του Δημητρίου-Μερκουρίου Κόντη*
Η διαχρονική πολιτική της Ουάσιγκτον
Αναφορικά με την πολυσυζητημένη κοινοπραξία Chevron–HelleniQ Energy, το κυβερνητικό αφήγημα που μας παρουσιάστηκε αρχικά ήταν ότι η Ουάσιγκτον, μέσω της εμπλοκής της Chevron, «ακυρώνει» στην πράξη το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Μόνο που, για όποιον έχει ασχοληθεί έστω και ελάχιστα με τη διαχρονική αμερικανική στάση στην ελληνοτουρκική διένεξη, μια τέτοια ανάγνωση ακούγεται εντελώς εκτός πραγματικότητας: οι ΗΠΑ ιστορικά αποφεύγουν κινήσεις που θα τις εξέθεταν ως Δύναμη που παίρνει θέση σε αμφισβητούμενες θαλάσσιες ζώνες τρίτων χωρών.
Επί Κίσινγκερ, το State Department απέφευγε να επιτρέπει σε αμερικανικές εταιρείες να συνάπτουν συμφωνίες σε περιοχές που αντιμετωπίζονταν ως «αμφιλεγόμενες» (disputed areas) — ιδίως στο Αιγαίο — ώστε να μη δημιουργείται η εικόνα ότι οι ΗΠΑ «παίρνουν θέση» είτε υπέρ της Ελλάδας είτε υπέρ της Τουρκίας. Η γραμμή αυτή, ως πολιτική ακραιφνούς ουδετερότητας, αποτέλεσε για χρόνια τη διαχρονική αμερικανική στάση στα ελληνοτουρκικά. Η ίδια λογική μεταφέρθηκε και στο ΝΑΤΟ με αυτό που συχνά περιγράφεται ως «Δόγμα Λουνς»: τη θέση ότι δεν είναι προς το συμφέρον της Συμμαχίας να εμπλέκεται στις διμερείς διαφορές μεταξύ Συμμάχων. Ο Γιόζεφ Λουνς ήταν Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ (1971–1984).
Οι ρήτρες και τα σενάρια οριοθέτησης
Αυτό που προκαλεί έντονη ανησυχία είναι η έγκριση της κοινοπραξίας Chevron–HelleniQ Energy από την Ουάσιγκτον σε «αμφιλεγόμενες περιοχές», υπό τις εξής συνθήκες:
- Απουσία συμφωνίας οριοθέτησης μεταξύ Ελλάδας και Λιβύης.
- Υφιστάμενη νομική διεκδίκηση του τουρκολιβυκού μνημονίου (ανεξαρτήτως τελικής κρίσης επί της ουσίας).

Εξίσου προβληματικό ακούγεται και το κυβερνητικό επιχείρημα ότι «οι ρήτρες» —η ύπαρξη των οποίων έγινε γνωστή εκ των υστέρων— «τίθενται ακριβώς για να θωρακίσουν το Δημόσιο απέναντι σε τυχόν αποζημιώσεις από τις εταιρείες». Στο αστικό δίκαιο, ο πωλητής οφείλει να παραδώσει το ακίνητο ελεύθερο από νομικά ελαττώματα, δηλαδή χωρίς διεκδικήσεις τρίτων· εδώ όμως μιλάμε για «θαλάσσια οικόπεδα» όπου το κεντρικό ζήτημα είναι ακριβώς ότι τρίτοι προβάλλουν αξιώσεις — στην περίπτωσή μας, οι Λίβυοι.
Πιο πιθανό είναι η ελληνική κυβέρνηση να έχει δεχθεί να αποζημιώσει πλήρως την Chevron στην περίπτωση που το ζήτημα της οριοθέτησης κριθεί δικαστικά και το Δικαστήριο δικαιώσει τη Λιβύη —δηλαδή αποδεχτεί την ισχύ του τουρκολιβυκού μνημονίου. Για να συμβεί αυτό, όμως, θα χρειαζόταν πλήρη διαστρέβλωση της ερμηνείας του Δικαίου της Θάλασσας, όπου η «δίκαιη λύση» οδηγεί σε καινοφανείς «διαγώνιες» οριοθετήσεις και η Κρήτη θεωρείται να έχει μηδενική επιρροή σε υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ.
