του Δημήτρη Μακροδημόπουλου
Έγραφε ο Μαρξ για τα σύνορα: «Αν πρόκειται τα στρατιωτικά συμφέροντα να θέσουν τα όρια, τότε οι διεκδικήσεις δεν θα έχουν τελειωμό, γιατί τα στρατιωτικά σύνορα είναι κατ’ ανάγκη λανθασμένα σύνορα και δεν βελτιώνονται παρά με προσάρτηση καινούργιων εδαφών και επί πλέον δεν είναι δυνατόν να χαραχτούν οριστικά και δίκαια, διότι τα επιβάλλει ο κατακτητής στον κατακτημένο και φέρουν, επομένως, μέσα τους το σπέρμα καινούργιων πολέμων». Τελευταίο παράδειγμα ατέρμονων πολεμικών αντιπαραθέσεων που επιβεβαιώνει όλα αυτά είναι η σύγκρουση Αζερμπαϊτζάν και Αρμενίας που ξεκίνησε το 1992 επαναλήφθηκε πρόσφατα και θα επανέλθει μόλις ο συσχετισμός δυνάμεων των δύο εμπόλεμων διαφοροποιηθεί. Γιαυτό ζει και αναπνέει σήμερα η Αρμενία απλά αξιοποιεί την παρέμβαση Τραμπ διότι της δίνει το χρονικό περιθώριο να προετοιμαστεί Επομένως πολεμική σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας δεν θα είναι το τέλος αλλά η αρχή μελλοντικών συγκρούσεων Η προσέγγιση Ελλάδας – Τουρκίας σήμερα είναι επιβεβλημένη διότι μετά το 1989 το status quo της ευρύτερης περιοχής του Ανατολικού Ζητήματος έχει κυριολεκτικά ρευστοποιηθεί: Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Συρία, Λίβανος, Λιβύη, Αραβική Άνοιξη. Μέσα σε αυτό το ρευστό περιβάλλον και τις αναδιατάξεις που σηματοδοτεί, ο μοναδικός τρόπος για να διασφαλίσουμε τα εθνικά μας συμφέροντα είναι να τα κατοχυρώσουμε στα πλαίσια του Διεθνούς Δικαίου. Αντίθετα όμως η χώρα μας ενεπλάκη με το κράτος – ταραξία της περιοχής, το Ισραήλ, με κίνδυνο να συμπαρασυρθεί σε πιθανή σύγκρουσή του με την Τουρκία.
Γιαυτό οι διμερείς επαφές στο υψηλότερο επίπεδο είναι αναγκαίες αρκεί να μην ακυρώνονται στην πράξη όπως συνέβη πριν λίγες ημέρες στην Άγκυρα αλλά και στο πρόσφατο παρελθόν. Διότι την παραμονή της σύγκλησης του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας συνήλθε με πρωτοβουλία της Κνεσέτ στην Ουάσινγκτον η Διακοινοβουλευτική Σύσκεψη μεταξύ Ισραήλ, Ελλάδας, Κύπρου και ΗΠΑ με θέμα: “Το πλαίσιο 3+1: Ενίσχυση της συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο”. Στη συζήτηση κυριάρχησε η εκτίμηση ότι βασικός παράγων αστάθειας στην περιοχή είναι σήμερα η Τουρκία. Ενώ δηλαδή την επομένη επρόκειτο ο πρωθυπουργός της χώρας να μεταβεί στην Άγκυρα επιδιώκοντας τα “ήρεμα νερά’ ανάμεσα στις δύο χώρες, στην Ουάσινγκτον η χώρα μας συμμετείχε στη Διακοινοβουλευτική Σύσκεψη που στόχευε την Τουρκία. Τί νόημα λοιπόν είχε η επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Άγκυρα; Ποιό είναι το οξύμωρο εν προκειμένω; Ότι κατήγοροι της Τουρκίας ήσαν δύο κράτη που αποτελούν τον ορισμό της απειλής της γεωπολιτικής σταθερότητας. Το Ισραήλ που τα δύο τελευταία χρόνια βομβαρδίζει κατά περίπτωση τον Λίβανο, τη Συρία, το Ιράκ, το Κατάρ, την Υεμένη, τη Γάζα. Όσον αφορά τις ΗΠΑ, μετά το τέλος του Ψυχρού πολέμου ισοπέδωσαν τα πάντα: Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Αφγανιστάν, Λιβύη, Ιράν, Συρία…
