίνει κανείς πόσο δρόμο έχει ακόμη να διανύσει η πλειονότητα των διανοουμένων της Δύσης για να κατανοήσει το Βυζάντιο (και μερικοί Έλληνες νομίζω). Το ότι λ.χ. ο Μέγας Φώτιος διορθώνει (με μεγάλη άνεση μάλιστα) τον Αριστοτέλη στο θέμα περί γενών και ειδών ή το ότι γεφυρώνει το χάσμα ρεαλισμού-νομιναλισμού (Β. Τατάκης, Μελετήματα Χριστιανικής φιλοσοφίας, σελ. 127), ή το ότι οι ρίζες του υπαρξισμού βρίσκονται ήδη στη σκέψη του αγίου Ιωάννη Δαμασκηνού και άλλα πολλά παραδείγματα δείχνουν ότι το Βυζάντιο είναι μέρος της Ευρώπης για βαθύτερους λόγους. Και στα πολιτειακά, όπως έδειξε ο Γ. Κοντογιώργης, υπήρχε τεράστια απόσταση από την μοναρχία. Ο Π. Κονδύλης έγραψε ότι ο κλάδος της επιστήμης που θεωρεί τα ανθρώπινα με πιο απαιτητικό τρόπο είναι η κοινωνική οντολογία, και συμπληρώνει ότι όλα τα ζητήματα της κοινωνικής οντολογίας σκοντάφτουν πάνω στο ακανθώδες ζήτημα της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας. Εκτός του ότι -κατά Κ. Καστοριάδη- η Δύση δεν έχει οντολογία του κοινωνικού, η πληρέστερη ανθρωπολογία , όπως έχει δείξει μεταξύ άλλων ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος, είναι η οντολογία του προσώπου έτσι όπως διαμορφώθηκε από τους Καππαδόκες (λ.χ. πρόσωπον ενούσιον, ουσία ενυπόστατος κλπ) και συνεχίσθηκε (στο Βυζάντιο πάντοτε). Και τους Καζνταν -Επστάιν να πάρουμε, ήδη από τον 11ο αιώνα στο Βυζάντιο εμφανίζονται τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου ανθρώπου με πιο προνομιακούς όρους από αυτούς που παρατηρήθηκαν στη Δύση. Υπάρχουν κολοσσιαία πολιτισμικά χαρακτηριστικά στο Βυζάντιο -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είχε και αρνητικά- (η λίστα είναι ατελείωτη, λ.χ. η βυζ. νομοθεσία και διπλωματία είναι η βάση της νομοθεσίας και της διπλωματίας των σύγχρονων προηγμένων κρατών [κατά Pears και Luttwak αντίστοιχα]) τα οποία δεν έχουν σταθμισθεί από πολλούς όπως θα αναμενόταν. Γενικώς υπάρχει πολύς δρόμος να διανυθεί ακόμη.
Για τα σχολικά βιβλία εννοείται δε γίνεται λόγος… θα αλλάξουν το 3.000 μ.Χ.