Η ρεαλιστική περίπτωση είναι, σε μια συμφωνία οριοθέτησης με τη Λιβύη, να προβλεφθούν ελαφρές αποκλίσεις από τη μέση γραμμή, όπως αποτυπώνεται στον ελληνικό θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό που ακολουθεί τον «νόμο Μανιάτη» του 2011. Θα μπορούσε π.χ. να δοθεί στην Κρήτη επιρροή 90–95%, ενώ στη Γαύδο μειωμένη ή και μηδενική. Τώρα, αν η απόκλιση θα είναι «ένα χιλιόμετρο πάνω ή κάτω», όπως δήλωσε πρόσφατα στο ΣΚΑΪ ο κ. Συρίγος, θα εξαρτηθεί από το αν η Ελλάδα ακολουθήσει την ίδια πολιτική που εφάρμοσε με την Αίγυπτο: να παραχωρήσει κάτι παραπάνω στη Λιβύη (πάντα σε σχέση με τη λογική της μέσης γραμμής), ώστε να τη δελεάσει για μια γρήγορη σύναψη της συμφωνίας. Το παραπάνω, ωστόσο, προϋποθέτει πρώτα την επάνοδο της ομαλότητας στη Λιβύη, η οποία σήμερα εξακολουθεί να διαθέτει δύο αντίπαλες κυβερνήσεις που διεκδικούν την εξουσία.
Τέλος, από τον επισυναπτόμενο χάρτη καθίσταται σαφές ότι τα οφέλη που αποκομίζει η Λιβύη μέσω του τουρκολιβυκού μνημονίου δεν μπορούν, σε καμία ρεαλιστική εκδοχή οριοθέτησης, να «αποζημιωθούν» από την Ελλάδα. Η έκταση της θαλάσσιας ζώνης που αποδίδεται στη λιβυκή πλευρά υπερβαίνει κατά πολύ οποιαδήποτε δυνητική ελληνική παραχώρηση στο πλαίσιο διμερούς διαπραγμάτευσης. Ως εκ τούτου, το κρίσιμο ερώτημα είναι πρωτίστως πολιτικό: πόσο καθοριστική θα αποδειχθεί η τουρκική επιρροή στη Λιβύη έναντι της ελληνικής.
Η Chevron ποντάρει στην οριοθέτηση, η Τουρκία καραδοκεί
Άρα, τι ακριβώς ήρθε να κάνει στην Ελλάδα η Chevron; Να προχωρήσει σε ερευνητικές εξορύξεις (exploratory drilling) μόνο στο τμήμα όπου δεν υπάρχουν διεκδικήσεις τρίτων (δηλαδή στην Πελοπόννησο) και, στο μεταξύ, να «ελπίζει» ότι μέχρι να ολοκληρωθούν οι σεισμικές έρευνες θα έχει βρεθεί λύση οριοθέτησης: είτε πολιτικά είτε δικαστικά.
Για τα δύο θαλασσοτεμάχια νοτίως της Κρήτης, είναι πρακτικά και νομικά πιο «βατό» να προχωρήσουν με την πρώτη φάση που προβλέπει η σύμβαση (σεισμικές έρευνες 2D και 3D), στη λογική ότι οι σεισμικές έρευνες δεν προκαλούν ανεπανόρθωτη βλάβη στον βυθό. Αυτό δεν σημαίνει ότι (π.χ.) η Λιβύη δεν θα μπορούσε να αιτηθεί στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ασφαλιστικά μέτρα για να σταματήσουν οι έρευνες, όπως είχε ζητήσει η Ελλάδα τον Αύγουστο του 1976 κατά την κρίση του «Χόρα», με την τότε προσφυγή να απορρίπτεται (11 Σεπτ. 1976) .
Άλλωστε, αυτή ακριβώς ήταν και η επιχειρηματολογία του Κίσινγκερ, ο οποίος προσπαθούσε να πείσει τον Καραμανλή ότι, αν το «Χόρα» δεν «τρυπήσει τον βυθό» του Αιγαίου, δεν υπάρχει αντίστοιχη νομική βάση για διαμαρτυρία. Για αυτό και η δεύτερη φάση του προγράμματος που προβλέπει ερευνητικές εξορύξεις θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να προχωρήσει προτού υπάρχει οριστική λύση οριοθέτησης.