Δεν είναι η πρώτη φορά που ακυρώνεται η σημασία μιας συνάντησης κορυφής Ελλάδας – Τουρκίας. Παραδείγματα; Στις 13 Μαρτίου 2022 επισκέφθηκε ο κ. Μητσοτάκης την Κωνσταντινούπολη, μια συνάντηση που άφησε πολλές υποσχέσεις για νέα εποχή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Όμως μία εβδομάδα αργότερα στις 21 Μαρτίου εγκρίθηκε από το Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων της ΕΕ, το τελικό κείμενο της “Στρατηγικής Πυξίδας” της Ε.Ε.. Η ελληνική πλευρά σε συνεργασία με την κυπριακή πέτυχε να ενσωματωθούν αρκετές και σημαντικές αρνητικές αναφορές για την Τουρκία (Καθημερινή 22/3/2022) που προκάλεσαν τις έντονες αντιδράσεις του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών. Έτσι σε λίγες μόνον ημέρες τα αποτελέσματα της συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν ακυρώθηκαν και το κείμενο της Στρατηγικής Πυξίδας της Ε.Ε. αποτέλεσε αφορμή για νέες αντιπαραθέσεις, που σύντομα προσέλαβαν ακραίες διαστάσεις με πρόσθετες αφορμές, όπως το ταξίδι του κ. Μητσοτάκη στις ΗΠΑ και οι αναφορές του στην Τουρκία κατά την ομιλία του στο Κογκρέσο.
Το ίδιο είχε συμβεί και πριν ένα χρόνο στις 14 Ιουνίου 2021 στις Βρυξέλλες όταν με αφορμή τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ συναντήθηκαν οι δύο πολιτικοί. Και τότε εκπέμφθηκε ένα θετικό μήνυμα για την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Όμως, αμέσως μετά και ενόψει της επικείμενης συνόδου κορυφής της Ε.Ε. στις 24 Ιουνίου, τέθηκε ως πρωταρχική επιδίωξη της ελληνικής κυβέρνησης στη σύνοδο το θέμα των κυρώσεων κατά της γείτονος. Το αποτέλεσμα ήταν το αρχικό προσχέδιο των συμπερασμάτων της συνόδου να αναθεωρηθεί επί το δυσμενέστερο για την Τουρκία. Η Die Welt έγραψε πως Μακρόν, Κουρτς και Μητσοτάκης αντέδρασαν στην πρόταση της Μέρκελ που ήθελε πιο φιλική διατύπωση στο κείμενο συμπερασμάτων για τον εκσυγχρονισμό της τελωνειακής ένωσης Ε.Ε. – Τουρκίας. Μετά από λίγες ημέρες, στις 5/7, ο κ. Δένδιας επισκέφθηκε το Κίεβο επιπλήττοντας την Ουκρανία για τις ιδιαίτερα φιλικές σχέσεις της με την Τουρκία, συσχετίζοντας μάλιστα την ευρωπαϊκή της πορεία με τις σχέσεις Κιέβου – Άγκυρας. Στις 9/7, στο διεθνές φόρουμ του Ντουμπρόβνικ, αναφερόμενος στην πορεία των Δυτικών Βαλκανίων προς την Ε.Ε., επισήμανε την ανάγκη αντιμετώπισης “κακόβουλων επιρροών τρίτων χωρών” και λίγες ημέρες μετά, στις 13/7, κατά την υπογραφή μνημονίου συνεργασίας στο Κάιρο ανάμεσα στην Ελλάδα και στον Αραβικό Σύνδεσμο, ο κ. Δένδιας επιτέθηκε για μια ακόμη φορά κατά της Τουρκίας αναφερόμενος “σε χώρες στην περιοχή μας, που δεν ανήκουν στον Αραβικό Σύνδεσμο, (και) μέσω των δράσεών τους αποτελούν μια πολύ σοβαρή απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα…”. Δηλαδή, σε ένα μήνα μόνον από την ελπιδοφόρα συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν, κάθε ευοίωνη προοπτική είχε ακυρωθεί όπως και στην προαναφερθείσα περίπτωση. Στην τελευταία συνάντηση η διάψευση των προσδοκιών προηγήθηκε του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας στην Άγκυρα.
Μακροδημόπουλος Δημήτρης
Αλεξ/πολη – κιν. 6947-771412
17/2/2026


