του Δρ. Ηρακλή Γωνιάδη, Οικονομολόγου
Βαρύς ο αχός των σκανδάλων και πυκνός ο κουρνιαχτός της συγκάλυψης μιας κυβέρνησης η οποία με μαφιόζικες τακτικές διεκδικεί τα πρωτεία της διαφθοράς, χειραγωγώντας πλήρως τη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς, ανάγοντας την επικοινωνία σε εργαλείο κατασκευής μιας «επαυξημένης πραγματικότητας» όπου οι πολίτες υποβιβάζονται σε ευτυχισμένους υπηκόους-avatar. Μια εικονική πραγματικότητα παρασάγγας απέχουσα από εκείνη που βιώνουν τα κυβερνητικά στελέχη και οι ομοτράπεζοί τους. Ένας παράλληλος κόσμος στον οποίο η στήλη του «έσχες» τους αυγατίζει προκλητικά από θητεία σε θητεία, ενώ το «πόθεν» παραμένει σκανδαλωδώς κενό τεκμηρίωσης οχυρωμένο πίσω από το συνταγματικό ακαταδίωκτο.
Βιώνουμε, ουσιαστικά, ένα θέατρο του παραλόγου, όπως οι ήρωες του Μπέκετ στο «Περιμένοντας τον Γκοντό», ελπίζοντας στο ανέλπιστο: την εμφάνιση ενός «Μεσσία» που θα αναλάβει την ανάταση της χώρας. Εμείς, άλλοτε ως «Εστραγκόν» με βραχεία μνήμη και κομματικό εθισμό και άλλοτε ως οργισμένοι «Βλαδίμηροι», παραμένουμε ακίνητοι προσμένοντας. Σε μια χώρα στην οποία η αναμονή έγινε αυτοσκοπός, οι σύγχρονοι «Πότζο-Κοτζαμπάσηδες» ορίζουν τον επόμενο πολιτικό λακέ ο οποίος θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντά τους εις βάρος της πατρίδας. Ως έμπειροι διαχειριστές της κοινής γνώμης, επιστρατεύουν «ομάδες αλήθειας» και αλγορίθμους για να μας πλασάρουν ανακυκλωμένα πρόσωπα ως φορείς μιας δήθεν αλλαγής την ώρα που όλα μένουν απαράλλακτα.
Τα παλαιά κόμματα τα οποία διαιρούσαν το έθνος (Γαλλικό, Αγγλικό, Ρωσικό) επιβιώνουν σήμερα με νέα προσωπεία-κυρίως αμερικανικά και γερμανικά- διατηρώντας μας σε ένα ιδιότυπο νεοαποικιακό καθεστώς. Οι «σύμμαχοι» και «προστάτες» μάς κρατούν σε κατάσταση συντήρησης χρησιμοποιώντας μας ως αναλώσιμο «κρέας» για τα κανόνια των εχθρών τους (από την Κριμαία, την Μ. Ασία και την Κορέα, μέχρι το σύγχρονο μέτωπο κατά της Ρωσίας), ή ως γεωπολιτικό αντάλλαγμα-όπως συνέβη με την Κύπρο ή προμηνύεται με την εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων στον «πήλινο» σύμμαχό τους, την Τουρκία. Όντες, τελικά, απλά «δράμια» στην πλάστιγγα των δικών τους συμφερόντων.
Με άλλα λόγια, παραμένουμε ραγιάδες, αγόμενοι και φερόμενοι από «φίλεχθρους» στο βωμό των ιστορικών τους συμφερόντων, συμμετέχοντας σε μια τραγικωμωδία και γελώντας πικρά με το παράλογο, ενώ αναζητούμε απεγνωσμένα έναν ηγέτη με ηθικό πλεονέκτημα και ρεαλιστικές δεξιότητες διαχείρισης των πενιχρών μας πόρων. Και τούτο, με σκοπό την ανάθεση του καθήκοντος να διορθώσει το «κρατικό έκτρωμα» ενώ εμείς αποσυρόμαστε στον ρόλο του θεατή αμέσως μετά την κάλπη· ακόμα κι όταν εκείνος αποδεικνύεται ένας επιπλέον νάρκισσος που φαντασιώνεται το Μαξίμου υψηλότερο από τον Όλυμπο.
Συμπεριφερόμαστε ως Λωτοφάγοι λησμονώντας πως η δημοκρατία δεν είναι χάρισμα κάποιου «χαρισματικού» αλλά διαρκής κατάκτηση συνειδητοποιημένων πολιτών. Η καθημερινή συμμετοχή είναι εκείνη που εμποδίζει τους επίδοξους «σωτήρες» να μετατρέψουν το λαϊκό «ΟΧΙ» σε ένα βολικό γι’ αυτούς «ΝΑΙ». Οι χώρες αλλάζουν μόνο μέσα από τους θεσμούς, την καλλιέργεια προσωπικής και-κατ’ επέκταση-συλλογικής ευθύνης, αλλά και από τη συμβολή των πολιτών στην καθημερινότητα και όχι μόνο στην κάλπη η οποία, παρεμπιπτόντως, στη δική μας βρίσκεται σε φάση κύησης με το καθεστώς Μητσοτάκη να απεργάζεται «αμνιοκέντηση» για να προκαθορίσει το αποτέλεσμα της γέννας. Η ιστορία μάς διδάσκει ότι οι πραγματικές ανατροπές γεννιούνται από τα ίδια τα γεγονότα-συχνά βίαια, λόγω της παροιμιώδους αβελτηρίας μας-και ποτέ από μια παθητική, μεσσιανική προσμονή.