Τι ακριβώς όμως θα εμπόδιζε την Τουρκία να προβεί σε σεισμικές έρευνες σε μια «ευαίσθητη», για την ελληνική κοινή γνώμη, θαλάσσια περιοχή που επικαλύπτει το τουρκολιβυκό μνημόνιο;
Η χειρότερη εξέλιξη για την Ελλάδα θα ήταν η Άγκυρα να χρησιμοποιήσει ως άλλοθι τις σεισμικές έρευνες της Chevron νοτίως της Κρήτης, για να ξεκινήσει τουρκικές σεισμικές έρευνες στην περιοχή μεταξύ Ρόδου και Καστελορίζου — όπως ακριβώς έγινε το 2020 με το «Όρουτς Ρέις». Και τότε τι ακριβώς θα μπορούσε να επικαλεστεί η Ελλάδα για να ζητήσει να σταματήσουν οι τουρκικές έρευνες; Ιδίως στην περίπτωση που μια προσφυγή της Λιβύης για ασφαλιστικά μέτρα, με σκοπό να διακοπούν οι έρευνες της Chevron, είτε απορριφθεί από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είτε δεν υποβληθεί καν — ενδεχομένως κατόπιν συνεννόησης με την Άγκυρα.
Στο απευκταίο αυτό σενάριο, η ελληνική κυβέρνηση θα βρεθεί μπροστά σε ένα πολιτικά αδιέξοδο δίλημμα: είτε να αντιδράσει δυναμικά επί του πεδίου, είτε να επιλέξει να μην αντιδράσει στις τουρκικές έρευνες με το επιχείρημα ότι «ούτε η Τουρκία ούτε η Λιβύη αντιδρούν στις αμερικανικές έρευνες της Chevron νοτίως της Κρήτης». Θα μπορούσε άραγε οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση να επωμιστεί ένα τέτοιο πολιτικό κόστος — όταν, όπως έδειξε η κρίση του 1976, ακόμη και μια ηγεσία του πολιτικού αναστήματος του Κωνσταντίνου Καραμανλή δυσκολεύθηκε να το αντέξει;
Στο σημείο αυτό, ο κ. Σαμαράς υπαινίσσεται «μυστικές συμφωνίες» και «Πρέσπες του Αιγαίου». Ωστόσο, αποδίδοντας έτσι υπερβολικά μεγάλη βαρύτητα στο τι θα πράξει αποκλειστικά η κυβέρνηση Μητσοτάκη, παραβλέπει ότι μια ενδεχόμενη «μεγάλη προδοσία» δεν μπορεί να υλοποιηθεί μονομερώς από την Αθήνα: θα προϋπέθετε αναγκαστικά ευρύτερες πιέσεις και συναινέσεις και από τους άλλους τρεις κρίσιμους παίκτες —Λιβύη, Τουρκία και Αίγυπτο— ώστε να υπάρξει συνολικό πακέτο διευθέτησης. Κανένας Έλληνας πρωθυπουργός όμως δεν μπορεί (ούτε είναι ρεαλιστικό να δεχθεί) να νομιμοποιήσει τη «Γαλάζια Πατρίδα» και το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Αν, πράγματι, το σχέδιο της Ουάσιγκτον είναι να επιδιώξει μια γρήγορη, συνολική διευθέτηση στην Ανατολική Μεσόγειο μεταξύ των ενδιαφερόμενων χωρών, τότε πρόκειται για μια μάλλον υπεραισιόδοξη ανάγνωση, που υποδηλώνει ότι η νέα ηγεσία του State Department δεν έχει κατανοήσει γιατί τα τελευταία πενήντα χρόνια δεν κατέστη δυνατή μια ελληνοτουρκική συμφωνία για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο.
Η πολιτική Τραμπ και η διαφοροποίηση από την παραδοσιακή γραμμή του State Department
Σε κάθε περίπτωση, η κοινοπραξία Chevron–HelleniQ Energy, όπως συγκροτήθηκε, πρόκειται για μια επιλογή στην οποία δεν φαίνεται να έχουν συνεκτιμηθεί επαρκώς όλα τα πιθανά σενάρια, με αποτέλεσμα να ενέχει τον κίνδυνο κλιμάκωσης στην περιοχή. Αν ήταν ο Κίσινγκερ στην ηγεσία του State Department, δύσκολα θα την ενέκρινε: θα είχε εξαντλήσει την ανάλυση όλων των ενδεχομένων πριν προχωρήσει σε μια κίνηση, η οποία οδηγεί, αν δεν γίνει άμεσα η οριστική οριοθέτηση, σε μια (προβλέψιμη) αντίδραση της Άγκυρας και σε μια ακόμα πιο προβλέψιμη απάντηση της Αθήνας, όπως το 2020.
Το διακύβευμα, λοιπόν, είναι ότι στη δεύτερη θητεία του προέδρου Τραμπ η Ουάσιγκτον επιχειρεί κινήσεις που παλαιότερα θα θεωρούνταν αδιανόητες, αναθεωρώντας στην πράξη την πάγια γραμμή του State Department στη διαχείριση της ελληνοτουρκικής διένεξης. Από το 1964, όταν το Κυπριακό «φούντωσε», η αμερικανική διπλωματία είχε έναν σταθερό φόβο: ότι ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος θα αποσταθεροποιούσε τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ και θα υπονόμευε ένα κρίσιμο σκέλος της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας: αρχικά στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, όπου το ζητούμενο ήταν η συνοχή και επιχειρησιακή αξιοπιστία της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ έναντι της σοβιετικής απειλής, αλλά και μετέπειτα, όταν η αποσταθεροποίηση της ίδιας πτέρυγας θα αποτελούσε στρατηγικό πλήγμα για τη Συμμαχία, ανεξαρτήτως του ότι το διεθνές περιβάλλον είχε αλλάξει.
Σήμερα, ο Λευκός Οίκος, υπό το πρίσμα της συνολικής του στάσης απέναντι στους διεθνείς θεσμούς και τις διατλαντικές συμμαχίες, εκπέμπει το μήνυμα ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δεν θα είχε κατ’ ανάγκην σοβαρούς ενδοιασμούς ακόμη κι αν μια πολιτική επιλογή του προκαλούσε σημαντικό ρήγμα στο ΝΑΤΟ. Από τις παλαιότερες δηλώσεις του περί «παρωχημένου» ΝΑΤΟ και περί συμμάχων που «δεν πληρώνουν» επαρκώς για την κοινή άμυνα, έως τις ανορθόδοξες προτάσεις όπως η ιδέα «αγοράς της Γροιλανδίας», την οποία ο ίδιος χαρακτήρισε «essentially a large real estate deal», διαφαίνεται μια προσέγγιση που αντιμετωπίζει ακόμη και μείζονα γεωστρατηγικά ζητήματα ως επιχειρηματικές συναλλαγές.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η Ανατολική Μεσόγειος να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως «επενδυτική ευκαιρία», με περιορισμένη στάθμιση των πολιτικών και γεωπολιτικών συνεπειών που ενδέχεται να πυροδοτήσουν αλυσιδωτές αντιδράσεις εντός της Συμμαχίας. Θα συνιστούσε, πάντως, σοβαρό σφάλμα τυχόν λανθασμένες εκτιμήσεις της σημερινής αμερικανικής διπλωματίας να επιβαρύνουν μονομερώς την Ελλάδα. Η κατάληξη της κυπριακής κρίσης του 1974 και η διαδεδομένη αντίληψη περί αμερικανικής αδράνειας — ή ανοχής — εκείνη την περίοδο συνέβαλαν στη διαμόρφωση εκτεταμένου αντιαμερικανισμού στην ελληνική κοινωνία για πολλά χρόνια. Το ιστορικό αυτό προηγούμενο θα όφειλε να αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς για τους σημερινούς ιθύνοντες του State Department.
*Ο Δημήτριος-Μερκούριος Κόντης είναι υποψήφιος διδάκτορας διπλωματικής ιστορίας της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ.