Συνεπώς, ανακύπτουν επιτακτικά τα ακόλουθα ερωτήματα:
α) Μπορεί η τραγωδία των Τεμπών να μετεξελιχθεί από ένα παρορμητικό κύμα οργής σε ένα συμπαγές εθνικό κίνημα το οποίο δεν θα αναλώσει τη δυναμική του στην αναμονή ενός «εθνικού σωτήρα» που θα λύσει μαγικά τα προβλήματα, αλλά θα επιβάλει θεσμικές ρήξεις;
β) Αξιοποιώντας την αλγεινή εμπειρία από «φίλους» οι οποίοι μας θυμούνται μόνο στην ανάγκη τους, είμαστε πλέον ικανοί να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων; Μπορούμε να συνδυάσουμε το ηθικό πλεονέκτημα που γεννήθηκε στα Τέμπη με έναν αμείλικτο πολιτικό ρεαλισμό, έχοντας απέναντί μας τον παγιωμένο κομματοκρατικό μηχανισμό;
γ) Είμαστε διατεθειμένοι να αποβάλλουμε το σύνδρομο του «πολιτικού κόστους» εξαιτίας του οποίου η διακυβέρνηση της χώρας κατάντησε παραφυάδα μιας κατ’ επίφαση Ευρωπαϊκής Ένωσης; Θα συγκρουστούμε με το καθεστώς που ελέγχει κάθε προσπάθεια δικαίωσης όσων θυσιάστηκαν για μια δικαιότερη κοινωνία; Ή μήπως θεωρούμε πως η «αγορά» φωτογραφιών της θυσίας τους αρκεί για να μας εξιλεώσει;
Η κινητοποίηση την οποία πυροδότησε το έγκλημα των Τεμπών και τρέφει η καθεστωτική νοοτροπία της κυβέρνησης αποτελεί μια πρώτης τάξης ευκαιρία για να απαντηθούν τα παραπάνω ερωτήματα. Είναι η στιγμή να αναδειχθούν οι ικανότεροι άνθρωποι που η Ελλάδα δεν στερείται αλλά το πολιτικό σύστημα συστηματικά αποκλείει, ώστε να ηγηθούν μιας ομάδας ίσης αξίας με στόχο τον εξοβελισμό όσων μας εγκλώβισαν στη δίνη της παρακμής.
Απέναντι σε μια πολιτική «σπονδυλικής στήλης» αποτελούμενης μόνο από εύκαμπτους χόνδρους χρειαζόμαστε μια λειτουργία θωράκισης της δημοκρατίας με σαφείς στόχους και αδιαπραγμάτευτη απόδοση ευθυνών. Οι «έμπειροι» συστημικοί πολιτικοί, επαγγελματίες του κενού λόγου, αποδεικνύονται στην πράξη στερημένοι από την εμπειρία διαχείρισης των πραγματικών κινδύνων που μας ταλανίζουν. Αλήθεια, πώς ορίζεται το «αίσθημα ευθύνης» το οποίο επικαλούνται όσο παραμένει σε ισχύ το Άρθρο 86 του Συντάγματος, στο οποίο καταφεύγουν με την ίδια συχνότητα κατάχρησης της εξουσίας τους;
Η επιλογή είναι πλέον σαφής: ή θα παραμείνουμε στην «αυλή» της εξάρτησης, ή θα διεκδικήσουμε έναν ρόλο αντάξιο της ιστορίας μας παρέχοντας ευκαιρία παρόμοια εκείνων που δόθηκαν σε τόσους άλλους, διαφορετικών ιδεολογιών και ταμπελών αλλά ταυτόσημης διακυβέρνησης. Αξίζει το ρίσκο του «διαφορετικού» αντί της μοιρολατρικής αναμονής ενός εξωτερικού παράγοντα ή ενός «φωτισμένου λυτρωτή».
Η επίλυση των χρόνιων παθών της οικονομίας, της α-δικαιοσύνης, της διαφθοράς κ.ά., είναι αδύνατη χωρίς τη δική μας ενεργή παρουσία. Το «δεν πάει άλλο» επιβάλλεται να γίνει πράξη ξεπερνώντας την αταβιστική μας συμπεριφορά. Θέτοντάς το κατηγορηματικότερα, ήρθε η ώρα να «σκοτώσουμε τον Γκοντό» περνώντας από τον ρόλο του απλού Ιδιώτη σε εκείνον του Πολίτη, πορευόμενοι με την προτροπή του Μπέκετ: «Πότε προσπάθησες, πότε απέτυχες, δεν έχει σημασία. Προσπάθησε ξανά. Απότυχε ξανά. Απότυχε καλύτερα»!


Εξαιρετική διατύπωση και απεικόνιση τής θλιβερής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει το κράτος, κυβερνώμενο από έναν αυτιστικό και ανίκανο γόνο, ο οποίος έχει προ πολλού χάσει το μέτρο.